Ταξίδια Μέσα Από Τη Λογοτεχνία!

Η Λογοτεχνία είναι για μένα ένα «παράθυρο» σ' έναν μαγικό κόσμο. Κάθε βιβλίο μάς ταξιδεύει σε κόσμους πραγματικούς ή φανταστικούς, τωρινούς, μελλοντικούς ή παρελθοντικούς. Ένα είναι το μόνο σίγουρο, κάθε βιβλίο που μας ενθουσιάζει, μας εντυπωσιάζει ή μας μαγεύει θέλουμε να το μοιραστούμε με άλλους φίλους-αναγνώστες. Έτσι κι εγώ, θέλω να μοιραστώ μαζί σας όσα βιβλία με ενθουσίασαν και με «γέμισαν» με πρωτόγνωρες ιδέες, εικόνες και συναισθήματα. Σαφώς και η άποψη του κάθε αναγνώστη είναι μοναδική και ένα βιβλίο που εμείς λατρέψαμε μπορεί κάποιος άλλος να το αντιπάθησε ή ακόμα και να το μίσησε... Μέσα από αυτήν την οπτική θεωρώ φρόνιμο να μη σχολιάζω όσα βιβλία δεν με εντυπωσίασαν ή με άφησαν αδιάφορη, διότι η άποψή μου είναι απολύτως υποκειμενική. Δεν θα ήθελα να προκαταλάβω αρνητικά κανέναν αναγνώστη, αποτρέποντάς τον από το να διαβάσει ένα βιβλίο το οποίο, ενδεχομένως, να τον ενθουσιάσει. Κάθε βιβλίο απαιτεί το κατάλληλο περιβάλλον, το υπόβαθρο και την ανάλογη διάθεση για να εκτιμηθεί, οπότε καλό θα είναι να μην απορρίπτουμε ποτέ τίποτα. Η έκφραση και αποτύπωση της δικής μου γνώμης για κάθε βιβλίο -αλλά και των απόψεων και σχολιασμών άλλων φίλων-συγγραφέων-αναγνωστών, που αναγράφονται στη σχετική κατηγορία-, έχουν ως μοναδικό σκοπό να εκφράσουν τον θαυμασμό μας για ορισμένα βιβλία που θεωρούμε άξια λόγου και θέλουμε να γίνουν ευρέως γνωστά, βοηθώντας έτσι τους αναγνώστες στην επιλογή του επόμενου βιβλίου που θα διαβάσουν. Πάντοτε με το μεγαλύτερο σεβασμό και θαυμασμό για όλους τους συγγραφείς, που μέσα από τις σελίδες των βιβλίων τους μας «ταξιδεύουν» μακριά από την εκάστοτε πραγματικότητα ή μας βοηθούν να την κατανοήσουμε καλύτερα, αλλά σε κάθε περίπτωση στολίζουν την ψυχή μας, οφείλω ένα μεγάλο ευχαριστώ!

Κλειώ Ισιδ. Τσαλαπάτη

Σάββατο 23 Ιουλίου 2016

«Η ΜΑΧΡΙΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ – Βιβλίο 1ο», της Ρένας Πετροπούλου – Κουντούρη – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

«Η ΜΑΧΡΙΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ – Βιβλίο 1ο», της Ρένας Πετροπούλου – Κουντούρη – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη
Εκδόσεις: Λιβάνη
Σελίδες: 354
Τιμή: 13 €

            Πάντοτε πίστευα, και εξακολουθώ να πιστεύω, πως τα καλά μυθιστορήματα έχουν την ικανότητα να "ταξιδεύουν" τον αναγνώστη, υπό την έννοια ότι τον μεταφέρουν στην εποχή στην οποία διαδραματίζονται, σε τόπους μακρινούς, σε ήθη, έθιμα, κοινωνίες και καταστάσεις από όπου εκείνος απέχει παρασάγγας. Τα μυθιστορήματα δε, τα οποία έχουν ιστορικό φόντο και παρέχουν πλείστα ιστορικά στοιχεία είναι πραγματικά "ταξίδια" στον χωροχρόνο, ανεκτίμητα και δυσεύρετα και, κατά συνέπεια, από εκείνα που ο αναγνώστης κρατάει φυλαγμένα για πάντα στη μνήμη και την καρδιά του. Ένα τέτοιο βιβλίο, ή μάλλον τρία μια και πρόκειται για τριλογία, είναι και «Η Μάχρια Της Λήθης», το πρώτο βιβλίο της ομώνυμης τριλογίας, της εξαίρετης Ρένας Πετροπούλου – Κουντούρη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λιβάνη. Ένα βιβλίο που με μάγεψε κυριολεκτικά και από το οποίο θα προσπαθήσω να σας μεταφέρω τις εξαιρετικές αναγνωστικές μου εντυπώσεις όσο πιο πιστά και συγκρατημένα μπορώ!
            Το μυθιστόρημα αυτό είναι κυριολεκτικά και μεταφορικά "ταξιδιάρικο", καθώς διαδραματίζεται σε πολλά και διαφορετικά μέρη αλλά και σε εποχές περασμένες και μακρινές από την δική μας πραγματικότητα, και συγκεκριμένα στα τέλη του 19ου αιώνα στην τουρκοκρατούμενη Κρήτη, στην Έφεσο, στην Κωνσταντινούπολη, στο Αιγαίο με τους τελευταίους εναπομείναντες πειρατές του, στην Μασσαλία και στο αιώνιο, σαγηνευτικό Παρίσι. Η χαρισματική συγγραφέας δεν δυσκολεύεται καθόλου να μας "διακτινήσει" σε όλα αυτά τα διαφορετικά μέρη με αξιοζήλευτη ευκολία και πειστικότητα, καθώς βλέπουμε να ζωντανεύουν όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα κάθε τόπου μπροστά μας, από τα πέτρινα αρχοντόσπιτα στο οροπέδιο Λασιθίου, τα τούρκικα σπίτια της Εφέσου και του Αγιασολούκ, τα χρυσοποίκιλτα και μεγαλοπρεπή δώματα του χαρεμιού του Σουλτάνου της Πόλης, το ευμετάβλητο και επικίνδυνο Αιγαίο με τα βαθιά νερά του, μέχρι το πολυσύχναστο λιμάνι της Μασσαλίας και το κοσμοπολίτικο Παρίσι των τεχνών, της "απωλείας" και των ηδονών. Μία ατέρμονη  και εντυπωσιακή περιπλάνηση των ηρώων που μας "παρασύρουν" μαζί τους σε κάθε γεγονός, κάθε εμπειρία, κάθε συναίσθημα και κάθε ταξίδι τους, όλα τόσο ζωντανά και παραστατικά που, όταν ολοκληρώσουμε την ανάγνωσή του, θα δυσκολευτούμε να συνειδητοποιήσουμε πως διαβάσαμε μόνο ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα…
            Ένα δεύτερο στοιχείο που κάνει αυτό το μυθιστόρημα,  όπως και την συνέχειά του, να ξεχωρίζει από πολλά άλλα του είδους, είναι το γεγονός ότι σχεδόν όλο είναι γραμμένο σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση από τον κάθε ήρωα ξεχωριστά. Με αξιοσημείωτη ευκολία η συγγραφέας αλλάζει κάθε φορά ρόλους και πότε μας περιγράφει τα γεγονότα ως Κρητικός επαναστάτης, πότε ως γιγαντόσωμος Τούρκος καπετάνιος, πότε ως ικανή αλλά παραδόπιστη μαμή, πότε ως λεπτεπίλεπτη και πανέμορφη κεντρική ηρωίδα η οποία χαρίζει το όνομά της και σε ολόκληρη την τριλογία, πότε ως πιστή και αφοσιωμένη στην κυρά της Τουρκάλα υπηρέτρια, πότε ως ευαίσθητος και καλλιεργημένος Γάλλος ευγενής, πότε ως Τούρκος αξιωματούχος πιστός στο Σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ τον Β’ παρά τους προσωπικούς του κρυφούς πόθους, πότε ως γοητευτικός Γάλλος δανδής… και οι λογοτεχνικές "ενσαρκώσεις" της συγγραφέως, πραγματικά, είναι αμέτρητες και αξιοθαύμαστες!
            Όλα ξεκινούν στην Κρήτη του 1867, την Κρήτη του ξεσηκωμού ενάντια στην μακραίωνη οθωμανική σκλαβιά, όταν ένα πανέμορφο κοριτσάκι γεννιέται από την κόρη του άρχοντα της περιοχής. Η μητέρα του όμως, καθώς δεν είναι παντρεμένη με τον εραστή της, έναν θαρραλέο αντάρτη, δεν μπορεί να το κρατήσει και το παιδί δίνεται κατευθείαν για υιοθεσία σε ένα ζευγάρι Τούρκων στο Αγιασολούκ, μαζί με ένα βαρύτιμο, μινωικό κόσμημα – φυλαχτό, με τον όρο να μην το αποχωριστεί ποτέ, ώστε να το προστατεύει πάντα. Από εκεί κι έπειτα ξεκινάει μια απίστευτη περιπέτεια για την μικρή Μάχρια, αλλά και για εμάς τους αναγνώστες που συμπάσχουμε με τα πάθη, τα παθήματα, τους έρωτες, τις αγωνίες και τις περιπλανήσεις όλων των πολυάριθμων ηρώων, όπως αυτοί μας τα αφηγούνται λεπτό προς λεπτό. Αμέτρητα ιστορικά γεγονότα και στοιχεία καλά τεκμηριωμένα από τη συγγραφέα και την αδιαμφισβήτητη και σε βάθος έρευνά της, που αναπαριστούν και αναβιώνουν μιαν ολόκληρη εποχή και πολλές διαφορετικές χώρες και κουλτούρες. Περιπέτειες, μάχες στην ξηρά και στην θάλασσα, ναυμαχίες, μεθυστικά από αρώματα και λάγνα κορμιά χαρέμια, άμαξες με άλογα που καλπάζουν ξέφρενα προσπαθώντας να βοηθήσουν τους επιβαίνοντες να ξεφύγουν από τους διώκτες τους, επαύλεις γεμάτες πλούτο, καλαίσθητη διακόσμηση και τραπέζια φορτωμένα με όλων των ειδών τα εδέσματα, ικανά να κάνουν το στομάχι μας να γουργουρίζει δυνατά, αίθουσες τέχνης αλλά και "σπίτια" που υπόσχονται όλων των ειδών τις ηδονές και απολαύσεις…
            «Η Μάχρια Της Λήθης» είναι πραγματικά ένα μυθιστόρημα από εκείνα που ο αναγνώστης θα θυμάται και θα αναπολεί για καιρό, καθώς συγκεντρώνει όλα εκείνα τα στοιχεία του ιστορικού μυθιστορήματος συνδυασμένα με μία ευρηματικότατη μυθοπλασία και περιπλάνηση στο χώρο και στο χρόνο, με ήρωες αλησμόνητους όπως η πανέμορφη Μάχρια, ο γενναίος καπετάνιος Σουκρού, η γοητευτική Μιχριμπάν, η πιστή Αϊντά, ο ευαίσθητος Φρανσουά, ο τυχοδιώκτης Ζακ, η ύπουλη Βάλια, η συνεσταλμένη Σαρλότ, ο ευσυνείδητος Ισκεντέρ και τόσοι αναρίθμητοι άλλοι. Πολλά συγχαρητήρια στην αγαπητή Ρένα Πετροπούλου – Κουντούρη, αναμένουμε με πραγματική ανυπομονησία την ολοκλήρωση της τριλογίας της και σας προτείνω ανεπιφύλακτα να το διαβάσετε, Φίλοι μου!

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Κρήτη 1867, Λασίθι. Μες στην καρδιά της Κρητικής επανάστασης γεννιέται ένα κορίτσι, άνομος καρπός της κόρης ενός άρχοντα της περιοχής κι ενός αντάρτη.

Το νεογέννητο δίνεται για υιοθεσία σε ζευγάρι Τούρκων, εν αγνοία της οικογένειας, ενώ ο παππούς του βρέφους του χαρίζει ένα βαρύτιμο μινωικό κόσμημα, με την ευχή και την κατάρα να μην το αποχωριστεί ποτέ.

Είναι συνυφασμένο με τη μοίρα του...

