Ταξίδια Μέσα Από Τη Λογοτεχνία!

Η Λογοτεχνία είναι για μένα ένα "παράθυρο" σε έναν μαγικό κόσμο. Κάθε βιβλίο μας "ταξιδεύει" σε κόσμους πραγματικούς, ή φανταστικούς, τωρινούς, μελλοντικούς, ή παρελθοντικούς. Ένα είναι το μόνο σίγουρο, κάθε βιβλίο που μας ενθουσιάζει, μας εντυπωσιάζει, ή μας μαγεύει θέλουμε να το μοιραστούμε με άλλους φίλους - αναγνώστες. Έτσι κι εγώ, θέλω να μοιραστώ με όλους εσάς όσα βιβλία με ενθουσίασαν και με "γέμισαν" με πρωτόγνωρες ιδέες, εικόνες και συναισθήματα. Σαφώς και η άποψη του κάθε αναγνώστη είναι μοναδική και ένα βιβλίο που εμείς λατρέψαμε μπορεί κάποιος άλλος να το αντιπάθησε, ή ακόμα και να το μίσησε... Μέσα από αυτή την οπτική θεωρώ φρόνιμο να μη σχολιάζω όσα βιβλία δεν με εντυπωσίασαν, ή μου άφησαν αρνητικά συναισθήματα, διότι αυτά είναι απολύτως υποκειμενικά. Δεν θα ήθελα να προκαταλάβω αρνητικά κανέναν αναγνώστη, αποτρέποντάς τον από το να διαβάσει ένα βιβλίο το οποίο, ενδεχομένως, να τον ενθουσιάσει. Κάθε βιβλίο απαιτεί το κατάλληλο περιβάλλον, το υπόβαθρο και την ανάλογη διάθεση για να εκτιμηθεί, οπότε μην αποκλείετε ποτέ τίποτα. Η έκφραση και αποτύπωση της δικής μου γνώμης για κάθε βιβλίο, αλλά και των απόψεων και σχολιασμών άλλων φίλων - αναγνωστών που αναγράφονται στη σχετική κατηγορία, έχουν μοναδικό σκοπό να εκφράσουν το θαυμασμό μας για ορισμένα βιβλία που θεωρούμε άξια λόγου και θέλουμε να γίνουν ευρέως γνωστά, βοηθώντας έτσι τους φίλους - αναγνώστες στην επιλογή του επόμενου βιβλίου που θα διαβάσουν. Πάντοτε με το μεγαλύτερο σεβασμό και θαυμασμό για όλους τους συγγραφείς, που μέσα από τις σελίδες των βιβλίων τους μας "ταξιδεύουν" μακριά από την εκάστοτε πραγματικότητα ή μας βοηθούν να την κατανοήσουμε καλύτερα, αλλά σε κάθε περίπτωση "στολίζουν την ψυχή μας", ένα μεγάλο ευχαριστώ!

Κλειώ Ισ. Τσαλαπάτη

Κυριακή, 12 Ιουλίου 2015

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΒΕΛΟΥΤΣΟ - Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη



Η γνωριμία μου με τον αγαπητό Κώστα Βελούτσο έγινε μέσα από τη λογοτεχνική μου ομάδα «Φίλοι Της Ελληνικής Λογοτεχνίας», στον κοινωνικό διαδικτυακό χώρο του Facebook.   Θα είμαι ειλικρινά πάντα ευγνώμων σε αυτό το μέσο κοινωνικής δικτύωσης, καθώς έγινε η αφορμή να γνωρίσω πολλούς και εξαιρετικούς ανθρώπους, συγγραφείς και μη, τους οποίους δε θα είχα τη δυνατότητα να γνωρίσω διαφορετικά.
            Ένας εξαίρετος, λοιπόν, άνθρωπος και πολλά υποσχόμενος συγγραφέας είναι και ο Κώστας Βελούτσος, ο οποίος με έχει κερδίσει με την γραφή του, με την ειλικρίνεια, την ποιότητα και την ευγένειά του. Η κοινή μας καταγωγή, μια και κατά το ήμισυ κατάγομαι επίσης από τη Λέσβο, με χαροποίησε ιδιαίτερα και με παρότρυνε να ‘σκύψω’ περισσότερο πάνω από το έργο του.
Η ανάγνωση των τεσσάρων, έως τώρα, βιβλίων του, ενδυνάμωσε την πεποίθησή μου ότι πρόκειται για έναν ταλαντούχο συγγραφέα που έχει πολλά να μας ‘διηγηθεί’, με γραφή μεστή και περιεκτική, χωρίς ψεύτικους εντυπωσιασμούς, με φαντασία που προσδίδει πάντα ενδιαφέρουσα πλοκή στα μυθιστορήματά του, με πρόθεση να κεντρίσει τη σκέψη και τα συναισθήματα του κάθε αναγνώστη και όχι, απλά, να τον ψυχαγωγήσει κάποιες ώρες.
Τον ευχαριστώ θερμά για την παραχώρηση αυτής της συνέντευξης  στο ιστολόγιό μου, για την εμπιστοσύνη του, την θετική του αντιμετώπιση και το ενδιαφέρον του απέναντι στο ‘μεράκι’ μου που ονομάζεται «ερασιτεχνική ενασχόληση με τη λογοτεχνία». Του εύχομαι ολόψυχα καλή επιτυχία σε κάθε του λογοτεχνική πρωτοβουλία και, ιδιαιτέρως, στο τελευταίο του μυθιστόρημα που κυκλοφορεί με τίτλο «Άλικες Ζωές»!

1) Πότε σου δημιουργήθηκε η παρόρμηση, πότε ένιωσες  την  ανάγκη να εκφραστείς μέσα από τη συγγραφή;

Από μικρός, βλέποντας κάποια γεγονότα και κάποιες καταστάσεις, θυμάμαι να λέω μέσα μου ότι αυτό θέλω να το γράψω, ή καλύτερα να το περιγράψω ως συμβάν και μόνο, βάζοντας μέσα σ’ αυτό κάποια δικά μου στοιχεία. Έγραφα λοιπόν από τότε μικρά διηγήματα τα οποία ποτέ δεν επιχείρησα να τα δημοσιεύσω και, κάποιες φορές, έγραψα ποιήματα.  Ωστόσο, ένα τυχαίο, θα έλεγα, περιστατικό αιφνιδιαστικά ξεσκέπασε την λατρεία μου, όπως τελικά αποδείχθηκε πως ήταν, της συγγραφής.  
Γράφοντας μια αναφορά προς την υπηρεσία μου, πριν από 7-8 χρόνια, ζήτησα την βοήθεια της κόρης μου Χαράς, τελειόφοιτης τότε του Λυκείου, να της «ρίξει μια ματιά» για τυχόν λάθη, ή και δικές μου παραλείψεις σ’ αυτό που είχα γράψει. Τότε, εκείνη διαβάζοντάς το, μου είπε: «Το ξέρεις ότι γράφεις όμορφα;». Αυτό και μόνο που άκουσα, έφτανε για να ξυπνήσει εκείνο που είχα τόσα χρόνια καλά κρυμμένο μέσα μου. Αμέσως, την ίδια στιγμή,  ξεκίνησα να γράφω το «Σεργιάνι στη ζωή», που ήταν και το πρώτο μου μυθιστόρημα, και από τότε γράφω συνεχώς και, όπως είπα και πιο πάνω, η συγγραφή είναι κάτι που εξακολουθώ ν’ αγαπώ και να λατρεύω.

2) Γνωρίζω τα πέντε μυθιστορήματά σου, το «Σεργιάνι Στη Ζωή», το  «Τελευταία Φορά», το «Ζωή Από Το Θάνατο», το «Κόκκινα Φεγγάρια» και το πρόσφατο νέο σου μυθιστόρημα «Άλικες Ζωές». Το μυθιστόρημα είναι το μόνο λογοτεχνικό είδος με το οποίο ασχολείσαι, ή έχεις πειραματιστεί και με άλλα είδη;

Η αλήθεια είναι πως τα δύο τελευταία, περίπου, χρόνια γράφω, παράλληλα με τα μυθιστορήματα, και διηγήματα τα περισσότερα απ’ τα οποία έχουν ως φόντο  το νησί της Λέσβου απ’ όπου κατάγομαι και ζω. Όλα έχουν δημοσιευτεί σε ηλεκτρονικές εφημερίδες του νησιού και, μελλοντικά, σκέφτομαι να τα εκδώσω. Διακαής πόθος μου είναι να πειραματιστώ στην ποίηση όπως, επίσης, και στο παιδικό βιβλίο, κάτι που το θεωρώ εξαιρετικά δύσκολο. Ελπίζω κάποια στιγμή να πραγματοποιήσω αυτές τις επιθυμίες μου και, δεν σου κρύβω, πως θα το ήθελα πολύ.  

3) Πώς και πότε προτιμάς να συγγράφεις; Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ώρα, διάθεση, τόπος ή γεγονός που να σε εμπνέει, ή είναι κάτι που ‘ρέει’ από μέσα σου αβίαστα συνεχώς;