Έτσι ξεκινάει η ιστορία της πανέμορφης Μάχρια, που θ’ απλωθεί στη συνέχεια και θ’ αγκαλιάσει την Κρήτη των αιματοβαμμένων αγώνων, την Κωνσταντινούπολη των χρόνων της βασιλείας του Αβδούλ Χαμίτ του Β΄, την Έφεσο, το Αιγαίο πέλαγος την εποχή του τέλους της πειρατείας, τη γοητευτική Μασσαλία και το κομψό Παρίσι των αρχών της Μπελ Επόκ.

Ένα πολυφωνικό μυθιστόρημα, πρωτότυπο σε δομή και σύλληψη, με μια πλειάδα ηρώων, που αναπνέουν στον κοφτό ρυθμό της ιστορίας –έρμαια των παθών και των λαθών τους–, ανάμεσα από συγκλονιστικούς έρωτες, τεκμηριωμένα ιστορικά γεγονότα, περιπέτειες, ίντριγκες, μάχες και ναυμαχίες, αλλά και παριζιάνικα μπιστρό, πολυτελείς επαύλεις και αίθουσες τέχνης, συνθέτοντας την ολοζώντανη νωπογραφία μιας ολόκληρης εποχής που σημάδεψε τα τέλη του 19ου αιώνα και συνεχίζει…»

Σάββατο 16 Ιουλίου 2016

Συνέντευξη με την ΣΟΦΙΑ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ - Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

Σοφία Δημοπούλου
           Με αφορμή την έκδοση του νέου βιβλίου της κ. Σοφίας Δημοπούλου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο με τίτλο «Η Ζωή Απέναντι», η αγαπητή συγγραφέας είχε την καλοσύνη να απαντήσει στο ερωτηματολόγιο των «Φίλων Της Λογοτεχνίας». Την ευχαριστώ ιδιαίτερα για το χρόνο που διέθεσε, της εύχομαι καλή επιτυχία σε κάθε συγγραφικό της πόνημα, και ιδιαίτερα στο νέο συναρπαστικό μυθιστόρημά της, και σας προσκαλώ να διαβάσετε τις απαντήσεις της ώστε να γνωρίσετε κι εσείς λίγο καλύτερα την εξαίρετη κ. Δημοπούλου!

1) Αγαπητή κ. Δημοπούλου, μας έχετε ήδη χαρίσει τρία εξαιρετικά έργα σας, με πιο πρόσφατο το ιστορικό σας μυθιστόρημα που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο με τίτλο «Σε Σωστή Ώρα Νυχτώνει», ενώ στις 6 Ιουνίου αναμένεται η κυκλοφορία του νέου σας μυθιστορήματος «Η Ζωή Απέναντι», από τις ίδιες εκδόσεις.  Ποιό ήταν το έναυσμα για την ενασχόλησή σας με τον κόσμο της λογοτεχνίας και το αντικείμενο της συγγραφής;

Δεν θυμάμαι την αρχή αυτής της συνήθειας, γράφω από τότε που έχω μνήμες από τον εαυτό μου. Μου άρεσε από παιδί να εκφράζομαι γραπτά, ήταν ο τρόπος που πάντα είχα για να κατανοήσω τον έξω κόσμο και τον κόσμο μέσα μου. Τα τελευταία δέκα χρόνια όμως γράφω πιο συστηματικά, αφενός γιατί μου το επιτρέπουν πια οι οικογενειακές μου υποχρεώσεις, αφετέρου δε διότι η ανάγκη έκφρασης έγινε επιτακτική, κάτι σαν φυσική ανάγκη. 

2) Από πού αντλείτε την έμπνευση για κάθε έργο σας και κάθε χαρακτήρα και πόσο δύσκολο είναι να  συγκεντρώσετε τις απαραίτητες πληροφορίες, όταν αυτές απαιτούνται, ώστε να συνδυάσετε τυχόν ιστορικά γεγονότα, τόπους και μυθοπλασία στα βιβλία σας;

Η ιδέα μπορεί να προκύψει από οπουδήποτε. Μια κουβέντα κάποιου περαστικού, ένα περιστατικό στον δρόμο, μια ιστορία που άκουσα πως συνέβη, όλα μπορούν να γίνουν ο καμβάς πάνω στον οποίο μπορούν να μπουν οι βελονιές από τη φαντασία, τη μνήμη, την Ιστορία, ώστε να προκύψει μια μυθοπλασία. Όταν βέβαια αναφέρονται ιστορικά γεγονότα, είναι απαραίτητο οι πληροφορίες να προκύπτουν από έγκυρες πηγές και μαρτυρίες. Αυτό, όπως και η ψηλάφηση του τόπου όπου διαδραματίζεται η ιστορία, είναι μεν πολλές φορές κάτι κοπιαστικό και χρονοβόρο, αλλά είναι και πολύ ενδιαφέρον. Ένα ταξίδι στον χρόνο και στον χώρο που το κάνω κάθε φορά με μεγάλη χαρά. Ευτυχώς οι πηγές είναι άφθονες, χρειάζεται μόνο διάθεση να ψάξεις και να ανακαλύψεις θησαυρούς.

3) Συνήθως, οι περισσότεροι συγγραφείς είτε έχουν σπουδάσει κάποιο αντικείμενο, είτε ασκούν ως επάγγελμα κάτι εντελώς διαφορετικό από την συγγραφική τους ιδιότητα, αλλά και τις σπουδές τους. Θα θέλατε να μας μιλήσετε σχετικά με αυτό και να μας πείτε πόσο αρμονικός είναι ο συνδυασμός όλων αυτών και κατά πόσο αλληλοεπηρεάζονται οι επιμέρους ιδιότητές σας;

Δεν υπάρχει κανόνας, ούτε και στατιστικές γι’ αυτό. Πιστεύω όμως πως αυτό πράγματι συμβαίνει συχνά. Πολλοί από εμάς που έχουμε κάνει σπουδές σε "πρακτικές" επιστήμες –προσωπικά έχω σπουδάσει Πολιτικός Μηχανικός στο Ε.Μ.Π.– έχουμε ανάγκη να ισορροπήσουμε τα αντιφατικά κομμάτια μέσα μας, να χαλαρώσουμε λίγο το μυαλό μας που υπερλειτουργεί στο επαγγελματικό επίπεδο και να ακούσουμε λίγο την ψυχή μας. Για μένα, η συγγραφή είναι ο τρόπος που έχω για να έρθω σε επαφή με τον μέσα μου εαυτό, να κατανοήσω τις ανάγκες μου και να αυτοαναλυθώ. Στην καθημερινότητά μου δομώ τον κόσμο –δημιουργικό κομμάτι της δουλειάς μου, όσο μου το επιτρέπει η οικονομική κρίση πια–, συγγράφοντας τον αποδομώ και προσπαθώ να τον ξανασυνθέσω μέσα από τις σκέψεις και τις ιδέες μου. Οι δυο ιδιότητές μου επομένως συμπληρώνουν η μια την άλλη.

4) Έχετε συμπεριλάβει ποτέ στα βιβλία σας κάποια προσωπικά σας βιώματα; Πόσο εύκολο, ή επώδυνο ήταν αυτό και πόσο εφικτή ήταν η αντικειμενική προσέγγισή τους συγγραφικά;

Ασφαλώς και υπάρχουν φορές που στο βιβλίο μου μπαίνει κι ένα κομμάτι από τον εαυτό μου. Πότε σαν προσωπικό, ατόφιο βίωμα, πότε σαν "επίγευση" ενός γεγονότος που πια δεν το θυμάμαι, θυμάμαι όμως τα συναισθήματα που μου είχε δημιουργήσει. Το να βάλω κομμάτια της προσωπικής μου ιστορίας δεν μου είναι ούτε δύσκολο ούτε δυσάρεστο, αφού στην πραγματικότητα δεν τα ξαναζώ εγώ, αλλά ο ήρωας ή η ηρωίδα μου, οπότε κρατάω μια απόσταση από τον ψυχισμό του. Έτσι κι αλλιώς τα περισσότερα βιώματα μπαίνουν προσαρμοσμένα στη μυθοπλασία, οπότε δεν τα αναγνωρίζω πια ούτε κι εγώ η ίδια. Στην πραγματικότητα, τις εμπειρίες μας καταγράφουμε και μέσα από αυτές βλέπουμε τα γεγονότα. Μιλώ βέβαια για τους φανταστικούς μου ήρωες και όχι για τα ιστορικά πρόσωπα που "ζουν" και συμπεριφέρονται σύμφωνα με την ιστορική πραγματικότητα, όπως αυτή την προσεγγίζω μέσα από τις πηγές που έχω στη διάθεσή μου. 

5) Στα βιβλία σας έχετε καταπιαστεί με πολλά και διαφορετικά θέματα, ενώ στο νέο σας μυθιστόρημα κυρίαρχο ρόλο παίζει η ιστορική πραγματικότητα και μάλιστα η "σκοτεινή" εποχή της δικτατορίας στη χώρα μας. Θεωρείτε, ίσως, ότι η Ιστορία αποτελεί μια σημαντική "πηγή ιδεών" για έναν συγγραφέα;

Η Ιστορία είναι μια ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης διότι τα περιέχει όλα· ενδιαφέρουσες προσωπικότητες, γεγονότα που γεννούν συναισθήματα, ερωτηματικά που πρέπει να απαντηθούν. Εμένα με ενδιαφέρουν οι ιστορίες πίσω από την Ιστορία ή, καλύτερα, στο περιθώριο αυτής, ιστορίες ανθρώπων που έζησαν σε σημεία καμπής της Ιστορίας, που τα γεγονότα επηρέασαν καταλυτικά τις ζωές τους. Με ενδιαφέρει η συνδιαλλαγή του ανθρώπινου βίου με την ιστορική πραγματικότητα και το πώς οι άνθρωποι ζουν μέσα σε κάποιο ιστορικό πλαίσιο.   

6) Πιστεύετε πως το επιστημονικό υπόβαθρο είναι απαραίτητο για τη συγγραφή ενός βιβλίου, ή αρκεί το έμφυτο συγγραφικό ταλέντο, η φαντασία και οι εμπειρίες του συγγραφέα;

Για να είμαι ειλικρινής δεν πιστεύω πολύ στο ταλέντο. Ο μέσος άνθρωπος που έχει την ικανότητα να γράφει, μπορεί και να γίνει συγγραφέας. Σίγουρα γεννιέσαι με το χάρισμα της γραπτής έκφρασης, ίσως με λίγο παραπάνω ευαισθησία, αυτό που σε κάνει όμως συγγραφέα είναι η σκληρή δουλειά· ατέλειωτες ώρες διαβάσματος, μια ενασχόληση –βίτσιο θα το έλεγα εγώ–, που δεν πρέπει να τελειώνει ποτέ, γράψιμο και ξαναγράψιμο με επιμονή, αλλά και παρατηρητικότητα, ενδιαφέρον για τη ζωή και τους ανθρώπους, ανοιχτό μυαλό και σκέψη. Το αν θα γίνει κανείς επιτυχημένος ή "ευπώλητος" συγγραφέας, αυτό έχει να κάνει και λίγο με τους νόμους της αγοράς και είναι άλλο θέμα.

7) Υπάρχει κάποιο μοτίβο ως προς το πότε σας "επισκέπτεται" η συγγραφική σας  έμπνευση; Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ώρα, διάθεση, ή τόπος ίσως, που να σας προδιαθέτει να γράψετε, ή είναι κάτι που "ρέει" αβίαστα από μέσα σας συνέχεια;

Γράφω πάντα με πρόγραμμα, το οποίο προσπαθώ να ακολουθώ με συνέπεια. Συνήθως γράφω στο γραφείο στο σπίτι μου, απομονωμένη. Δεν είμαι από εκείνους τους συγγραφείς που μπορούν και γράφουν οπουδήποτε. Μάλιστα, για να γράψω, ντύνομαι σαν να ήταν να βγω εκτός σπιτιού, ώστε να δώσω στον εαυτό μου το σύνθημα πως πρόκειται να ασχοληθώ με κάτι σοβαρό, που απαιτεί την εγρήγορση του μυαλού μου και όχι τη χαλάρωσή μου. Ανοίγω τον υπολογιστή, χαιρετιόμαστε κανένα τέταρτο της ώρας, τον κοιτάζω και με κοιτά κι έπειτα με κάποιο τρόπο ανοίγει το κανάλι του μυαλού μου και αρχίζω να γράφω. Οι πρώτες λέξεις είναι δύσκολες, συγγραφικός τοκετός, η συνέχεια όμως ρέει σχεδόν αβίαστα. Σταματώ όταν αισθάνομαι πως έχει εξαντληθεί η ενέργειά μου.