Το πρώτο μου μυθιστόρημα, «Σεργιάνι στη ζωή», ξεκίνησα να το συγγράφω φθινόπωρο, κάπου προς το τέλος του Οκτώβρη. Αυτή η εποχή με ενέπνεε αρκετά και με βοηθούσε αφάνταστα στις σκέψεις μου. Επειδή, όμως, δεν είναι πάντα φθινόπωρο ή χειμώνας, αλλά υπάρχει η άνοιξη και το καλοκαίρι, κατάλαβα πως και σ’ αυτές τις εποχές η έμπνευση ρέει ασταμάτητα μέσα μου. Ενδεικτικά, να σου πω ότι το τέταρτο κατά σειρά μυθιστόρημα «Κόκκινα φεγγάρια» το ξεκίνησα -αν θυμάμαι καλά- Ιούνιο και το ολοκλήρωσα κάπου προς το τέλος του Οκτώβρη. Τους μήνες όμως του φθινοπώρου δεν τους αλλάζω με καμιά άλλη εποχή του έτους, ως αναφορά στη συγγραφή. Ο τόπος όπου συγγράφω είναι ένας δικός μου χώρος, ανεξάρτητος από το υπόλοιπο σπίτι και το μέσον που χρησιμοποιώ είναι αποκλειστικά ο υπολογιστής. Η διάθεση θα έλεγα ότι πάντα υπάρχει μέσα μου, αλλά και κάποια γεγονότα που μου δίνουν συγγραφικές εικόνες, όπως και τα πρόσωπα τα οποία θεωρώ ότι είναι οι ανεξάντλητες πηγές της έμπνευσής μου.

4) Πιστεύεις  ότι ο συγγραφέας πρέπει να έχει ένα επιστημονικό υπόβαθρο για να υποστηρίξει αυτή του την ιδιότητα, ή αρκεί το συγγραφικό ταλέντο; Εν ολίγοις, η συγγραφική ιδιότητα είναι, κατά τη γνώμη σου έμφυτη ή επίκτητη;

Πιστεύω πως τόσο το έμφυτο, όσο και το επίκτητο αρκούν για να δηλώσει κάποιος εμπράκτως την συγγραφική του ιδιότητα. Όμως, βάζω  πιο πάνω από το επίκτητο το έμφυτο, κρίνοντας από τον εαυτό μου, που δεν έχω κανένα απολύτως επιστημονικό υπόβαθρο. Από την άλλη, θεωρώ πως για να συγγράψει κάποιος ένα μυθιστόρημα και να δηλώσει ‘συγγραφέας’, δεν αρκούν μόνο οι επιστημονικοί του τίτλοι, αλλά όλα εκείνα που κουβαλάει μέσα του, όπως και οι εμπειρίες από τη ζωή του.  

5) Ο συγγραφέας Κώστας Βελούτσος είναι και αναγνώστης; Ποιά λογοτεχνικά είδη επιλέγεις, συνήθως, ως αναγνώσματα και από ποιούς συγγραφείς έχεις, τυχόν, επηρεαστεί, ποιοί αποτελούν, ίσως, πρότυπο για σένα;

Ήμουν και εξακολουθώ να δηλώνω αναγνώστης, ποτέ όμως δεν υπήρξα φανατικός της λογοτεχνίας ή άλλου είδους, όπως επίσης δεν υπήρξα ποτέ «βιβλιοφάγος». Τα λογοτεχνικά βιβλία, όπως τα μυθιστορήματα,  είναι αυτά που θέλω να διαβάσω, και τον τελευταίο καιρό μελετώ ιστορικά βιβλία με έμφαση κυρίως στα Λεσβιακά. Οι αγαπημένοι μου συγγραφείς είναι η Ευγενία Φακίνου, που μ’ αρέσει καταπληκτικά η γραφή της, όπως και ο Μένης Κουμανταρέας, δίχως όμως να έχω επηρεαστεί  απ’ αυτούς τους δυο. Οφείλω όμως να πω ότι υπάρχουν αρκετοί αξιόλογοι Έλληνες συγγραφείς άντρες και γυναίκες. Όσο για τα πρότυπα που με ρωτάς, οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς θα πρέπει να είναι για όλους μας πρότυπα. 

6) Από πού αντλείς τις ιδέες σου για τα μυθιστορήματα που γράφεις και τι είδους έρευνα κάνεις συνήθως πριν, ή κατά τη διάρκεια της συγγραφής ενός βιβλίου σου; Έχεις ποτέ επηρεαστεί από προσωπικά σου βιώματα, ή τα βιβλία σου είναι καθαρά προϊόν φαντασίας;

Η καθημερινότητα, η ζωή στην πόλη της Μυτιλήνης και οι εικόνες που έχω από το παρελθόν μου, μού δίνουν απίστευτη ενέργεια και θεωρώ ότι είναι τα δικά μου συγγραφικά μονοπάτια πάνω στα οποία βαδίζω με ασφάλεια και από εκεί αντλώ τις ιδέες για τα μυθιστορήματα που γράφω.  Συνήθως δεν κάνω έρευνα τουλάχιστον στην αρχική φάση του βιβλίου, αν όμως χρειαστεί συμβουλεύομαι φίλους, γνώστες του θέματος που συγγράφω εκείνη τη στιγμή, αλλά πρωτίστως και ανάλογα με το θέμα που γράφω βρίσκω τις πληροφορίες που θέλω από τα βιβλία. Ευτυχώς που υπάρχει στην πόλη μας η δημοτική βιβλιοθήκη απ’ όπου παίρνω το υλικό που χρειάζομαι.
Όλα τα βιβλία μου είναι προϊόντα μυθοπλασίας και οι ήρωες φανταστικά πρόσωπα. Όλοι τους, όμως, έχουν κάτι από μένα, χωρίς να με αντιπροσωπεύει κάποιος από τους ήρωες εξ’ ολοκλήρου. Θέλω τα βιβλία που γράφω να έχουν κάτι δικό μου, εκτός βέβαια από την ψυχή μου που θεωρώ ότι υπάρχει σ’ όλα, αλλά πολύ περισσότερο στο «Σεργιάνι στη ζωή» και φυσικά στις «Άλικες ζωές» όπου μέσα στις σελίδες του «είμαι» αρκετά, δίχως όμως κανένα απ’ αυτά τα δυο να τα θεωρώ βιογραφικά.

7) Από όσο ξέρω, ζεις και εργάζεσαι στη Λέσβο και απασχολείσαι στην Πυροσβεστική. Πόσο εύκολο είναι για σένα να συνδυάζεις την απαιτητική σου εργασία, την οικογένειά σου και τη συγγραφή ταυτόχρονα;

Ζω στην πόλη της Μυτιλήνης, την οποία λατρεύω. Είναι μια πόλη απίστευτα όμορφη, «λογοτεχνική», όπως άλλωστε και ολόκληρο το νησί της Λέσβου. Το επάγγελμά μου ήταν αυτό του πυροσβέστη,  εδώ όμως και κάποιους μήνες έχω παραιτηθεί. Ήταν ένα επάγγελμα που πραγματικά αγάπησα και εξακολουθώ ν’ αγαπώ και θεωρώ ότι μού έδινε απίστευτη ενέργεια. Ήταν πράγματι δύσκολη η απόφαση να παραιτηθώ από ένα λειτούργημα όπως θεωρείται το επάγγελμα του πυροσβέστη, να αφήσω πίσω μου κάτι που, όπως είπα και πιο πάνω, αγαπώ αλλά η απόφασή μου πιστεύω ότι ήταν σωστή.  Έτσι τώρα έχω αρκετό χρόνο και τον μοιράζομαι μεταξύ της οικογένειάς μου, των φίλων μου και φυσικά της γραφής.

8) Στο τρίτο σου βιβλίο, το «Ζωή Από Το Θάνατο», ασχολείσαι με ένα εντελώς διαφορετικό αντικείμενο, το μεταφυσικό στοιχείο και τη μετεμψύχωση. Πόσο δύσκολο ήταν για σένα αυτό;  Πιστεύεις πως ένας συγγραφέας θα πρέπει να ασχολείται με διαφορετικά είδη  λογοτεχνίας;

Το τρίτο μου κατά σειρά βιβλίο, το «Ζωή Από Τον Θάνατο» είναι ένα μεταφυσικό μυθιστόρημα αρκετά διαφορετικό από τα υπόλοιπα, μιας και είχε να κάνει με τη ζωή, αλλά και τον θάνατο.  Το θέμα του είναι δύσκολο και σε πολλούς αναγνώστες προκαλεί έναν φόβο, ίσως και μόνο από τον τίτλο του. Εκείνο που θέλησα εγώ να περάσω μέσα από τις σελίδες του ήταν η ελπίδα για τη ζωή. Προσωπικά πιστεύω πως τίποτα δεν χάνεται, τίποτα δεν πεθαίνει αν υπάρχει ζωντανό για πάντα μες στην σκέψη μας.  Δεν ήταν καθόλου δύσκολο για μένα και χαίρομαι που κατάφερα να το συγγράψω και για να το καταφέρω αυτό διάβασα αρκετά βιβλία, κατ’ αρχήν του Πλάτωνα, που πίστευε στην μετεμψύχωση, όπως και κάποια άλλα των, λεγόμενων, ‘ανατολικών θρησκειών’, που επίσης πιστεύουν σ’ αυτό. Σαφώς κι ένας συγγραφέας πρέπει να καταπιάνεται με διάφορα είδη της λογοτεχνίας και με πολλά θέματα και όχι με αυτά που πουλάνε, τα «πιασάρικα» που λέμε κοινώς, τα οποία  κατακλύζουν τα ράφια των βιβλιοπωλείων.