8) Όταν ολοκληρώνετε ένα νέο μυθιστόρημά σας αρκείστε στη δική σας μόνο γνώμη και αξιολόγηση, πριν προχωρήσετε στην έκδοσή του, ή αναζητάτε πρώτα την άποψη κάποιου οικείου σας προσώπου του οποίου την κρίση εμπιστεύεστε;

Όταν τελειώσω ένα βιβλίο, είμαι σχεδόν πάντα αποφασισμένη να μην αλλάξω τίποτα πια σε ό,τι αφορά την πλοκή ή τους χαρακτήρες. Το βιβλίο το διαβάζουν πρώτα δυο αγαπημένοι μου άνθρωποι που τους έχω απόλυτη εμπιστοσύνη, κυρίως για να δω την απήχηση που έχει η ιστορία στον αναγνώστη και αν έγινε κατανοητό αυτό που θέλω να πω στη λεπτομέρειά του. Μικροαλλαγές κάνω, καθ’ υπόδειξή τους, σε πράγματα που μου έχουν ξεφύγει, ώστε να γίνει το κείμενο όσο γίνεται πιο άρτιο. Η επιμέλεια στη συνέχεια θα βάλει το επαγγελματικό άγγιγμα όπου χρειάζεται.   

9) Από τα μυθιστορήματά σας  υπάρχει κάποιο το οποίο ξεχωρίζετε, στο οποίο ίσως έχετε μεγαλύτερη αδυναμία και γιατί; Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για το κάθε βιβλίο σας, ιδιαίτερα για το υπό έκδοση μυθιστόρημά σας, και, γιατί όχι, την ιστορία "πίσω από την ιστορία" του καθενός;

Όλα τα βιβλία μου είναι κομμάτι από εμένα και άρα κρατούν μια  θέση μέσα μου. Το «Σε Σωστή Ώρα Νυχτώνει» όμως, ίσως να είναι αυτό που σκέφτομαι πρώτο, αυτό που αγαπώ λιγάκι παραπάνω κι αυτό γιατί αναφέρεται στην ιστορία της οικογένειάς μου. Μια από τις κεντρικές ηρωίδες ήταν η προγιαγιά μου και πολλά από τα γεγονότα που αναφέρονται στο βιβλίο είναι πραγματικά, κομμάτια από τη δική της δύσκολη ζωή. Η συγκίνησή μου λοιπόν και όταν το έγραφα, αλλά και κάθε φορά που διαβάζω αποσπάσματά του, είναι μεγάλη. Τα υπόλοιπα βιβλία είναι πιο πολύ μυθοπλασία, έχοντας βέβαια κι εκεί ενσωματώσει εμπειρίες και μνήμες μου.
            Το τελευταίο μου βιβλίο, το «Η Ζωή Απέναντι», που μόλις κυκλοφόρησε, έχει ως τίτλο ένα λογοπαίγνιο. Στο μυθιστόρημα υπάρχει πράγματι η ηρωίδα με το όνομα Ζωή, που δρα σαν καταλύτης και στρέφει την ιστορία σε κάποια κατεύθυνση, ο τίτλος όμως αναφέρεται κυρίως στη συνειδητοποίηση πως οι ήρωες δεν βίωσαν τη ζωή τους, αφέθηκαν να παρασυρθούν από τον ρου των γεγονότων, έγιναν θεατές του βίου τους από την απέναντι όχθη του. Είναι μια μυθοπλασία, ένα κοινωνικοπολιτικό μυθιστόρημα με έντονη πλοκή και ανατροπές, που διαδραματίζεται στην περίοδο της δικτατορίας,  βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα πίσω από την επίσημη Ιστορία, με την Ιστορία πάντα παρούσα γύρω από τους ήρωες. Αυτό που προσπάθησα στο βιβλίο αυτό είναι μέσα από τη μυθοπλασία να θέσω το ερώτημα: «Ποιος κατευθύνει το καράβι του βίου μας; Εμείς ή η Ιστορία;»

10) Η συγγραφέας  Σοφία Δημοπούλου  βρίσκει το χρόνο να διαβάζει και για δική της ευχαρίστηση και όχι μόνο για έρευνα πάνω σε κάποιο μελλοντικό βιβλίο της; Εφόσον συμβαίνει αυτό, ποιό είδος λογοτεχνίας προτιμάτε περισσότερο ως αναγνώστρια και γιατί;

Χρόνο δεν έχω, γι’ αυτό τον δημιουργώ. Έχω αναπτύξει τη λεγόμενη "αναγνωστική" ώρα της ημέρας, ξυπνώντας πολύ νωρίς το πρωί για τον λόγο αυτό. Η μέρα μου ξεκινά στις έξι το πρωί με διάβασμα, παρέα με μια κούπα καφέ, ως τις εννέα που ξεκινώ για τη δουλειά μου. Μπορεί να στερούμαι κάποιες ώρες ύπνου, κερδίζω όμως σε αναγνωστική απόλαυση, γεμίζω τις μπαταρίες μου με ενέργεια και κινητοποιώ τον μηχανισμό της συγγραφής, πράγμα που μου είναι απαραίτητο για να ξεκινήσω να γράφω αργότερα. Διαβάζω κυρίως λογοτεχνία, ελληνική και ξένη, αλλά και φιλοσοφία και ψυχολογία. Ποίηση διαβάζω ενδιάμεσα μέσα στην ημέρα· φροντίζω να υπάρχει πάντα πρόχειρο ένα βιβλίο με ποίηση στο κομοδίνο μου.

11) Ποιά είναι τα αγαπημένα σας βιβλία και συγγραφείς; Θεωρείτε ότι έχετε δεχθεί επιρροές από κάποιους ομότεχνούς σας, έλληνες ή ξένους, σύγχρονους ή κλασσικούς, στο δικό σας τρόπο γραφής, ύφους ή θεματολογίας;

Πολλά είναι τα βιβλία που αγαπώ και πολλοί οι συγγραφείς που με επηρέασαν, άλλος στο ύφος και άλλος στην πλοκή και στη θεματολογία. Θεωρώ κορυφαίο τον Ν. Καζαντζάκη, αλλά και τον Καμύ και τον Κάφκα. Από τους σύγχρονους μ’ αρέσουν πολύ ο Ίαν Μακ Γιούαν και ο Τζον Μπάνβιλ γιατί είναι δεξιοτέχνες στην ανάπτυξη χαρακτήρων. Είναι αναπόφευκτο να δέχεται κανείς επιρροές από ομότεχνους που θαυμάζει, αυτό πάντα συνέβαινε και είναι ως ένα σημείο καλό να συμβαίνει.

12) Από την ελληνική και παγκόσμια λογοτεχνία υπάρχει κάποιο βιβλίο το οποίο έχετε λατρέψει,  το οποίο "ζηλεύετε" ως λογοτεχνικό έργο και θα θέλατε, ή ονειρεύεστε να έχετε συγγράψει εσείς;

Πρώτα απ’ όλα, τα αριστουργήματα της κλασικής λογοτεχνίας, αλλά πέρα από αυτά, το «Αλεξανδρινό Κουαρτέτο» του Λόρενς Ντάρελ που τείνει πια κι αυτό να θεωρείται κλασικό. Έχω θαυμάσει την "ψιλοβελονιά" με την οποία έχει κεντήσει ο συγγραφέας τους χαρακτήρες, την ποιητική γλώσσα που χρησιμοποιεί και τις εικόνες που έχει με τον λόγο του ζωγραφίσει. Λεπτοδουλεμένο και ευφυές. Επίσης το «Ο Ξένος» του Καμύ. Συμπυκνωμένη φιλοσοφία και καταπληκτικές περιγραφές σε λίγες σελίδες.

13) Πιστεύετε πως ο συγγραφέας πρέπει να ταξιδεύει ώστε να έχει κάποια βιώματα από τις χώρες και τις τοποθεσίες τις οποίες, τυχόν, περιγράφει στα βιβλία του και πόσο εφικτό είναι αυτό στην πράξη κατά τη γνώμη σας; Είναι απαραίτητο κάτι τέτοιο, απλά και μόνο, για την "διεύρυνση των οριζόντων" του;

Πιστεύω πως ο συγγραφέας είναι καλό να έχει επισκεφτεί τους τόπους που περιγράφει στα βιβλία του. Δεν λέω πως είναι απαραίτητο, αλλά αν θέλει κανείς να πάει λίγο πιο πέρα από μια απλή περιγραφή που μπορεί να τη βρει στο διαδίκτυο ή κοιτώντας μια φωτογραφία, αν θέλει να μεταδώσει τη μυρωδιά και την αίσθηση που δίνει ο τόπος, τότε πρέπει να περπατήσει στους δρόμους που περπατούν κι οι ήρωές του. Κάθε τόπος πέρα από το ορατό προσφέρει και το αόρατο, την ενέργεια που διαχέεται στην ατμόσφαιρα, που διαπερνά τα κύτταρα και σου υπαγορεύει τις πράξεις και τα συναισθήματα των ηρώων. Κι αυτό δεν μπορείς να το αντιληφθείς, παρά μόνο ταξιδεύοντας εκεί και να νιώσεις τις δονήσεις του χώρου με όλες τις αισθήσεις σου.

14) Θεωρείτε ότι ο συγγραφέας θα πρέπει να ασχολείται με διαφορετικά είδη λογοτεχνίας και να "πειραματίζεται" θεματολογικά, ρισκάροντας το υπάρχον αναγνωστικό του κοινό, ή θα όφειλε να εμμένει στο είδος που τον έχει καθιερώσει;

Αν νιώθει δυνατός να το κάνει, γιατί όχι; Προσωπικά βαριέμαι εύκολα και θα ήθελα να δοκιμάσω διαφορετικά είδη και ίσως το κάνω στο μέλλον. Με ενδιαφέρουν κυρίως η δυνατότητα έκφρασης και ο πειραματισμός. Για παράδειγμα σκέφτομαι να κάνω μια συλλογή διηγημάτων ή να μαζέψω ποιήματα που κατά καιρούς έχω γράψει σε μια ποιητική συλλογή ή να γράψω κάτι σατιρικό. Όχι τόσο για το αποτέλεσμα, όσο για τη διαδικασία και την εμπειρία.

15) Πιστεύετε πως οι συγγραφείς οφείλουν να προβληματίζουν τους αναγνώστες "κεντρίζοντας" τη σκέψη τους, ή ο σκοπός των βιβλίων τους θα έπρεπε να είναι καθαρά και μόνο ψυχαγωγικός; Εσείς, ποιά μηνύματα επιδιώκετε να "περάσετε" στους αναγνώστες σας και σε ποιό είδος αναγνωστικού κοινού, συνήθως, απευθύνεστε μέσα από το συγγραφικό έργο σας;

Ο συγγραφέας οφείλει να θέτει ερωτήματα, να δείχνει «πως ο βασιλιάς είναι γυμνός, όταν είναι γυμνός, χωρίς να προσπαθεί να περιγράψει εκστατικά τα ανύπαρκτα και φανταστικά του ρούχα» όπως έλεγε ο Καμύ. Να προβληματίζει, να κεντρίζει τη σκέψη και το συναίσθημα του αναγνώστη. Αν αυτό γίνεται μέσα από ένα βιβλίο ταυτόχρονα ψυχαγωγικό, ακόμα καλύτερα. Προσωπικά προσπαθώ να περάσω τους προβληματισμούς μου μέσα από μια ιστορία, να φωτίσω μια σκοτεινή πτυχή της ανθρώπινης ύπαρξης, να υπογραμμίσω συμπεριφορές και να βρω τις αιτίες τους. Δεν θέλω να έχει το βιβλίο μου διδακτικό χαρακτήρα, ούτε και ως αναγνώστης δεν θα άντεχα κάτι τέτοιο. Το μόνο που θέλω είναι να εκφράσω τους φόβους μου που είναι ταυτόχρονα φόβοι και άλλων ανθρώπων και να μεταδώσω την έμφυτη αισιοδοξία μου και την αγάπη μου για τη ζωή και τους ανθρώπους. Δεν έχω συγκεκριμένο αναγνωστικό κοινό. Τα βιβλία μου απευθύνονται σε όλους όσοι θέλουν κάτι παραπάνω από ένα απλό ψυχαγωγικό βιβλίο.

16) Θεωρείτε πως η σύγχρονη πραγματικότητα μπορεί να αποτελέσει  πηγή έμπνευσης για ένα συγγραφέα και, ειδικότερα, οι τόσο δύσκολες καταστάσεις που βιώνουμε τελευταία στην πατρίδα μας; Ή μήπως το ζητούμενο από τους αναγνώστες είναι ακριβώς η "φυγή" από αυτήν την ζοφερή πραγματικότητα;

Τα βιβλία δεν είναι μόνο φυγή και παραμυθία. Δεν είναι ο τρόπος να κοιμίσουμε τον νου μας για να μην σκεφτόμαστε τα προβλήματά μας. Το αντίθετο μάλιστα. Είναι  μονοπάτια που μας οδηγούν σε λύσεις γιατί κρατούν τη σκέψη σε εγρήγορση, είναι απαραίτητα όσο η τροφή και ο αέρας. Δίνουν δύναμη να λύσουμε ό,τι λύνεται και να αντέξουμε και να αποδεχτούμε ό,τι είναι δύσκολο να επιλυθεί στο παρόν. Η σύγχρονη πραγματικότητα ασφαλώς και είναι πηγή έμπνευσης κι έτσι πρέπει να είναι. Κάθε εποχή έχει τους προβληματισμούς της κι αυτοί αποτυπώνονται στη λογοτεχνία.

17) Είχατε κάποιους "ενδοιασμούς" όταν αποφασίσατε να δώσετε το πρώτο σας βιβλίο προς έκδοση; Αγωνιούσατε ως προς την αποδοχή που θα τύχαινε από το αναγνωστικό κοινό; Η θεματολογία των περισσοτέρων βιβλίων σας, πιστεύετε πως παίζει τον δικό της ρόλο στην αποδοχή αυτή;

Είχα ενδοιασμούς ως προς το αν είχα κατορθώσει να εκφράσω όλα αυτά που ήθελα να πω μέσα από την ιστορία μου. Τους ίδιους ενδοιασμούς, όμως, τους έχω κάθε φορά και τώρα. Αναρωτιέμαι δηλαδή αν το εκάστοτε βιβλίο μου εκπληρώνει τον σκοπό του, που είναι να επικοινωνήσει με τους αναγνώστες. Μπορώ να πω μάλιστα πως τώρα έχω περισσότερο άγχος, καθώς έχω πια συνειδητοποιήσει την ευθύνη που έχω απέναντι στο αναγνωστικό κοινό που αγάπησε τα προηγούμενα βιβλία μου. Δεν είναι όμως μόνο η θεματολογία που παίζει ρόλο στην αποδοχή. Είναι και ο τρόπος γραφής, η διαχείριση των χαρακτήρων και του χρόνου, η γλώσσα, το στιλ, η κεντρική ιδέα της μυθοπλασίας. Αν κάτι απ’ όλα δεν συγκινήσει τον αναγνώστη, αν δεν μπορεί να ταυτιστεί με τον ήρωα ή αν νιώσει να χάνεται σε μια πλοκή που δεν αντιλαμβάνεται, τότε το βιβλίο έχει ξεφύγει από τον στόχο του.

18) Εσείς, με  την έως τώρα πείρα σας στον χώρο της συγγραφής, τί θα συμβουλεύατε όλους τους νέους επίδοξους συγγραφείς, που ονειρεύονται να δουν κάποτε ένα βιβλίο τους στις προθήκες των βιβλιοπωλείων και, ιδιαίτερα, εν μέσω αυτής της δύσκολης οικονομικής συγκυρίας;

Να μην απογοητεύονται και να συνεχίζουν με επιμονή να γράφουν, να σβήνουν και να ξαναγράφουν. Να ενδιαφέρονται για το καθετί γύρω τους για να έχουν εμπειρίες, να διαβάζουν πολύ και να μάθουν καλά ελληνικά. Η έντιμη προσπάθεια κάποια στιγμή επιβραβεύεται, αν θεωρήσουμε ως επιβράβευση την έκδοση ενός βιβλίου, ξέροντας πως το ζητούμενο είναι η επικοινωνία με το αναγνωστικό κοινό.

19) Κλείνοντας και, αφού σας ευχαριστήσω θερμά για την τιμή της παραχώρησης  αυτής της συνέντευξης, θα ήθελα να σας ευχηθώ ολόψυχα καλή επιτυχία σε όλα σας τα βιβλία αλλά, ειδικότερα, στο νέο  μυθιστόρημά σας «Η Ζωή Απέναντι», και να σας ρωτήσω για τα άμεσα συγγραφικά σας σχέδια. Τί να περιμένουμε από εσάς στο μέλλον;

Κάθε φορά που ένα βιβλίο φεύγει από τα χέρια μου, ένα άλλο γεννιέται μέσα μου και στην οθόνη του υπολογιστή μου. Αυτό συμβαίνει και τώρα. Ένα ακόμα μυθιστόρημα αναπτύσσεται σιγά σιγά, ένα μυθιστόρημα με φόντο την Αθήνα σε δύο διαφορετικές εποχές μέσα στον χρόνο· το τέλος του 19ου αιώνα με αρχές του 20ού και τη σύγχρονη, με όλα τα οικονομικά προβλήματα που μαστίζουν και τις δύο. Έχουμε όμως χρόνο μπροστά μας να μιλήσουμε γι’ αυτό αργότερα. Σας ευχαριστώ πολύ!

Βιογραφία Σοφίας Δημοπούλου:

Σοφία Δημοπούλου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα, η καταγωγή της όμως είναι από τα Λουσικά, ένα χωριό λίγα χιλιόμετρα έξω από την Πάτρα. Σπούδασε στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, στη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στον περιβαλλοντικό σχεδιασμό. Εργάστηκε ως μηχανικός στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: «Lapis lazuli, η πέτρα που λείπει» (2012) και «Άλμα θα πει ψυχή» (2013). Από τις εκδόσεις Μεταίχμιο κυκλοφορούν τα μυθιστορήματά της «Σε Σωστή Ώρα Νυχτώνει» (2014) και «Η Ζωή Απέναντι» (2016).

Περισσότερες πληροφορίες για την συγγραφέα στο επίσημο προφίλ της στο site των εκδόσεων Μεταίχμιο, αλλά και στο προσωπικό της ιστολόγιο, στους ακόλουθους συνδέσμους:

Βιβλιογραφία Σοφίας Δημοπούλου:

«Η ΖΩΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ» (2016)
Εκδόσεις: Μεταίχμιο
Σελίδες: 432
Τιμή: 15,93 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Στη δύσκολη και σκοτεινή περίοδο της χούντας, σε μια λαϊκή γειτονιά της Αθήνας, μεγαλώνει η Δάφνη, μοναχοκόρη ενός συντηρητικού δάσκαλου. Όταν στο υπόγειο διαμέρισμα του σπιτιού της έρχεται μια άλλη οικογένεια, όλα αλλάζουν, όλα όσα θεωρούσε σταθερά στη ζωή της μεταβάλλονται: οι οικογενειακές σχέσεις, οι ιδέες, τα συναισθήματα, τα πρότυπα, το παρόν και το μέλλον.
Μέσα σε μια ατμόσφαιρα καχυποψίας και φόβου, οι πρωταγωνιστές της ιστορίας αγωνίζονται, ερωτεύονται, ενηλικιώνονται, ωριμάζουν, ενώ απ’ το απέναντι σπίτι η γειτόνισσα η Ζωή παρακολουθεί τα πρόσωπα, υφαίνει έναν υπόγειο ιστό και επεμβαίνει ως καταλύτης στην εξέλιξη της ιστορίας.
Έτσι κι αλλιώς η ζωή έχει πάντα την τελευταία λέξη. 

Αθήνα, 2014. Ένα τρακάρισμα θα γίνει η αφορμή να ξαναβρεθούν δυο γυναίκες, η Δάφνη και η Άννα. Κάποτε, σε μια θύελλα γεγονότων, οι ζωές τους είχαν διασταυρωθεί. Η συνάντησή τους θα ξεδιαλύνει γεγονότα που έμειναν για χρόνια ασαφή: οικογενειακά μυστικά έρχονται λίγο λίγο στην επιφάνεια, πολιτικά απόρρητα αποκαλύπτονται, οι αθώοι και οι ένοχοι του παρελθόντος αλλάζουν ρόλους. »

«ΣΕ ΣΩΣΤΗ ΩΡΑ ΝΥΧΤΩΝΕΙ» (2014)
Εκδόσεις: Μεταίχμιο
Σελίδες: 512
Τιμή: 14,88 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Πάτρα, 1889. Δύο οικογένειες, δύο γυναίκες αντιμέτωπες με τη Μοίρα τους και την Ιστορία.
Η οικογένεια του σταφιδέμπορου Καραμάνου υποδέχεται με χαρά το νέο, υιοθετημένο μέλος της. Η όμορφη Χρυσάνθη Καραμάνου και η παραμάνα φροντίζουν το μωρό με λατρεία. Όμως γρήγορα οι καιροί δυσκολεύουν. Οι καλές εποχές τελειώνουν· το εμπόριο της σταφίδας παρακμάζει· τα πριμαρόλια μένουν δεμένα στο λιμάνι· οι κυβερνήσεις, η μια μετά την άλλη, πέφτουν· οι ταραχές δεν έχουν τέλος· ο θάνατος της Χρυσάνθης βυθίζει την οικογένεια στο πένθος...
Σ’ ένα χωριό λίγο έξω από την Πάτρα, η Μυγδαλιά και η οικογένειά της πασχίζουν να επιβιώσουν, καθώς η σταφίδα στην οποία στηρίζονται μένει στα αζήτητα. Θα δανειστούν από έναν τοκογλύφο, μα δεν θα μπορέσουν να ξεπληρώσουν το δάνειο, κι η ζωή τους θα αλλάξει ριζικά. Ενώ η αδελφή της Μυγδαλιάς, αποκομμένη από την οικογένεια εξαιτίας ενός νεανικού παραστρατήματος, θα παντρευτεί έναν άνθρωπο σκοτεινό κι αμφιλεγόμενο, και θα μπει σε έναν άλλο κόσμο — έναν κόσμο με τον οποίο η Μυγδαλιά έχει ήδη συγκρουστεί.
Το πέρασμα του χρόνου φέρνει στην επιφάνεια μυστικά καθώς οι δύο οικογένειες άλλοτε συγκλίνουν κι άλλοτε αποκλίνουν στον ανελέητο χορό της μοίρας. Την τελική έκβαση της ιστορίας τους θα αποφασίσει η ζωή, έτσι όπως μόνο εκείνη ξέρει να αποφασίζει για τις ιστορίες των ανθρώπων — και πάντα στη σωστή ώρα, ούτε λεπτό νωρίτερα.»