9) Από τα πέντε βιβλία σου υπάρχει κάποιο το οποίο ξεχωρίζεις, στο οποίο ίσως έχεις μεγαλύτερη αδυναμία και γιατί; Θα ήθελες να μας πεις λίγα λόγια για αυτά και, γιατί όχι, την ιστορία "πίσω από την ιστορία" του καθενός;

Πάντα, όταν με ρωτούσαν και με ρωτούν για το πιο βιβλίο μου ξεχωρίζω, λέω ότι ένας δημιουργός θεωρεί -κρίνοντας πάντα από μένα- όλα τα βιβλία του παιδιά του οπότε δεν πρέπει να ξεχωρίζει κάποιο απ’ αυτά.  Δεν ξέρω όμως αν είμαι αρκετά ειλικρινής σ’ αυτό που λέω, όσον αφορά σε μένα. Πραγματικά δεν μπορώ να πω ότι θεωρώ καλύτερο βιβλίο μου για παράδειγμα το «Σεργιάνι Στη Ζωή» ή τα «Κόκκινα Φεγγάρια» ή οποιοδήποτε άλλο, γιατί πολύ απλά πίσω από κάθε βιβλίο βρίσκεται μια ιστορία που κατάφερε να με αγγίξει.
Θα σου αποκαλύψω όμως μια κατάσταση που βιώνω κάθε φορά που ολοκληρώνω τη συγγραφή κάποιου βιβλίου και ίσως από εκεί δοθεί η απάντηση στο ερώτημα. Όταν βάζω τη λέξη «Τέλος» στα βιβλία μου, συγκινούμαι και δεν σου κρύβω ότι δακρύζω. Ίσως αυτό να μού συμβαίνει  από περηφάνια που κατάφερα να το φτάσω ως το τέλος του, ίσως πάλι να μού «βγαίνει» μια βαθιά συγκίνηση κρατώντας στα χέρια μου ένα ακόμα «παιδί» μου. Πάντως για να μην υπεκφεύγω από την ερώτηση θα σου πω ότι την μεγαλύτερη συγκίνηση την ένοιωσα και ακόμα την νοιώθω όταν κρατώ στα χέρια μου όλα τα βιβλία μου, αλλά λίγο παραπάνω αυτό το συναίσθημα μού «βγαίνει» στις «Άλικες Ζωές» διότι έχει αρκετές δικές μου καταστάσεις όπως σου είπα. Το βιβλίο αυτό ήταν η αιτία και η αφορμή να γνωρίσω ακόμα περισσότερο τον εαυτό μου, και κυρίως να γνωρίσω δυο σπουδαίους και αξιόλογους ανθρώπους που μού έδωσαν και εξακολουθούν να μού δίνουν συγγραφική τροφή, και τα λόγια τους είναι για μένα μεγάλες σοφίες.
Όπως είπα πίσω από κάθε μυθιστόρημα κρύβεται μια ιστορία που εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή κατάφερε να με αγγίξει ώστε να το ξεκινήσω. «Το Σεργιάνι Στη Ζωή» ήταν μια συσσώρευση μικρών ιστοριών από καταστάσεις, γεγονότων αλλά και ακουσμάτων που έζησα κατά τη διάρκεια των παιδικών μου χρόνων που μού «βγήκαν» αιφνιδιαστικά και αποτυπώθηκαν πάνω στο χαρτί.
Το δεύτερο μυθιστόρημα «Τελευταία Φορά» ξεκίνησα να το γράφω όταν διαπίστωσα μια επιθυμία που είχα εκείνη την συγκεκριμένη στιγμή για να περιγράψω απλές καθημερινές ζωές, αλλά και όταν μού ήρθε κατά νου η σοφή λαϊκή ρήση για το πεπρωμένο του καθενός από εμάς. 
Στο μυθιστόρημα «Ζωή Από Τον Θάνατο» η έμπνευση προέκυψε όταν έφτασε στα χέρια μου ένα βιβλίο του Πλάτωνα (ο Γοργίας) που μιλούσε  για την αθανασία της ψυχής και για τη μετεμψύχωση.
Στα «Κόκκινα Φεγγάρια» ένα γυναικείο πρόσωπο ήταν αρκετό -απ’ ό, τι φάνηκε- για να γράψω αυτό το μυθιστόρημα. Δεν μίλησα ποτέ μαζί μ’ αυτή τη γυναίκα (και αυτό το χρεώνω σαν λάθος μου διότι ίσως να μού έδινε περισσότερη έμπνευση συνομιλώντας μαζί της), απλά βλέποντάς την να περιφέρεται μέσα στους δρόμους της Μυτιλήνης μού έδωσε την αφορμή για να φανταστώ μια αστυνομική ιστορία με πρωταγωνίστρια το πρόσωπο της Σοφίας Παπαφωτίου.
Το πέμπτο μυθιστόρημα οι « Άλικες Ζωές» η ιστορία που κρύβεται πίσω από το βιβλίο είναι αρκετά μεγάλη, ίσως και πολύπλοκη, απλά θα περιοριστώ και θα πω αυτό που είπα και πιο πάνω γι’ αυτό το βιβλίο. Είναι ένα μυθιστόρημα με πολλά πραγματικά στοιχεία, έβαλα φυσικά και φανταστικά, αλλά έχει μέσα πολύ από τον δικό μου εαυτό όπως άλλωστε και την ψυχή μου. Θαρρώ ότι αξίζει πάλι να αναφέρω τους δυο ανθρώπους αφού ήταν εκείνοι που όπλισαν τα δάχτυλα του νου, μα περισσότερο αυτά της ψυχής μου, με τα λόγια τους ώστε να συγγράψω τις « Άλικες Ζωές»