«ΑΛΜΑ ΘΑ ΠΕΙ ΨΥΧΗ» (2013)
Εκδόσεις: Ωκεανός
Σελίδες: 384

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Η Ισμήνη, μ' έναν παράξενο, μοιραίο τρόπο, θα γνωρίσει τον Μύρωνα, έναν εντυπωσιακό νέο που η εικόνα του θα αποτυπωθεί στην ψυχή της και θα την στοιχειώσει μ' έναν περίεργο τρόπο. Δεν ήταν παρά μία φορά που τον είδε, κι όμως κάτι αόρατο τους συνέδεσε...
Η γνωριμία της με τον δίδυμο αδελφό του, τον Στέφανο, θα γίνει στην ουσία το μέσον για να προσεγγίσει την προσωπικότητα αυτού του άνδρα που κρύβει ένα μυστικό. Ένα μυστικό που τον οδήγησε στην αυτοχειρία. Μέσα από κάποια κείμενα, η Ισμήνη κι ο Στέφανος θα προσπαθήσουν να λύσουν το μυστήριο της άγνωστης καλλονής που πέρασε από τη ζωή του Μύρωνα...
Πού θα οδηγήσει αυτή η αναζήτηση; Τί είναι αυτό το παράξενο δέσιμο ανάμεσα στην κοπέλα και στα δυο αδέλφια;»






«LAPIS LAZULI – Η Πέτρα που Λείπει» (2012)
Εκδόσεις: Ιωλκός
Σελίδες: 368

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Η Μάρω και η Κλαίρη, δυο γυναίκες που έζησαν σε διαφορετικές εποχές, φτάνουν στα όρια του εαυτού τους μέσα από αντίστοιχες εξωσυζυγικές σχέσεις.
Δυο γυναίκες, δυο ιστορίες, δυο διαφορετικές εποχές, συνδέονται με ένα μεταβατικό αντικείμενο, ένα βραχιόλι που ταξιδεύει στο χρόνο με μια έλλειψη: μια πέτρα που του λείπει, το lapis lazouli (λάπις λάζουλι).
Το ερωτικό παιχνίδι, το πάθος, η συζυγική πίστη μεταβάλλονται ανάλογα με το χρονικό πλαίσιο της κάθε εποχής και τα πρόσωπα που περιβάλλουν τις δυο γυναίκες. Φιλίες που δοκιμάζονται, σχέσεις που κλυδωνίζονται. Άλλες μένουν σταθερές, ακλόνητες, άλλες σαρώνονται και διαλύονται με τραγικό τρόπο. Δυο ιστορίες ίδιες στο βάθος, με διαφορετική όμως εξέλιξη ανάλογα με την εποχή που διαδραματίζονται. Πόσο η εποχή και οι αντιλήψεις της επηρεάζουν την εξέλιξη της κάθε ιστορίας; Πόσο οι άνθρωποι αλλάζουν με τον καιρό;
Η Μάρω μεταβιβάζει στην εγγονή της την Κλαίρη, όχι μόνο τα γονίδια της, αλλά και τη συναισθηματική της "μοίρα" μέσω του βραχιολιού που της χαρίζει. Η αντικατάσταση της χαμένης του πέτρας θα σημάνει και το κλείσιμο του κύκλου της ιστορίας των δυο γυναικών.
Ένα μυθιστόρημα για τη φιλία, τον έρωτα και τη συγχώρεση. Ένα βιβλίο για τις απώλειες και για ό,τι αξίζει στη ζωή να κρατηθεί για πάντα.»

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2016

«ΟΙ ΑΝΥΦΑΝΤΡΕΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ», της Τάνιας Θεοδοσίου – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

«ΟΙ ΑΝΥΦΑΝΤΡΕΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ», της Τάνιας Θεοδοσίου – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη
Εκδόσεις: Ίαμβος
Σελίδες: 760
Τιμή: 15,30 €

            Οι περισσότεροι φιλαναγνώστες έχουν διαβάσει κάποια στιγμή στη ζωή τους τα κλασσικά ρομαντικά αριστουργήματα συγγραφέων όπως οι αδερφές Μπροντέ, η Τζέϊν Όστεν και τόσοι άλλοι, λογοτεχνικά έργα τα οποία θυμούνται σε όλη τους τη ζωή και τα θεωρούν ανεπανάληπτα. Οι εποχές όμως αλλάζουν, το ίδιο και η λογοτεχνία και ο ρομαντισμός χάνεται σιγά αλλά σταθερά από τη ζωή μας. Όταν λοιπόν μια συγγραφέας, και μάλιστα Ελληνίδα, με αξιόλογο συγγραφικό έργο όπως η αγαπητή Τάνια Θεοδοσίου, αποφασίζει να γράψει ένα ρομαντικό μυθιστόρημα στο στυλ αυτών των παλιών, αγαπημένων έργων, τότε οφείλουμε να της το αναγνωρίσουμε και να το καλωσορίσουμε στη ζωή μας ως έναν μικρό αλλά ουσιαστικό "εξορκισμό" της πεζής και δίχως ίχνος ρομαντισμού πραγματικότητάς μας.
Το νέο βιβλίο της συγγραφέως με τίτλο «Οι Ανυφάντρες Της Μοναξιάς» είναι ένα υπέροχο, συναρπαστικό, ρομαντικό μυθιστόρημα που τοποθετείται χρονικά στο τέλος του  18ου και αρχές του 19ου αιώνα στην Αγγλία και, συγκεκριμένα, στο Λονδίνο και τα περίχωρά του. Η συγγραφέας κατορθώνει να αναπαραστήσει με μεγάλη πειστικότητα το κλίμα και την ατμόσφαιρα της Γεωργιανής εποχής στη Μεγάλη Βρετανία. Πανέμορφες επαύλεις, επιβλητικά κάστρα, ανοιχτά καταπράσινα, ευωδιαστά ή κάτασπρα από το χιόνι και τον πάγο λιβάδια, σκοτεινοί και απειλητικοί στενωποί στο ασφυκτικά πυκνοκατοικημένο και γεμάτο κινδύνους Λονδίνο, δρόμοι που αχνοφαίνονται στην ομίχλη καθώς οι άμαξες προσπαθούν να τους διασχίσουν με βιασύνη, τεράστια τζάκια γεμάτα θαλπωρή και εντυπωσιακές βιβλιοθήκες από τοίχο σε τοίχο μέσα σε παγερές πέτρινες αίθουσες, κήποι γεμάτοι με όλων των ειδών την βλάστηση και θερμοκήπια με κάθε είδους τροπικό φυτό μέσα στο παγωμένο και υγρό κλίμα της Αγγλίας. Πέρα όμως από αυτή την εντυπωσιακή αναβίωση μιας εποχής και κουλτούρας τόσο μακρινής προς την σύγχρονή μας, η Τάνια Θεοδοσίου "υφαίνει" μία καθηλωτική ιστορία με αμέτρητους χαρακτήρες, τόσο καλά σκιαγραφημένους που ο αναγνώστης νομίζει πραγματικά πως παρακολουθεί ένα καλοσκηνοθετημένο κινηματογραφικό έργο.
Η κεντρική ηρωίδα μας είναι η πανέμορφη, νεαρή Λαβίνια, γόνος πλούσιας και αριστοκρατικής οικογένειας, η οποία μεγαλώνει μέσα στην έπαυλη του οίκου των Χάρβισαμ προστατευμένη από την αγάπη και την φροντίδα του πατέρα της Τζόναθαν και της μητέρας της Εριέττας, αλλά και την λατρεία των μικρότερων αδερφών της. Τίποτα δε φαίνεται να σκιάζει το μέλλον της ανυποψίαστης Λαβίνιας, που προοιωνίζεται στρωμένο με ροδοπέταλα, μέχρι τη στιγμή που αποκαλύπτεται ένα καλά αποσιωπημένο μυστικό το οποίο ανατρέπει όλη την ζωή της, βάζοντας σε μεγάλη δοκιμασία τα ίδια της τα συναισθήματα για όλους όσους αποτελούσαν έως τότε τον μικρό κόσμο της. Κάμποσα χρόνια πριν ένας ευγενής κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε για το φόνο ενός φίλου του, χάνοντας την ίδια την ζωή του πάνω στο ικρίωμα, αλλά ταυτόχρονα στιγματίζοντας ανεπανόρθωτα και την ίδια την οικογένειά του. Κανείς δεν μπορεί να υποψιαστεί την αλήθεια πίσω από εκείνο το καλοστημένο έγκλημα, αλλά και τον τρόπο που αυτό το γεγονός και ο "απόηχός" του θα επηρεάσει αμετάκλητα την ζωή και την πορεία της νεαρής Λαβίνιας, της οποίας οι απεγνωσμένες κινήσεις θα την οδηγήσουν στο Νόρθλαντ Χάουζ του Κόμη Λάνσαϊρ με απρόβλεπτες για την ίδια συνέπειες.
Η συγγραφέας χτίζει λιθαράκι λιθαράκι ένα υπέροχο, εντυπωσιακό μωσαϊκό χαρακτήρων, σχέσεων, γεγονότων και μυστηρίου το οποίο αποκαλύπτεται σταδιακά κρατώντας τον αναγνώστη σε ένταση και αγωνία μέχρι το τέλος. Η πλοκή είναι τόσο καλοστημένη και καλοδουλεμένη ώστε δεν είναι εύκολο να μαντέψει κανείς την εξέλιξη, ενώ οι ήρωες μας αποκαλύπτουν ένα ένα τα καλά κρυμμένα μυστικά τους τα οποία έχει σκεπάσει η λήθη του χρόνου, χωρίς όμως ποτέ να τα σβήσει. Τα θύματα του παρελθόντος που αδικήθηκαν ζητούν δικαίωση και οι ήρωες του παρόντος πρέπει να ξεπεράσουν τις προκαταλήψεις και τα καλά ριζωμένα μίση τους ώστε να επιτραπεί η αποκατάσταση της αλήθειας και να επέλθει η εξιλέωση. Και μέσα σε όλο αυτόν τον κυκεώνα συναισθημάτων και γεγονότων ένας νέος ανέλπιστος έρωτας γεννιέται, που στην αρχή μοιάζει με μικρή φλογίτσα που τρεμοσβήνει αβέβαιη αν θα μπορέσει να παραμείνει ζωντανή, μέχρι που αυτή θα φουντώσει και θα παρασύρει τα ανυποψίαστα θύματα στην φωτιά της.
«Οι Ανυφάντρες Της Μοναξιάς» είναι ένα μυθιστόρημα συναρπαστικό που θα μείνει χαραγμένο στο μυαλό σας για την υπέροχη πλοκή του, τους ολοζώντανους, αξιομνημόνευτους χαρακτήρες του, τις παραστατικότατες περιγραφές μιας εποχής και μιας χώρας τόσο μακρινής αλλά και τόσο σαγηνευτικής και, τέλος, για εκείνο το ανεξίτηλο "άρωμα" του ρομαντισμού της παλιάς, καλής λογοτεχνίας που τόσο λείπει από την ζωή μας σήμερα. Πολλά και θερμά συγχαρητήρια στην αγαπητή Τάνια Θεοδοσίου για το νέο της πόνημα, ένα βιβλίο που σας συστήνω ανεπιφύλακτα να διαβάσετε, Φίλοι μου!

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Στενά ανέτειλε ο ήλιος της ζωής της Λαβίνια. Από πολύ νωρίς γεύτηκε τη μίζερη επίδραση της μοίρας. Πάνω στην εφηβεία, βρέθηκε αυτοεξόριστη σε μια πόλη άξενη, όταν το ψέμα κάηκε, κάτω από το εκτυφλωτικό φως της αλήθειας! Ένα ψέμα ολέθριο, που το κουβαλούσε σαν μόνη αποσκευή, στο ταξίδι της ξενιτιάς της, με τη μοναξιά να στήνει τον ιστό της, γύρω από τη ζωή και τα όνειρά της.

Μόλις, όμως, άρχισε να συνηθίζει την καινούργια πραγματικότητα, βρέθηκε ξανά παγιδευμένη από τη μοίρα. Κάποιοι την επιφόρτισαν να παραδώσει εν αγνοία της, ένα επικίνδυνο πακέτο στο Νόρθλαντ Χάους, στα χέρια του Κόντε Λάνσαϊρ, που όμως, ήταν άρρηκτα δεμένο με ένα ένοχο παρελθόν. Στη συνέχεια, έμεινε αιχμάλωτη του γιου του Κόντε, που δεν πίστεψε στην αθωότητά της.

Τι να κρυβόταν πίσω απ αυτήν την αιχμαλωσία της άραγε; Ήταν το βαρύ παρελθόν που κουβαλούσε; Ήταν η ανάγκη να βρεθεί οπωσδήποτε κάποιος ένοχος; Ήταν το μίσος που σαν ίσκιος πλανιόταν παντού ολόγυρα; Ή μήπως ήταν ο έρωτας που γύρευε άλλοθι κι εκείνη έμενε ολομόναχη, δεμένη στο πυκνό δίχτυ που της είχαν πλέξει γύρω της σφιχτά, οι ανυφάντρες της μοναξιάς;»

Τρίτη 12 Ιουλίου 2016

Συνέντευξη με τον ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΠΑΤΣΙΟΥΛΑ - Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

Δημήτρης Μπατσιούλας
            Θεωρώ εξαιρετική τιμή για μένα και το ιστολόγιό μου την παρούσα παραχώρηση συνέντευξης από τον αγαπητό κ. Δημήτρη Μπατσιούλα, έναν άνθρωπο που διέπρεψε με τις σπουδές και την στρατιωτική και επαγγελματική καριέρα του στην Ελλάδα και το εξωτερικό, αλλά και έναν συγγραφέα με αξιοσημείωτη και ποιοτική πορεία στον στίβο της ελληνικής λογοτεχνίας και, ειδικότερα, στον χώρο του απαιτητικού ιστορικού μυθιστορήματος. Ιδιαίτερη, δε, χαρά μου προκαλεί το γεγονός ότι έχουμε μία κοινή, συναδελφική "θητεία" ως φοιτητές στα ιδιαίτερα δύσκολα και απαιτητικά έδρανα της ΑΣΟΕΕ, καθώς – ακόμα και αν τα χρόνια φοίτησής μας δεν συνέπεσαν – η "συμφοιτητική αλληλεγγύη" και τα παρόμοια βιώματα αποτελούν σημαντικότατα κοινά στοιχεία.
Τον ευχαριστώ θερμά για το χρόνο που διέθεσε για να απαντήσει στο ερωτηματολόγιο των «Φίλων Της Λογοτεχνίας», του εύχομαι καλή επιτυχία σε κάθε πόνημά του που έχει ήδη εκδοθεί ή πρόκειται να εκδοθεί και σας προσκαλώ να διαβάσετε τις απαντήσεις του ώστε να γνωρίσετε κι εσείς λίγο καλύτερα τον εξαίρετο συγγραφέα κ. Δημήτρη Μπατσιούλα!

1) Αγαπητέ κ. Μπατσιούλα, μας έχετε ήδη χαρίσει τέσσερα εξαιρετικά έργα σας, με τα βιβλία σας να απαριθμούν τρία ιστορικά μυθιστορήματα και ένα βιβλίο λαογραφίας.  Ποιό ήταν το έναυσμα για την ενασχόλησή σας με τον κόσμο της λογοτεχνίας και το αντικείμενο της συγγραφής;

Αγαπητή κυρία Τσαλαπάτη,
Κατ' αρχάς θα ήθελα να σας ευχαριστήσω που ασχολείστε μαζί μου. Το ότι  εκφράζεστε τόσο κολακευτικά για τα βιβλία μου, μου δίνει ιδιαίτερη χαρά.
Ποιό ήταν το έναυσμα μου για την ενασχόληση με τον κόσμο της λογοτεχνίας; Ίσως να είναι ένα από τα πιο παράδοξα. Το 1964 αποφοίτησα από το γυμνάσιο του χωριού μου, του Χρυσού Σερρών, και πήρα μέρος στις εξετάσεις για το πανεπιστήμιο, το Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς. Έτσι γινόταν τότε. Περιμένοντας τα αποτελέσματα των εξετάσεων μαζί με τους φίλους μου και συμμαθητές μου ( που ακόμα συνδεόμαστε μ' εκείνη τη φιλία), κάναμε "ότι να ‘ναι" στο χωριό για να περνάμε τον καιρό μας. Τότε με φώναξε στο σπίτι του ένας από τους δασκάλους που είχα στο δημοτικό, ο Πασχάλης Παππούδας, που αργότερα έγινε και ιερέας και μού ‘δωκε να διαβάσω το βιβλίο του Ντοστογιέφσκι «Έγκλημα και Τιμωρία», για να μη "κοπροσκυλιάζω" στους δρόμους ,όπως μ' είπε. Ήταν το πρώτο μη σχολικό βιβλίο πού ‘πεφτε στα χέρια μου. Μέχρι τότε δεν είχα διαβάσει τίποτα άλλο εκτός από τα σχολικά βιβλία, διότι για  λόγους καθαρά οικονομικούς δε μπορούσα ούτε να προσεγγίσω εξωσχολικά βιβλία. Διαβάζοντας το «Έγκλημα και Τιμωρία» είπα –συγχωρέστε μου την νεανική έπαρση–  "Κι' εγώ μπορώ να γράψω έτσι". Κι' αρχίνησα.

2) Από πού αντλείτε την έμπνευση για κάθε έργο σας και κάθε χαρακτήρα και πόσο δύσκολο είναι να  συγκεντρώσετε τις απαραίτητες πληροφορίες, όταν αυτές απαιτούνται, ώστε να συνδυάσετε τυχόν ιστορικά γεγονότα, τόπους και μυθοπλασία στα βιβλία σας;

Γεννήθηκα και μεγάλωσα την εποχή που οι εξωτερικές επιδράσεις ήταν ανύπαρκτες, για να μη πω ότι μερικές, όπως αυτές από την τηλεόραση, δεν ήταν ούτε καν στη σφαίρα της φαντασίας,  χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα στα σπίτια μέχρι τα μισά της δεκαετίας του 1950. Παρά τις δυσκολίες της, όμως, αυτή η εποχή είχε και μια ευλογημένη πλευρά. Ο κόσμος μιλούσε, συζητούσε, διηγούνταν. Οι γυναίκες μαζεύονταν στις γειτονιές, οι άνδρες στα καφενεία και στις γιορτές. Κι' εγώ άκουγα και μάθαινα. Μερικές φορές κακολογώ τον εαυτό μου που "άφησα και πέθαναν" μερικοί άνθρωποι που από τις διηγήσεις τους και τα στοιχεία τους θα μπορούσα να γράψω άλλα τόσα βιβλία. Κι έτσι, όταν αρχίνησα να γράφω, δεν είχα παρά να συνδυάσω αυτά που άκουσα και έμαθα, να τα διασταυρώσω και με άλλες πηγές και να επαληθεύσω τα ιστορικά γεγονότα με τα επίσημα ιστορικά στοιχεία.

3) Συνήθως, οι περισσότεροι συγγραφείς είτε έχουν σπουδάσει κάποιο αντικείμενο, είτε ασκούν ως επάγγελμα κάτι εντελώς διαφορετικό από την συγγραφική τους ιδιότητα, αλλά και τις σπουδές τους. Θα θέλατε να μας μιλήσετε σχετικά με αυτό και να μας πείτε πόσο αρμονικός είναι ο συνδυασμός όλων αυτών και κατά πόσο αλληλοεπηρεάζονται οι επιμέρους ιδιότητές σας;

Δεν έχω μπερδέψει ποτέ την εργασία μου με οτιδήποτε άλλο. Φεύγοντας από τη δουλειά μου την "κλείδωνα" στο γραφείο, δεν πήρα ποτέ δουλειά στο σπίτι κι όταν καμιά φορά μ' έπαιρναν από την υπηρεσία τηλέφωνο στο σπίτι για να με ρωτήσουν για κάποιο θέμα, θα ‘λεγα ότι δυσκολευόμουνα να απαντήσω. Το πρωί όταν ξεκινούσα για τη δουλειά ήταν σαν να άνοιγαν τα λογικά μου. Το αντίστοιχο συνέβαινε και συμβαίνει με το γράψιμο.

4) Έχετε συμπεριλάβει ποτέ στα βιβλία σας κάποια προσωπικά σας βιώματα; Πόσο εύκολο, ή επώδυνο ήταν αυτό και πόσο εφικτή ήταν η αντικειμενική προσέγγισή τους συγγραφικά;

Πιστεύω ότι δεν έχω συμπεριλάβει στα βιβλία μου προσωπικά βιώματα, ειδικά στα ιστορικά μυθιστορήματα όπου έπρεπε να σταθώ "απ' έξω", γιατί αλλιώς θα χανόταν η αντικειμενικότητα των γεγονότων. Ο πατέρας μου και οι φίλοι του υπηρέτησαν σχεδόν πέντε χρόνια στρατιώτες στον Ελληνικό Στρατό κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο και, επειδή μέχρι τότε δεν είχαν βγει παραέξω από το χωριό για να έχουν και άλλες εμπειρίες και παραστάσεις, μέρα και νύχτα ολοχρονίς για τα γεγονότα εκείνα μιλούσαν. Θα ‘λεγα ότι μεγάλωσα με "αντικομουνιστικές ενέσεις". Επομένως, αν ήθελα να αποδώσω κατά το μέγιστο την αντικειμενικότητα των γεγονότων εκείνων, έπρεπε να σταθώ "απ' έξω" και να ακούσω το ίδιο προσεκτικά και τις δύο πλευρές με καθαρή ουδετερότητα.

5) Στα βιβλία σας έχετε καταπιαστεί με πολλά και διαφορετικά θέματα, ενώ στα έργα σας κυρίαρχο ρόλο παίζει η ιστορική πραγματικότητα. Θεωρείτε, ίσως, ότι η Ιστορία αποτελεί μια σημαντική "πηγή ιδεών" για έναν συγγραφέα;

Για μένα η Ιστορία είναι το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του κάθε λαού. Η γραπτή Ιστορία, με την προϋπόθεση βέβαια ότι δεν επηρεάζεται από διάφορα παράξενα κέντρα εξουσίας για να στρογγυλεύει τις γωνίες και να μη λέει την αλήθεια, όπως πολύ φοβούμαι ότι συμβαίνει τα τελευταία χρόνια με τα σχολικά βιβλία, αλλά και η Ιστορία που μεταφέρεται από γενιά σε γενιά με τον προφορικό λόγο και τις διηγήσεις, είναι η παρακαταθήκη των λαών. Θέλω να πιστεύω ότι γεγονότα που συνέβησαν σε χρόνους απροσδιόριστους μεταφέρθηκαν από γενιά σε γενιά με τις διηγήσεις, τους μύθους κι' έφτασαν μέχρι την Ιστορία.  

6) Πιστεύετε πως το επιστημονικό υπόβαθρο είναι απαραίτητο για τη συγγραφή ενός βιβλίου, ή αρκεί το έμφυτο συγγραφικό ταλέντο, η φαντασία και οι εμπειρίες του συγγραφέα;

Άποψη μου είναι ότι το "γράψιμο" είναι χάρισμα που το δίνει στον άνθρωπο αυτός που έχει την εξουσία να το δίνει. Χρειάζεται κάποιο επιστημονικό υπόβαθρο για να γραφτεί ένα βιβλίο, αλλά μη ξεχνάμε ότι άνθρωποι που ήξεραν πολύ λίγα γράμματα έγραψαν αριστουργήματα, όπως ο Μακρυγιάννης.

7) Υπάρχει κάποιο μοτίβο ως προς το πότε σας "επισκέπτεται" η συγγραφική σας  έμπνευση; Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ώρα, διάθεση, ή τόπος ίσως, που να σας προδιαθέτει να γράψετε, ή είναι κάτι που "ρέει" αβίαστα από μέσα σας συνέχεια;

Όχι, δεν έχω τέτοια προβλήματα, ότι δηλαδή ξαφνικά μού ‘ρθε η έμπνευση, τα παρατάω όλα, ξυπνώ τη νύχτα κ.λ.π. για να  καθίσω και να γράψω. Γράφω σε οποιαδήποτε κανονική ώρα, σε οποιοδήποτε τόπο, ακόμα και με την τηλεόραση ανοιχτή απέναντί μου. Προτού να ξεκινήσω ένα βιβλίο, το γράφω στο μυαλό μου, φτάνω στο τέλος κι ύστερα είναι σα να κάνω αντιγραφή. Συμβαίνει να μη γράψω για διάφορους λόγους για μεγάλο χρονικό διάστημα, αν όμως ξανακαθίσω είναι σα να μη είχα σταματήσει ποτέ.

8) Όταν ολοκληρώνετε ένα νέο μυθιστόρημά σας αρκείστε στη δική σας μόνο γνώμη και αξιολόγηση, πριν προχωρήσετε στην έκδοσή του, ή αναζητάτε πρώτα την άποψη κάποιου οικείου σας προσώπου του οποίου την κρίση εμπιστεύεστε;

Έχω τη γυναίκα μου, τη Λένκα, που διαβάζει και κριτικάρει ένα-ένα κεφάλαιο. Είναι σα να συγγράφουμε μαζί. Από κει και μετά επαφίεμαι στον εκδότη.