10) Ποια είναι τα μηνύματα που θέλεις συνήθως να περάσεις μέσα από τα βιβλία σου στους αναγνώστες; Πιστεύεις πως η λογοτεχνία θα έπρεπε να προβληματίζει τους αναγνώστες ‘κεντρίζοντας’ τη σκέψη τους, ή ο σκοπός της θα έπρεπε να είναι καθαρά ψυχαγωγικός;

Τα μηνύματα που θέλω να περάσω μέσα από τα βιβλία μου στους αναγνώστες ποικίλουν. Θ’ αναφέρω κάποια απ’ αυτά όπως της αγάπης, της ελπίδας αλλά και της ζωής.  Είναι όμως σκοπός μου, και σου το δηλώνω αυτό, πως επιθυμώ κλείνοντας και τελειώνοντας ο αναγνώστης ένα δικό μου βιβλίο, αφενός να του αφήσει μια όμορφη ‘γεύση’ και, αφετέρου, κάτι να του μείνει μες στο μυαλό του.  Κυκλοφορούν εκατοντάδες τίτλοι βιβλίων και η επιλογή είναι, καθαρά, στο χέρι του αναγνώστη. Θέλει κάτι ανάλαφρο για ψυχαγωγικούς λόγους και μόνο, ή κάτι άλλο πιο «βαρύ», που θα τον προβληματίσει και θα του κεντρίσει την σκέψη του; Η δική μου άποψη είναι πως η λογοτεχνία αλλά και οι συγγραφείς θα πρέπει να μπορούν να συνδυάζουν και τα δυο μέσα σ’ ένα βιβλίο, δίνοντας όμως λίγο παραπάνω βάρος στον προβληματισμό των αναγνωστών. Ίσως κατά αυτόν τον τρόπο αλλάξουν κάποιες καταστάσεις στη ζωή όλων μας.

11) Όταν ολοκληρώνεις ένα νέο μυθιστόρημά σου αρκείσαι στη δική σου μόνο γνώμη και αξιολόγηση, πριν προχωρήσεις στην έκδοσή του, ή αναζητάς πρώτα την άποψη κάποιου οικείου σου προσώπου του οποίου την κρίση εμπιστεύεσαι;

Σαφώς και δεν αρκούμαι μόνο στην δική μου γνώμη και αξιολόγηση όταν ολοκληρώνω ένα από τα βιβλία μου, αλλά στηρίζομαι στη γνώμη δυο ή τριών ανθρώπων που εμπιστεύομαι απόλυτα την κρίση τους.

12) Κλείνοντας και, αφού σ’ ευχαριστήσω θερμά για την παραχώρηση αυτής της συνέντευξης, θα ήθελα να σου ευχηθώ ολόψυχα καλή επιτυχία σε όλα σου τα βιβλία αλλά, ειδικότερα, στο πιο πρόσφατο εξαιρετικό μυθιστόρημά σου, «Άλικες Ζωές», και να σε ρωτήσω για τα άμεσα συγγραφικά σου σχέδια. Τί να περιμένουμε από σένα στο μέλλον;

Ευχαριστώ από καρδιάς γι’ αυτή τη συνέντευξη εσένα Κλειώ διότι μού δόθηκε η ευκαιρία να μιλήσω για μένα και για τα βιβλία μου. Όσο για τα επόμενα συγγραφικά μου βήματα θα σου πω ότι ετοιμάζω ένα άλλο και το θέμα του «μιλάει» για δυο νέους ανθρώπους που βιώνουν τον έρωτα κάτω από μια εσωτερική σκοπιά διαφορετική απ’ αυτή που έχουμε συνηθίσει και ξέρουμε. Ένας έρωτας, μια αγάπη που η διάρκειά τους φτάνει πολύ μακριά. Είναι λοιπόν ένα ερωτικό-κοινωνικό και με κάποια στοιχεία πολιτικού περιεχομένου το επόμενο βιβλίο που ετοιμάζω και η ιστορία του διαδραματίζεται στην Αθήνα κατά την δεκαετία του 1980.

Βιογραφία του Κώστα Βελούτσου

Ο Κώστας Βελούτσος γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1966 στο Πλωμάρι της Λέσβου. Από το 1987 υπηρετεί στο Πυροσβεστικό Σώμα. Είναι έγγαμος και πατέρας 2 παιδιών. Δικά του έργα είναι τα μυθιστορήματα «Σεργιάνι Στη Ζωή», «Τελευταία Φορά» και «Ζωή από τον θάνατο», που κυκλοφορούν.
Διηγήματα και άρθρα του δημοσιεύονται σε ηλεκτρονικές εφημερίδες.


Βιβλιογραφία του Κώστα Βελούτσου:

«ΑΛΙΚΕΣ ΖΩΕΣ»του Κώστα Βελούτσου
Σελίδες: 193 & Τιμή: 12 €
(Πληροφορίες για παραγγελίες στο inbox του συγγραφέα)

«…Χτυπούσα με μίσος και με λυσσαλέο πάθος το κεφάλι του ώσπου τα αίματα έβαψαν τα χέρια μου. Δεν μπορούσα να ελέγξω αυτόν τον ασυγκράτητο θυμό μου που έγινε ποτάμι και τον έπνιξε. Πήρα όμως την εκδίκησή μου, για τη μάνα μου, για μένα και για τόσες άλλες γυναίκες που έπεσαν θύματα βιασμού απ’ τους παρακρατικούς και απ’ τους χίτες…
Κανένας δεν έμαθε το μυστικό μου παρά μόνο εσύ, διαβάζοντας αυτές τις σημειώσεις.
Τις Άλικες Ζωές, τις κόκκινες, τις αιματοβαμμένες ζωές… Τις δικές μας ζωές, γιέ μου…».

"Μικρασιατικά παράλια, Ελλάδα, Λέσβος… Κι ένας πόλεμος, αυτός ο αδελφοκτόνος που θα καταστρέψει ζωές, αλλά το χειρότερο θα μείνει για πάντα χαραγμένος μέσα στις μνήμες όσων επέζησαν για να θυμούνται… Για να μην ξεχάσουν ποτέ.
Όπως ποτέ δεν ξέχασε η Στεφανία, ο Στέλιος και ο Χριστόφορος.
Δεν θα ξεχάσω ούτε και εγώ κι ας μην έζησα σ’ αυτόν τον πόλεμο. Είμαι όμως ένα «κομμάτι» απ’ αυτόν. Από την άλλη πλευρά όμως. Απ’ αυτήν με το αδίστακτο και αδυσώπητο πρόσωπο…
Είμαι ο Σταύρος Αράπογλου. Της Σοφίας Αράπογλου. Μόνο αυτό γνωρίζω, τ’ όνομα και το επίθετο της μητέρας μου. Όσο γι’ αυτό του πατέρα μου πάντα δήλωνα «Αγνώστου πατρός» και αυτό θα συνεχίσω να δηλώνω ακόμα και τώρα που ξέρω..."

«ΚΟΚΚΙΝΑ ΦΕΓΓΑΡΙΑ»
Εκδόσεις: Όστρια

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Ένα παιδί, η Σοφία Παπαφωτίου, μεγαλώνει μέσα σε ιδρύματα, αφού εκεί την έχει αφήσει η μητέρα της για να ελευθερωθεί από το βάρος της, συνεχίζοντας έτσι τη δική της ζωή, αυτή του αγοραίου έρωτα. Η εκδίκηση ελλοχεύει στα σπλάχνα της Σοφίας που την τιμωρεί «σκοτώνοντάς» την έξι φορές, όσα και τα χρόνια που έζησαν οι δυο τους. Τα κόκκινα φεγγάρια θα γίνουν οι «φίλοι» της Σοφίας που τα ζωγραφίζει πάνω σε χαρτιά, βάφοντας όμως κατάμαυρο το φόντο τους, όπως σκούρα ήταν η δική της ζωή δίπλα στη μητέρα της. Εκείνα, τα φεγγάρια θα φωτίσουν το δρόμο της Σοφίας κάνοντάς τον κατακόκκινο από το αίμα των άλλων γυναικών, που θα την οδηγήσουν με ακρίβεια στα μονοπάτια της εκδίκησης. Θα βρεθεί στα ίδια ίχνη μ’ αυτά του πατέρα της, του Ταξίαρχου της ΕΛ. ΑΣ. Λουκά Μαυρίδη, που στο πρόσωπό του θα βρει έναν σύμμαχο, όπως ακριβώς ήταν για την Σοφία ο Θωμάς Παπαφωτίου, που πίστεψε σ’ ένα ψέμα.»


«ΖΩΗ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ»

«μολογεται ρα μν κα ταύτ τος ζντας κ τν τεθνεώτων γεγονέναι οδν ττον  τος τεθνετας κ τν ζώντων…» Στίχος 72a.«Φαίδων» του Πλάτωνα. *

Μετάφραση: «Συμφωνούμε άρα μ’ αυτόν τον συλλογισμό, ότι οι ζωντανοί προέρχονται από τους νεκρούς, ακριβώς όπως οι νεκροί από τους ζωντανούς…» 

*Στον διάλογο που κάνει ο Σωκράτης με τον Πυθαγόρειο Κέβη σχετικά με την αθανασία της ψυχής.

«Τί είναι ο θάνατος; Για πολλούς η αφετηρία για μια άλλη ζωή. 