9) Από τα βιβλία σας  υπάρχει κάποιο το οποίο ξεχωρίζετε, στο οποίο ίσως έχετε μεγαλύτερη αδυναμία και γιατί; Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για το κάθε έργο σας και, γιατί όχι, την ιστορία "πίσω από την ιστορία" του καθενός;

Όχι δεν ξεχωρίζω τα βιβλία μου. Τα θεωρώ όλα τα ίδια. Και η "ιστορία πίσω από την ιστορία" για το καθένα από αυτά:
«ΤΑ ΝΤΟΥΡΝΤΟΥΒΑΚΙΑ»: Για αρκετούς χειμώνες ο φίλος του πατέρα μου Γιάννης Θαλάσσης δούλευε στο σπίτι μας στο παστάλιασμα του καπνού μεροκάματο. Αυτόν τον είχαν πάρει οι Βούλγαροι στα ΝΤΟΥΡΝΤΟΥΒΑΚΙΑ.  Ονόματα, τοποθεσίες, γεγονότα. Προσέγγισα δυο τρία από αυτά τα ονόματα και τους ζήτησα επί πλέον πληροφορίες. Κι ενώ μέχρι τότε τους άκουγα να τα διηγιούνται, μόλις άκουσαν ότι θα γράψω βιβλίο, "κουμπώθηκαν". Οπότε άλλαξα τακτική. Τους παρέσερνα σε διηγήσεις και τότε έλεγαν όσα θα τους ρωτούσα. Ο  Γιάννης Θαλάσσης, μετά τα ΝΤΟΥΡΝΤΟΥΒΑΚΙΑ, επιστρατεύτηκε σαν στρατιώτης και πήρε μέρος σε όλο τον Εμφύλιο Πόλεμο, μαζί με τον πατέρα μου και από τις διηγήσεις τους έγραψα το τμήμα του «ΚΑΠΕΤΑΝ ΠΑΡΑΛΗ» που αναφέρεται στον Ελληνικό Στρατό.
«Ο ΔΙΣΤΙΧΗΖΜΕΝΟΣ ΚΟΜΟΝΙΣΤΗΣ»: Ο πρωταγωνιστής του βιβλίου, ο Γιώργος Τούμπαλης, ήταν αδελφός της γιαγιάς μου από τη μεριά της μητέρας μου. Με τα καμώματά του μεγάλωσα. Όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο αντιμετώπισα και αντιμετωπίζω ακόμα προβλήματα από συγγενείς μερικών που αναφέρονται στο βιβλίο. «Γιατί και ποιός σού ‘δωκε το δικαίωμα να γράψεις αυτά που γράφεις για τον πατέρα μου» και κάτι τέτοια.
«Ο ΚΑΠΕΤΑΝ ΠΑΡΑΛΗΣ»: Όσοι μ' έβλεπαν να συναναστρέφομαι τον Καπετάν Παραλή, με κατηγορούσαν λέγοντας τι δουλειά έχεις με αυτό το παρτάλι και δεν του πρέπει να  του γράψεις και βιβλίο.
«Η ΤΟΠΟΛΙΑΝΗ ΣΤΟ ΔΙΑΒΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ»: Ήταν το χρέος μου προς το χωριό μου.

10) Ο συγγραφέας  Δημήτρης Μπατσιούλας  βρίσκει το χρόνο να διαβάζει και για δική του ευχαρίστηση και όχι μόνο για έρευνα πάνω σε κάποιο μελλοντικό βιβλίο του; Εφόσον συμβαίνει αυτό, ποιό είδος λογοτεχνίας προτιμάτε περισσότερο ως αναγνώστης και γιατί;

Ο συγγραφέας Δημήτρης Μπατσιούλας διαβάζει τα πάντα και παντού. Θα ‘λεγα ότι στις προτεραιότητες μου είναι τα ιστορικά βιβλία - μυθιστορήματα, τα κοινωνικοοικονομικά και τελευταία έρχονται τα αγαπησιάρικα. Τα διαβάζω κι αυτά και τα τελειώνω. Το μοναδικό βιβλίο που δεν τέλειωσα και το άφησα από τη σελίδα 80 του πρώτου τεύχους της τριλογίας ήταν "οι πενήντα αποχρώσεις του γκρι", γιατί δε μπορούσα να φανταστώ ότι είναι δυνατό να γίνονται και κάτι τέτοια.

11) Ποιά είναι τα αγαπημένα σας βιβλία και συγγραφείς; Θεωρείτε ότι έχετε δεχθεί επιρροές από κάποιους ομότεχνούς σας, έλληνες ή ξένους, σύγχρονους ή κλασσικούς, στο δικό σας τρόπο γραφής, ύφους ή θεματολογίας;

Όπως ανέφερα και παραπάνω, τα αγαπημένα μου βιβλία είναι τα ιστορικά και τα μυθιστορήματα που στηρίζονται στην ιστορία. Δεν μπορώ να υποστηρίξω ότι το συγγραφικό μου χάρισμα είναι ερμητικά κλεισμένο και δεν επηρεάζεται από τα τεκταινόμενα στο χώρο της συγγραφής.

12) Από την ελληνική και παγκόσμια λογοτεχνία υπάρχει κάποιο βιβλίο το οποίο έχετε λατρέψει,  το οποίο "ζηλεύετε" ως λογοτεχνικό έργο και θα θέλατε, ή ονειρεύεστε να έχετε συγγράψει εσείς;

Φοβούμαι ότι αν επιλέξω κάποιο ή κάποια βιβλία θα αδικήσω άλλα τόσα ή και περισσότερα.

13) Πιστεύετε πως ο συγγραφέας πρέπει να ταξιδεύει ώστε να έχει κάποια βιώματα από τις χώρες και τις τοποθεσίες τις οποίες, τυχόν, περιγράφει στα βιβλία του και πόσο εφικτό είναι αυτό στην πράξη κατά τη γνώμη σας; Είναι απαραίτητο κάτι τέτοιο, απλά και μόνο, για την "διεύρυνση των οριζόντων" του;

Πιστεύω ότι ο συγγραφέας πρέπει να επισκέπτεται τα μέρη στα οποία διαδραματίζεται το έργο του για να είναι κατ' αρχήν σωστή η περιγραφή του. Και, επί πλέον, ότι και κάτι παραπάνω θα μάθει συζητώντας με τους κατοίκους της περιοχής, όπως συνέβη και με μένα και στα τρία ιστορικά μυθιστορήματα μου.

14) Θεωρείτε ότι ο συγγραφέας θα πρέπει να ασχολείται με διαφορετικά είδη λογοτεχνίας και να "πειραματίζεται" θεματολογικά, ρισκάροντας το υπάρχον αναγνωστικό του κοινό, ή θα όφειλε να εμμένει στο είδος που τον έχει καθιερώσει;

Εξαρτάται από την "εξειδίκευση" του συγγραφέα. Ένας επιστήμονας, λόγου χάρη, δε νομίζω να μπορεί να ξεκολλήσει από το αντικείμενο του. Ενώ ένας "ελεύθερος" συγγραφέας μπορεί και πρέπει να ασχολείται με πολλά αντικείμενα. Φτάνει μετά από το τελείωμα του κάθε του βιβλίου να "γιομίζει" ξανά το μυαλό του. Γιατί το λέω αυτό; Όταν τέλειωσα το πρώτο μου βιβλίο, «ΤΑ ΝΤΟΥΡΝΤΟΥΒΑΚΙΑ», θυμάμαι είπα στη γυναίκα μου ότι "άδειασε" το μυαλό μου και δεν ξέρω αν θα μπορέσω να γράψω άλλο βιβλίο, γιατί νόμιζα ό,τι ήταν να πω το είπα, ό,τι μηνύματα ήθελα να περάσω προς τα έξω τα πέρασα.  Κι όμως έγραψα άλλα τέσσερα βιβλία (το πέμπτο στη σειρά παραμένει ακόμη ανέκδοτο γιατί τα παιδιά του κεντρικού ήρωα διστάζουν να εκδοθεί) και συνεχίζω να γράφω.

15) Πιστεύετε πως οι συγγραφείς οφείλουν να προβληματίζουν τους αναγνώστες "κεντρίζοντας" τη σκέψη τους, ή ο σκοπός των βιβλίων τους θα έπρεπε να είναι καθαρά και μόνο ψυχαγωγικός; Εσείς, ποιά μηνύματα επιδιώκετε να "περάσετε" στους αναγνώστες σας και σε ποιό είδος αναγνωστικού κοινού, συνήθως, απευθύνεστε μέσα από το συγγραφικό έργο σας;

Σ' αυτό σας το ερώτημα περιλαμβάνεται όλη η φιλοσοφία της συγγραφής. Γιατί γράφει κάποιος ένα βιβλίο; Για δικιά του ευχαρίστηση, για να περάσει αυτά που πιστεύει στους άλλους  και να τους φέρει προς τη μεριά του ή να τους προβληματίσει, να τους υποκινήσει να μπουν έστω και ασυνείδητα στο ρόλο και στη μορφή των ηρώων του; Είναι ερωτήματα που εγώ τουλάχιστον δεν μπορώ ακόμα να απαντήσω. Τότε θα μου πείτε γιατί γράφεις; Και πάλι δεν μπορώ να απαντήσω. 

16) Θεωρείτε πως η σύγχρονη πραγματικότητα μπορεί να αποτελέσει  πηγή έμπνευσης για ένα συγγραφέα και, ειδικότερα, οι τόσο δύσκολες καταστάσεις που βιώνουμε τελευταία στην πατρίδα μας; Ή μήπως το ζητούμενο από τους αναγνώστες είναι ακριβώς η "φυγή" από αυτήν την ζοφερή πραγματικότητα;

Όλες οι εποχές έχουν τη δικιά τους ξεχωριστή πραγματικότητα. Η ζοφερή κατάσταση που βιώνουμε τελευταία στην πατρίδα μας, με γυρίζει πίσω στις δεκαετίες του 1950 και 1960 που μας παράδερνε η φτώχεια, η ανέχεια και η πείνα, με αποτέλεσμα ο κόσμος να αφήνει τα χωριά του και να φεύγει προς τις πόλεις και στο εξωτερικό. Οι συγγραφείς, οι καλλιτέχνες, οι σκηνοθέτες της εποχής εκείνης , έχουν περιγράψει τις συνθήκες εκείνες με έναν ανεπανάληπτο τρόπο. Θα ήταν ευχής έργο να γίνει και τώρα κάτι τέτοιο. Όμως, τότε γράφτηκαν για το ψωμί που έλειπε, για τα μπαλωμένα ρούχα, για το ένα ζευγάρι παπούτσια που είχε το σπίτι και να το φορούν τα παλικάρια εναλλάξ όταν πήγαιναν να κοινωνήσουν, για τους γιατρούς που δεν υπήρχαν και όλα τα έκανε η μαμή. Τώρα γκρινιάζουμε γιατί χάσαμε, έστω οι πιο πολλοί, αυτά που δε μπορούσαμε να φανταστούμε ότι θα αποκτήσουμε. Και πέστε ότι περνούν όλα αυτά σε βιβλία. Θα έρθουν όμως η τηλεόραση  και  το internet να τα αποδομήσουν δείχνοντας εικόνες που μας κάνουν να νομίζουμε ότι ζούμε σε άλλη χώρα και το ζητούμενο είναι αυτό ακριβώς που λέτε, η "φυγή" από τη ζοφερή πραγματικότητα.

17) Είχατε κάποιους "ενδοιασμούς" όταν αποφασίσατε να δώσετε το πρώτο σας βιβλίο προς έκδοση; Αγωνιούσατε ως προς την αποδοχή που θα τύχαινε από το αναγνωστικό κοινό; Η θεματολογία των περισσοτέρων βιβλίων σας, πιστεύετε πως παίζει τον δικό της ρόλο στην αποδοχή αυτή;

Σαφέστατα και είχα ενδοιασμούς και αγωνία για το τι έγραψα και τα οποία μετριάστηκαν όταν πήρα τις πρώτες θετικές κριτικές.

18) Εσείς, με  την έως τώρα πείρα σας στον χώρο της συγγραφής, τί θα συμβουλεύατε όλους τους νέους επίδοξους συγγραφείς, που ονειρεύονται να δουν κάποτε ένα βιβλίο τους στις προθήκες των βιβλιοπωλείων και, ιδιαίτερα, εν μέσω αυτής της δύσκολης οικονομικής συγκυρίας;

Να μη απογοητεύονται και ειδικά που τώρα είναι λιγότερο δαπανηρή η έκδοση ενός βιβλίου  από ότι ήταν προτού μερικά χρόνια. Για όλα τα βιβλία, για όλα τα θέματα υπάρχουν και αντίστοιχοι αναγνώστες, γι' αυτό εξ άλλου και η θεματολογία είναι ευρύτατη και ανεξάντλητη.

19) Κλείνοντας και, αφού σας ευχαριστήσω θερμά για την τιμή της παραχώρησης  αυτής της συνέντευξης, θα ήθελα να σας ευχηθώ ολόψυχα καλή επιτυχία σε όλα σας τα βιβλία και να σας ρωτήσω για τα άμεσα συγγραφικά σας σχέδια. Τί να περιμένουμε από εσάς στο μέλλον;

Εγώ σας ευχαριστώ για την συνέντευξη και τις ευχές σας. Γράφω ένα ιστορικό - κοινωνικό μυθιστόρημα θα έλεγα, με βάση τους Αναστενάρηδες και θα χαρώ να ακούσω την άποψή σας γι’ αυτό όταν τελειώσει.  

Βιογραφία Δημήτρη Μπατσιούλα:

Ο Δημήτρης Μπατσιούλας γεννήθηκε το 1946 στο Χρυσό Σερρών από γονείς καπνοπαραγωγούς, όπου τελείωσε και το εξατάξιο Γυμνάσιο. Σπούδασε στην Αθήνα, στην Ανωτάτη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών (ΑΣΟΕΕ και τώρα Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών), εργαζόμενος παράλληλα σε διάφορες δουλειές για να καλύψει τα έξοδα σπουδών και διαμονής του στην Αθήνα. Το 1971 και ενώ υπηρετούσε την στρατιωτική του θητεία στην Πολεμική Αεροπορία, πήρε μέρος στις εξετάσεις της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων όπου πέτυχε ως Οικονομικός Αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού. Κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του στο Πολεμικό Ναυτικό υπηρέτησε σε διάφορες θέσεις, πολεμικά πλοία, κέντρο εφοδιασμού Ναυτικού, Οικονομική Επιθεώρηση Πολεμικού Ναυτικού, κλπ. Το 1981, κατόπιν επιτυχών εξετάσεων στην αρμόδια υπηρεσία του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ, μετέβη στην ανωτέρω χώρα για εκπαίδευση στο εφοδιαστικό σύστημα των Ενόπλων Δυνάμεων του ΝΑΤΟ. Το 1991 τοποθετήθηκε στο Γραφείο του Ναυτικού Ακολούθου στην πρώην πρωτεύουσα της Γερμανίας, Βόννη, ως οικονομικός Αξιωματικός, για δύο χρόνια και το 1998 υπέβαλε την παραίτηση του και αποστρατεύτηκε με το βαθμό του Αρχιπλοιάρχου. Από τότε απασχολείται σε εταιρεία του κλάδου του αυτοκινήτου σε διευθυντική θέση. Είναι παντρεμένος με την Ελένη, υπάλληλο του Υπουργείου Οικονομικών και έχουν δύο γιους, το Στέργιο και το Νίκο, που έχουν σπουδάσει πληροφορική και διατηρούν εκδοτικό οίκο. Το πρώτο του βιβλίο «Τα Ντουρντουβάκια» εκδόθηκε το 2006 και αναφέρεται τόσο στην κουλτούρα του τόπου καταγωγής του όσο και στη Βουλγαρική κατοχή στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη από το 1941 μέχρι το 1944. Η συλλογή και διασταύρωση στοιχείων για το έργο αυτό είχε ξεκινήσει από τα φοιτητικά του χρόνια. Το δεύτερό του βιβλίο που φέρει τον ανορθόγραφο τίτλο «Ο Διστιχηζμένος Κομονιστής» εκδόθηκε το 2007 και αναφέρεται στις καταγεγραμμένες σκέψεις και απόψεις ενός απλού μαχητή του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας και συγκεκριμένα του αδελφού της γιαγιάς του από τη μεριά της μάνας του. Το 2011 εξέδωσε το τρίτο του βιβλίο το «Ο Καπετάν Παραλής» και το 2013, το τέταρτό του βιβλίο, «Η Τοπολιάνη Στο Διάβα Του Χρόνου».

Βιβλιογραφία Δημητρίου Μπατσιούλα:

«Η ΤΟΠΟΛΙΑΝΗ ΣΤΟ ΔΙΑΒΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ» (2013)
Εκδόσεις: Ν. & Σ. Μπατσιούλας
Σελίδες: 140
Τιμή: 9,86 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Μύθοι, θρύλοι, ιστορίες, παραμύθια, κατορθώματα, ονειράτα και οι ερμηνείες τους, γιόμιζαν τον χρόνο στις ατελείωτες ώρες της δουλειάς στα καπνά, στα καφενεία μα και στις γειτονιές όπου μαζώνονταν οι γυναίκες και συζητούσαν με τις ώρες πλέκοντας παράλληλα.
Τοπολιάνη Σερρών, το κατοπινό Χρυσό, όπως ονομάστηκε μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους το 1912-13. Η νέα ονομασία δόθηκε όχι γιατί είχε ή έχει και κρύβει χρυσάφι, αλλά γιατί η επιτροπή που επισκέφθηκε το χωριό για να διαπιστώσει αν το όνομά του υπήρχε προτού την τουρκοκρατία ή προέκυψε κατά τη διάρκειά της, δεν πείσθηκε από τους κατοίκους ότι ήταν προγενέστερο της και βλέποντας τα χρυσαφικά που είχαν κρεμασμένες οι γυναίκες στα στήθια τους και λαμπύριζαν στον ήλιο, το ονόμασαν Χρυσός.»



«Ο ΚΑΠΕΤΑΝ ΠΑΡΑΛΗΣ» (2011)
Εκδόσεις: Ν. & Σ. Μπατσιούλας
Σελίδες: 452
Τιμή: 9,56 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Η συμφωνία της Βάρκιζας τον Φεβρουάριο του 1945. Ο αφοπλισμός του ΕΛΑΣ. Κι αμέσως μετά η τρομοκρατία που αρχικά εξαπέλυσαν οι παρακρατικές οργανώσεις της δεξιάς εναντίον των κομμουνιστών, για να εξελιχθεί σε επίσημη κρατική πολιτική με την ψήφιση του Γ’ ψηφίσματος.
Ο εμφύλιος πόλεμος ήταν θέμα χρόνου. Δύο παιδικοί φίλοι, μαζί στα κάτεργα της Βουλγαρίας κατά την κατοχή, βρέθηκαν αντίπαλοι στον πόλεμο εκείνο. Ο ένας, θύμα της τρομοκρατίας της δεξιάς, αναγκάστηκε να βγει στο βουνό. Ο άλλος επιστρατεύτηκε στον ελληνικό στρατό. Ο πρώτος, τεταρτοετής φοιτητής της νομικής, επιλέχθηκε για την εφαρμογή ειδικών προγραμμάτων του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδος και της Προσωρινής Κυβέρνησης του Βουνού: τη λειτουργία των σχολείων στη σλαβομακεδονική γλώσσα στο κράτος της «Ελεύθερης Ελλάδας» και τη μεταφορά των μικρών παιδιών από αυτές τις περιοχές στα κομμουνιστικά κράτη. Ο δεύτερος, αγρότης και έφεδρος επιλοχίας ολμιστής του ελληνικού στρατού, να σπαράζει η καρδιά του κάθε φορά που έριχνε με τον όλμο του, φοβούμενος ότι σκότωσε αγνάδια του τον παιδικό του φίλο.
Μετά τα «Ντουρντουβάκια» και τον «Διστιχηζμένο Κομονιστή» το νέο ιστορικό μυθιστόρημα του Δημήτρη Μπατσιούλα φωτίζει «άγνωστες» πτυχές της δημιουργίας του κράτους των Σκοπίων και του παιδομαζώματος.»

«Ο ΔΙΣΤΙΧΗΖΜΕΝΟΣ ΚΟΜΟΝΙΣΤΗΣ» (2007)
Εκδόσεις: Ν. & Σ. Μπατσιούλας
Σελίδες: 720
Τιμή: 17,83 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Η δικτατορία του Μεταξά, η κατοχή, ο εμφύλιος πόλεμος και το ανατολικό μπλοκ, μέσα από μια αληθινή ιστορία, όπως δεν τα διαβάσατε ποτέ!
Ο Γιώργος Τούμπαλης ήταν ένας άνθρωπος με κοφτερό μυαλό και ελάχιστα φυσικά χαρίσματα, που γεννήθηκε και μεγάλωσε σε ένα χωριό έξω από τις Σέρρες. Στην έκτη δημοτικού έμελλε να γίνει το γεγονός που καθόρισε τη μετέπειτα πορεία της ζωής του. Ο δάσκαλός του τον μύησε στον κομμουνισμό. Ακολούθησε το κυνήγι από τη δικτατορία Μεταξά, η Βουλγαρική κατοχή κατά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο, το βουνό, ο εμφύλιος και η αυτοεξορία στα κολχόζ της Βουλγαρίας.
Μια πέρα για πέρα αληθινή ιστορία για έναν κατατρεγμένο, άτυχο, ταλαιπωρημένο, αμετανόητο αγωνιστή, που εξοργίζει, συγκινεί, επαναφέρει μνήμες και δίνει το στίγμα μιας ολόκληρης γενιάς μέσα από μια συναρπαστική αφήγηση.»



«ΤΑ ΝΤΟΥΡΝΤΟΥΒΑΚΙΑ» (2006)
Εκδόσεις: Ν. & Σ. Μπατσιούλας
Σελίδες: 816
Τιμή: 17,83 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«1941-1944. Βουλγαρική κατοχή στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη από το Στρυμώνα μέχρι τον Έβρο. Οι Έλληνες υπομένουν πείνα, βασανιστήρια, ξυλοδαρμούς και προπαγάνδα για τη Μεγάλη Βουλγαρία του Αιγαίου... Τα γεγονότα και οι σφαγές του άμαχου πληθυσμού στις 29 Σεπτεμβρίου του 1941 στη Δράμα και τα περίχωρά της, το Δοξάτο καθώς και στο Νέο Σκοπό Σερρών. Η ομηρία όλων των παλικαριών από τις κατεχόμενες περιοχές, για να μην υπάρξει αντίσταση κατά των κατοχικών δυνάμεων και η κατάταξή τους στα τάγματα εργασίας του Βουλγαρικού στρατού - στα ΝΤΟΥΡΝΤΟΥΒΑΚΙΑ -. Η καταναγκαστική εργασία μεσ' το λιοπύρι, στα βουνά και στους κάμπους της Βουλγαρίας για να περάσουν δρόμοι και σιδηροδρομικές γραμμές, με πενήντα δράμια νερό κάθε δυο ώρες, με ελάχιστο κακοφτιαγμένο φαγητό και άγριους ξυλοδαρμούς. Όλα αυτά βέβαια μπορούσαν να τα γλυτώσουν, έφτανε να απαρνιόνταν την Ελληνική τους υπηκοότητα και να γραφόταν Βούλγαροι...
Η ζωή στο χωριό για το Στέργιο Αλεξανδρή, λοχία στους Παληουριώνες, ένα από τα οχυρά της γραμμής Μεταξά κατά την εισβολή των χιτλερικών στρατευμάτων στην Ελλάδα, επιφυλάσσει οδυνηρές εμπειρίες. Η πάλη ανάμεσα στο χρέος για την πατρίδα και την αγάπη για την οικογένεια και τους φίλους, ο έρωτας και η αβεβαιότητα για το μέλλον, η πνιγμένη υπερηφάνεια μπροστά στον αγώνα για προσωπική επιβίωση και το φόβο για αντίποινα στην οικογένεια, η δοκιμασία των προσωπικών σχέσεων μέσα σε ένα περιβάλλον προπαγάνδας και καχυποψίας και η συγκλονιστική αλληλεγγύη των κατατρεγμένων...
Μια δυνατή ιστορία βασισμένη πάνω σε πραγματικές μαρτυρίες και ιστορικά γεγονότα, μια κατάθεση ψυχής και ένας φόρος τιμής για μια από τις σκοτεινότερες περιόδους της Γης των Μακεδόνων.»