Μεγάλοι φιλόσοφοι στην αρχαία Ελλάδα, όπως ο Σωκράτης, ο Πλάτωνας και άλλοι, πίστευαν πως το σώμα είναι υλικό και φθείρεται, αντίθετα με την ψυχή που ζει και αναπνέει για πάντα. Το ίδιο κηρύττουν στο σύνολό τους ανατολικές θρησκείες και αιρέσεις.
Πεθαίνει κάποιος όταν δεν υπάρχει πια μέσα στη σκέψη μας και τα όνειρά μας δεν έχουν εκείνον πρωταγωνιστή.

Έτσι ήταν και ο Δημήτρης Σταυρόπουλος για τη μητέρα του την Πέρσα. Ο απόλυτος κυρίαρχος στον κόσμο της φαντασίας της. Από τη στιγμή που έφυγε από την ζωή ήταν μες στο μυαλό της και, πολύ περισσότερο, ζούσε στα δικά της όνειρα που γι' αυτήν ήταν πέρα για πέρα αληθινά, αφού τα ’βλεπε με τα μάτια της ψυχής της.
Η μεγάλη αγάπη και η πίστη πως ο Δημήτρης υπάρχει, θα οδηγήσει την Πέρσα από τα πιο σκοτεινά μονοπάτια του θανάτου, σ' εκείνα τα λαμπερά και της ζωής "ξαναβρίσκοντας" τον δικό της Δημήτρη.»



«ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΟΡΑ»

«Ένας ευτυχισμένος γάμος, του Αλέξη και  της  Άννας, στα λευκά σοκάκια τoυ  νησιού που μοιάζει  σαν  πεταλούδα. Κι η Μερόπη που, τελικά, στο τρίτο της στεφάνι βρίσκει εκείνο που έψαχνε. Αστυπάλαια, Φολέγανδρος, Σέρρες και ταξίδια ως την Αμερική για το Φάνη Βερνάρδο, που κρύβει και κρύβεται απ’ τα ένοχα μυστικά της οικογένειάς του. Κι από τη γυναίκα του, την Μερόπη.

Η πλούσια Πένυ που στην καλοκαιρινή περιοδεία της στα νησιά βρίσκει το Γιώργο, που θα της διδάξει και θα διδαχθεί ο ίδιος  απ’ αυτό που ποτέ δε βρήκαν οι δυο τους.

Και η «Θεία Δίκη» που καιροφυλακτεί για την απόδοση της δικαιοσύνης, τιμωρεί τη σωρεία εγκλημάτων διά χειρός του Φάνη, που, νεαρός ακόμα, σπρώχνει στα πιο απύθμενα νερά του νησιού τον ίδιο του τον πατέρα.
Η τελευταία φορά για τον Αλέξη, που πετάει μακριά το σκοτεινό παρελθόν του, δίχως να μάθει την αλήθεια, η τελευταία φορά και για τη Μερόπη, στα κάτασπρα σοκάκια της Αστυπαλιάς.
Κι ένας χορός. Για κάποιους θανάσιμος και για άλλους ο χορός της ευτυχίας που, ακόμα και στη δύση της ζωής, είναι εκεί, εκπληρώνοντας τις επιθυμίες τους.»

«ΣΕΡΓΙΑΝΙ ΣΤΗ ΖΩΗ»


«Σ' ένα νησί του Αιγαίου, ένα παιδί εξαφανίζεται κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες.
Ανάστατοι οι κάτοικοι το αναζητούν. Μάταια όμως... Μια οικογένεια από την Ελλάδα αποφασίζει να μεταναστεύσει στο Περθ της Αυστραλίας για μια καλύτερη ζωή. Μια νέα κοπέλα, η Μαρία, που προσπαθώντας να πραγματοποιήσει τα όνειρά της, εγκλωβίζεται σ' ένα μυστικό που για οποιαδήποτε άλλη γυναίκα αποτελεί το μεγαλύτερο αγαθό. Και κάπου εκεί ο Φράνσις κι ο Μιχάλης. Το κοινό σημείο και των τριών, η αγάπη και ο έρωτας. Συναισθήματα που δυστυχώς μετατρέπονται σε άρρωστο πάθος και ανελέητη εκδίκηση.»











2 σχόλια:

  1. Ευχαριστώ θερμά την Κλειώ Τσαλαπάτη που μου έδωσε την ευκαιρία μέσα απ' αυτήν την συνέντευξη να μιλήσω για τα βιβλία μου και για μένα. Την ευχαριστώ απο τα βάθη της καρδιάς μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Εγώ σε ευχαριστώ θερμά αγαπητέ Κώστα που διέθεσες χρόνο για να απαντήσεις στις ερωτήσεις μου, αλλά και για τα όμορφα ταξίδια του νου που μου προσέφερες μέσα από τα βιβλία σου! Κάθε επιτυχία σου εύχομαι!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή