Ταξίδια Μέσα Από Τη Λογοτεχνία!

Η Λογοτεχνία είναι για μένα ένα «παράθυρο» σ' έναν μαγικό κόσμο. Κάθε βιβλίο μάς ταξιδεύει σε κόσμους πραγματικούς ή φανταστικούς, τωρινούς, μελλοντικούς ή παρελθοντικούς. Ένα είναι το μόνο σίγουρο, κάθε βιβλίο που μας ενθουσιάζει, μας εντυπωσιάζει ή μας μαγεύει θέλουμε να το μοιραστούμε με άλλους φίλους-αναγνώστες. Έτσι κι εγώ, θέλω να μοιραστώ μαζί σας όσα βιβλία με ενθουσίασαν και με «γέμισαν» με πρωτόγνωρες ιδέες, εικόνες και συναισθήματα. Σαφώς και η άποψη του κάθε αναγνώστη είναι μοναδική και ένα βιβλίο που εμείς λατρέψαμε μπορεί κάποιος άλλος να το αντιπάθησε ή ακόμα και να το μίσησε... Μέσα από αυτήν την οπτική θεωρώ φρόνιμο να μη σχολιάζω όσα βιβλία δεν με εντυπωσίασαν ή με άφησαν αδιάφορη, διότι η άποψή μου είναι απολύτως υποκειμενική. Δεν θα ήθελα να προκαταλάβω αρνητικά κανέναν αναγνώστη, αποτρέποντάς τον από το να διαβάσει ένα βιβλίο το οποίο, ενδεχομένως, να τον ενθουσιάσει. Κάθε βιβλίο απαιτεί το κατάλληλο περιβάλλον, το υπόβαθρο και την ανάλογη διάθεση για να εκτιμηθεί, οπότε καλό θα είναι να μην απορρίπτουμε ποτέ τίποτα. Η έκφραση και αποτύπωση της δικής μου γνώμης για κάθε βιβλίο -αλλά και των απόψεων και σχολιασμών άλλων φίλων-συγγραφέων-αναγνωστών, που αναγράφονται στη σχετική κατηγορία-, έχουν ως μοναδικό σκοπό να εκφράσουν τον θαυμασμό μας για ορισμένα βιβλία που θεωρούμε άξια λόγου και θέλουμε να γίνουν ευρέως γνωστά, βοηθώντας έτσι τους αναγνώστες στην επιλογή του επόμενου βιβλίου που θα διαβάσουν. Πάντοτε με το μεγαλύτερο σεβασμό και θαυμασμό για όλους τους συγγραφείς, που μέσα από τις σελίδες των βιβλίων τους μας «ταξιδεύουν» μακριά από την εκάστοτε πραγματικότητα ή μας βοηθούν να την κατανοήσουμε καλύτερα, αλλά σε κάθε περίπτωση στολίζουν την ψυχή μας, οφείλω ένα μεγάλο ευχαριστώ!

Κλειώ Ισιδ. Τσαλαπάτη
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συνεντεύξεις Ελλήνων Συγγραφέων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συνεντεύξεις Ελλήνων Συγγραφέων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 8 Απριλίου 2020

Συνέντευξη με τη ΣΑΡΙΤΑ ΧΑΪΜ - Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

κ. Σαρίτα Χαΐμ
          Την εξαίρετη κ. Χαΐμ την είχα πρωτομάθει ως συγγραφέα από το προηγούμενο μυθιστόρημά της που είχε κυκλοφορήσει πριν λίγα χρόνια από τις εκδόσεις Μίνωας με τον πολύ ιντριγκαδόρικο τίτλο «Placebo». Το ίδιο το βιβλίο δεν μου δόθηκε η ευκαιρία να το διαβάσω ακόμα, όμως πριν από λίγο καιρό διάβασα το νέο της βιβλίο με τίτλο «Η αδελφή μου» από τις ίδιες εκδόσεις. Οι εντυπώσεις που αποκόμισα ήταν σαφώς οι καλύτερες και εννοείται πως με την πρώτη ευκαιρία θα ακολουθήσει η αναλυτική κριτική μου γι’ αυτό. Όμως, εν τω μεταξύ, η αγαπητή συγγραφέας είχε την καλοσύνη να μου απαντήσει στο ερωτηματολόγιο των «Φίλων της Λογοτεχνίας», σχολιάζοντας τα του νέου της πονήματος αλλά και τα της Λογοτεχνίας και της ζωής γενικότερα. Την ευχαριστώ θερμά για τον χρόνο που μου διέθεσε –όπως και για την υπομονή και κατανόησή της για την καθυστέρηση αυτής της ανάρτησης, την οποία όφειλα να έχω κάνει νωρίτερα–, της εύχομαι ολόψυχα καλή επιτυχία στο συνολικό συγγραφικό της έργο και σας προσκαλώ να διαβάσετε τις απαντήσεις της ώστε να γνωρίσετε κι εσείς λίγο καλύτερα την ταλαντούχα κ. Σαρίτα Χαΐμ!

1) Αγαπητή κυρία Χαΐμ, τις θερμές μας ευχές για το νέο, εξαιρετικό, κοινωνικό μυθιστόρημά σας που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μίνωας, με τίτλο «Η ΑΔΕΛΦΗ ΜΟΥ». Ποιο ήταν το έναυσμα για την ενασχόλησή σας με τον κόσμο της λογοτεχνίας και το αντικείμενο της συγγραφής;

Σας ευχαριστώ πολύ για τις ευχές και τα καλά σας λόγια για το βιβλίο. Το ενδιαφέρον μου για τη συγγραφή μετρά πολλά χρόνια και είναι αποτέλεσμα της μεγάλης αγάπης μου για τα βιβλία και το διάβασμα.

2) Από πού αντλείτε την έμπνευση για κάθε έργο σας και κάθε χαρακτήρα και πόσο δύσκολο είναι να σταχυολογήσετε τις απαραίτητες πληροφορίες, όταν αυτές απαιτούνται, ώστε να συνδυάσετε τυχόν ιστορικά γεγονότα, τόπους και μυθοπλασία στα βιβλία σας;

Υποθέτω ότι η αρχική ιδέα για κάθε βιβλίο προκύπτει από την προσωπική αισθητική και τις ευαισθησίες του συγγραφέα. Ωστόσο, η ανάπτυξη της πλοκής είναι αποτέλεσμα πειθαρχημένης δουλειάς που προϋποθέτει χρόνο και κόπο. Με τον ίδιο τρόπο επεξεργάζομαι τις ιδέες που σιγά σιγά μεταμορφώνονται σε πρόσωπα που έχουν ζωή, αδυναμίες και μυστικά και οι ιστορίες τους φέρουν μια αλήθεια.

3) Στο τελευταίο βιβλίο σας η πλοκή υφαίνεται γύρω από τις ανθρώπινες σχέσεις, την οικογένεια και το πώς μπορούν βιώματα του παρελθόντος, όπως το αντιλαμβανόμαστε, να μας επηρεάσουν στη μετέπειτα εξέλιξή μας. Ποια θεωρείτε ως την πιο σημαντική, ίσως και ανεξάντλητη, «πηγή ιδεών» για έναν συγγραφέα;

Οι ιδέες έρχονται συνήθως ακατέργαστες και μπορεί να περάσουν και να φύγουν χωρίς να τους δοθεί η πρέπουσα σημασία. Χρειάζεται μια εγρήγορση από την πλευρά του συγγραφέα για να κρατήσει την ιδέα και να την οδηγήσει στη δεξαμενή που τροφοδοτεί την έμπνευση. Είναι σημαντικό να μη χαθεί η «στιγμή».

4) Συνήθως, οι περισσότεροι συγγραφείς είτε έχουν σπουδάσει κάποιο αντικείμενο είτε ασκούν ως επάγγελμα κάτι εντελώς διαφορετικό από τη συγγραφική τους ιδιότητα. Εάν αυτό ισχύει και στη δική σας περίπτωση, θα θέλατε να μας πείτε πόσο αρμονικός είναι ο συνδυασμός όλων αυτών και κατά πόσο αλληλοεπηρεάζονται οι επιμέρους ιδιότητές σας;

Στη χώρα μας είναι πολύ δύσκολο να βιοποριστείς αποκλειστικά από τη συγγραφική ιδιότητα. Οι περισσότεροι συγγραφείς ασχολούνται παράλληλα με συναφή επαγγέλματα όπως αυτά του μεταφραστή, του δημοσιογράφου κ.λ.π. Εγώ για αρκετά χρόνια ασχολήθηκα ως κειμενογράφος.

5) Πιστεύετε πως το επιστημονικό υπόβαθρο είναι απαραίτητο για τη συγγραφή ενός βιβλίου ή αρκεί το έμφυτο συγγραφικό ταλέντο, η φαντασία και οι εμπειρίες του συγγραφέα;

Η λογοτεχνία δεν ασχολείται με επιστημονικά συγγράμματα και δεν θεωρώ πως είναι απαραίτητο το επιστημονικό υπόβαθρο. Ωστόσο, η προσωπική καλλιέργεια του συγγραφέα και η αγάπη του για τη λογοτεχνία αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την ενασχόλησή του με το γράψιμο.

6) Υπάρχει κάποιο μοτίβο ως προς το πότε σας «επισκέπτεται» η συγγραφική σας έμπνευση; Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ώρα, διάθεση ή τόπος, ίσως, που να σας προδιαθέτει να γράψετε ή είναι κάτι που «ρέει» αβίαστα από μέσα σας συνέχεια;

Έχω παρατηρήσει πως οι καλύτερες ιδέες αλλά και οι λύσεις για την εξέλιξη της πλοκής με επισκέπτονται όταν περπατώ –κάτι που κάνω καθημερινά– ή όταν βρίσκομαι κοντά στη θάλασσα. Είναι απίστευτη η δύναμη του υγρού στοιχείου στην έμπνευση.

7) Όταν ολοκληρώνετε ένα νέο βιβλίο σας αρκείστε μόνο στη δική σας γνώμη και αξιολόγηση, πριν προχωρήσετε στην έκδοσή του, ή αναζητάτε πρώτα την άποψη κάποιου οικείου σας προσώπου την κρίση του οποίου εμπιστεύεστε;

Ο πρώτος αναγνώστης των βιβλίων μου είναι ο σύντροφός μου. Μετά ακολουθούν οι άνθρωποι που ασχολούνται με την έκδοσή του και θα δώσουν εύστοχες συμβουλές.

8) Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για τα βιβλία σας και, γιατί όχι, την ιστορία «πίσω από την ιστορία» κάποιων από αυτά;

Το τελευταίο μου βιβλίο με τον τίτλο «Η αδελφή μου» από τις εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ αφηγείται την ιστορία της Μάρθας και της Κατερίνας, δυο αδελφών που αποχωρίστηκαν η μία την άλλη στην παιδική τους ηλικία, ύστερα από ένα τραγικό ατύχημα που λίγο έλειψε να στερήσει τη ζωή από τη μικρότερη. Ένα μήνυμα στον υπολογιστή της Κατερίνας από κάποιον άγνωστο θα τη φέρει πίσω να συναντήσει τη χαμένη της αδελφή. Θα πρέπει και οι δύο να διαχειριστούν την απουσία αλλά και να αποδεχτούν την αλήθεια που αποκαλύπτεται.
Το «Placebo» από τις εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ είναι η ιστορία μιας οικογένειας στα χρόνια της κρίσης στην Ελλάδα. Όλες οι ανησυχίες των γονιών που οι καταστάσεις τούς έκαναν να χάσουν το στίγμα τους και τον έρωτά τους. Ο γιος τους που επιθυμεί ένα μεταπτυχιακό και μια ζωή που να του αξίζει, η κόρη τους που αντιμετωπίζει μυστικά σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα αλλά και ο περίγυρός τους. Μια αληθινή απεικόνιση της Ελλάδας του σήμερα.
Και τέλος το «Ξεκόλλα…» από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη, είναι μια τρυφερή αλλά ταυτόχρονα σκληρή ιστορία για δύο φίλες που οι επιλογές αλλά και η ίδια η ζωή τις απομάκρυνε. Ένα απρόβλεπτο γεγονός ωστόσο τις φέρνει και πάλι κοντά.

9) Η συγγραφέας Σαρίτα Χαΐμ βρίσκει τον χρόνο να διαβάζει για δική της ευχαρίστηση και όχι μόνο για έρευνα πάνω σε κάποιο μελλοντικό βιβλίο της; Εφόσον συμβαίνει αυτό, ποιο είδος λογοτεχνίας προτιμάτε περισσότερο ως αναγνώστρια και γιατί;

Πάντα βρίσκω χρόνο για να διαβάσω. Εκτός από τη συγγραφική μου ενασχόληση είμαι μια φανατική αναγνώστρια. Μου αρέσουν τα βιβλία που σκιαγραφούν κοινωνικά θέματα και επικεντρώνονται στους χαρακτήρες με ψυχογραφικές αξιώσεις.

10) Θυμάστε το πρώτο σας ανάγνωσμα το οποίο σας «παρέσυρε» στον κόσμο της λογοτεχνίας; Ποια είναι τα αγαπημένα σας βιβλία και συγγραφείς; Υπάρχει κάποιο απόφθεγμα από βιβλίο το οποίο να καθόρισε τη μετέπειτα ζωή σας; Έχετε δεχθεί κάποιες επιρροές από ομότεχνούς σας, Έλληνες ή ξένους, σύγχρονους ή κλασσικούς, στον δικό σας τρόπο γραφής, ύφους ή θεματολογίας;

Ένα βιβλίο που κυριολεκτικά με συγκλόνισε στην παιδική μου ηλικία ήταν το «Όλιβερ Τουίστ» του Τσαρλς Ντίκενς. Ακόμα τον θεωρώ έναν από τους μεγαλύτερους συγγραφείς. Από τους πιο σύγχρονους αγαπώ τον Φίλιπ Ροθ, τον Πωλ Όστερ, την Τόνι Μόρρισον αλλά και την Ντόνα Ταρτ. Ωστόσο, συχνά απολαμβάνω Έλληνες συγγραφείς που έχουν έναν τρόπο γραφής που με αφορά.

11) Πιστεύετε πως ο συγγραφέας πρέπει να ταξιδεύει ώστε να έχει κάποια βιώματα από τις χώρες και τις τοποθεσίες τις οποίες, τυχόν, περιγράφει στα βιβλία του και πόσο εφικτό είναι αυτό στην πράξη, ιδιαίτερα στις μέρες μας; Είναι απαραίτητο κάτι τέτοιο, απλά και μόνο, για τη «διεύρυνση των οριζόντων» του;

Τα ταξίδια είναι πάντα διαφωτιστικά κι ανοίγουν δρόμους σκέψης, ωστόσο δεν θεωρώ πως είναι υποχρεωτικό για έναν συγγραφέα να είναι με μια βαλίτσα στο χέρι. Τα μεγαλύτερα ταξίδια οι συγγραφείς τα κάνουν με το μυαλό κι αυτή τους η ικανότητα είναι που τους ξεχωρίζει.

12) Θεωρείτε πως οι συγγραφείς θα πρέπει να ασχολούνται με διαφορετικά είδη λογοτεχνίας και να «πειραματίζονται» θεματολογικά, ρισκάροντας το υπάρχον αναγνωστικό τους κοινό, ή είναι προτιμότερο να εμμένουν στο είδος που τους έχει καθιερώσει;

Πιστεύω ότι ο συγγραφέας θα πρέπει να έχει την ελευθερία να πειραματιστεί όπως εκείνος θέλει. Το στυλ προκύπτει από τη σχολαστική γραφή και το είδος είναι μια απόφαση που μπορεί να αλλάξει στην πορεία, αν και από την εμπειρία μου αυτό δεν γίνεται συχνά. Συνήθως οι συγγραφείς ασχολούνται με το είδος που τους συγκινεί και σπάνια ξεφεύγουν από αυτό.

13) Ο συγγραφέας έχει χρέος να προβληματίζει τους αναγνώστες «αφυπνίζοντας» τη σκέψη τους ή ο σκοπός των βιβλίων του θα έπρεπε να είναι απλά και μόνο ψυχαγωγικός; Εσείς, ποια μηνύματα επιδιώκετε να «περάσετε» στους αναγνώστες σας και σε ποιο είδος αναγνωστικού κοινού, συνήθως, απευθύνεστε μέσα από το συγγραφικό έργο σας;

Αποφεύγω στα βιβλία μου να «σηκώνω το δάκτυλο». Δεν γράφω με σκοπό να εκπαιδεύσω, ούτε να υποδείξω. Ωστόσο οι ιστορίες μου έχουν πάντα κάτι παραπάνω να πουν. Έναν προβληματισμό που βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια και θέλει λίγο «ξύσιμο» για να αποκαλυφθεί. Αφήνω στη διάθεση του αναγνώστη το πόσο βαθιά θα φτάσει.

14) Θεωρείτε πως η σύγχρονη πραγματικότητα μπορεί να αποτελέσει πηγή έμπνευσης για τους συγγραφείς και, ειδικότερα, οι τόσο δύσκολες καταστάσεις που βιώνουμε τελευταία στην πατρίδα μας; Ή μήπως το ζητούμενο από τους αναγνώστες είναι ακριβώς η «φυγή» από αυτήν τη ζοφερή πραγματικότητα;

Αυτό αφορά κυρίως τον ίδιο τον συγγραφέα και τη λογοτεχνία με την οποία θέλει να ασχοληθεί. Η σύγχρονη πραγματικότητα είναι μια χρήσιμη πηγή πληροφοριών που μπορεί ωστόσο να συνδυαστεί με στοιχεία που οδηγούν τον αναγνώστη έξω από τα γνωστά ύδατα.

15) Στη σύγχρονη καθημερινότητα και στην εποχή της άκρατης τεχνολογίας που διανύουμε, ποια θεωρείτε πως είναι η θέση του λογοτεχνικού βιβλίου; Περνάει, τελικά, το βιβλίο κρίση στη χώρα μας ή διεθνώς και τι θα μπορούσαμε να κάνουμε ώστε να γίνει πιο προσιτό στο αναγνωστικό κοινό και, ιδιαίτερα, στους νέους;

Πιστεύω ότι το βιβλίο δεν θα περνούσε καμία κρίση αν είχαμε αναπτύξει περισσότερο την αναγνωστική μας κουλτούρα. Με χαρά βλέπω τον κόσμο να διαβάζει για παράδειγμα στο μετρό, έχουμε ωστόσο μπροστά μας πολύ δρόμο να διανύσουμε.

16) Είχατε κάποιους «ενδοιασμούς» όταν αποφασίσατε να δώσετε το πρώτο σας βιβλίο προς έκδοση; Αγωνιούσατε ως προς την αποδοχή που θα τύχαινε αυτό από το αναγνωστικό κοινό; Η θεματολογία των βιβλίων σας, πιστεύετε πως παίζει τον δικό της ρόλο στην αποδοχή αυτή;

Η έκδοση του πρώτου μου βιβλίου έγινε σχεδόν φυσικά όταν επέστρεψα στην Ελλάδα ύστερα από αρκετά χρόνια παραμονής μου στο εξωτερικό. Ήταν καθώς φαίνεται η κατάλληλη στιγμή για να συμβεί. Έγραφα από την παιδική μου ηλικία οπότε υπήρχε μια γόνιμη αναμονή. Ύστερα από την έκδοση τριών βιβλίων μπορώ με μεγάλη σιγουριά να πω πως κάθε φορά είναι σαν την πρώτη φορά. Η αποδοχή των βιβλίων είναι κάτι που απασχολεί κάθε συγγραφέα που επιθυμεί να κινήσει το ενδιαφέρον των αναγνωστών του.

17) Εσείς, με την έως τώρα πείρα σας στον χώρο της συγγραφής, τι θα συμβουλεύατε όλους τους νέους επίδοξους συγγραφείς, που ονειρεύονται να δουν κάποτε ένα βιβλίο τους στις προθήκες των βιβλιοπωλείων και, ιδιαίτερα, εν μέσω αυτής της δύσκολης οικονομικής συγκυρίας;

Η φιλική μου προτροπή θα ήταν: να διαβάζουν πολύ, να γράφουν περισσότερο και να ονειρεύονται σαν να είναι παιδιά.

18) Κλείνοντας και, αφού σας ευχαριστήσω θερμά για την τιμή της παραχώρησης αυτής της συνέντευξης, θα ήθελα να σας ευχηθώ ολόψυχα καλή επιτυχία στο νέο μυθιστόρημά σας «Η ΑΔΕΛΦΗ ΜΟΥ», και να σας ρωτήσω για τα άμεσα συγγραφικά σας σχέδια. Τι να περιμένουμε από εσάς στο μέλλον;

Σας ευχαριστώ πολύ για τη φιλοξενία. Βρίσκομαι σε μια περίοδο που συλλέγω το υλικό για το επόμενο βιβλίο μου, οπότε είναι νωρίς ακόμα για να μιλήσω για αυτό.

Βιογραφικό σημείωμα συγγραφέα:

Η Σαρίτα Χαΐμ γεννήθηκε τον Φεβρουάριο του 1968 στην Αθήνα. Σπούδασε στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών Πολιτικές Επιστήμες και Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας. Ασχολήθηκε με το μάρκετινγκ και τη διαφήμιση και έζησε για οχτώ χρόνια στο Βουκουρέστι και στο Τορόντο. Η αδελφή μου είναι το τρίτο της βιβλίο.

Κυκλοφορούν επίσης: Placebo (Μίνωας, 2017) και Ξεκόλλα… (Γαβριηλίδης, 2012).

Πρόσφατη εργογραφία συγγραφέα:

«Η ΑΔΕΛΦΗ ΜΟΥ», της Σαρίτα Χαΐμ
Εκδόσεις: Μίνωας (2019)
Σελίδες: 448
Τιμή με έκπτωση: 14,94€

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

Έχω μια αδελφή. Σε αυτή την παραδοχή εγκλωβίστηκε η παιδική, η εφηβική και η ενήλικη ζωή μου, τις περισσότερες φορές τρώγοντας τα μούτρα της, καθώς το αυτονόητο της ύπαρξής της στεκόταν πάντα πλάι στη διαρκή απουσία της.

Μια πυρκαγιά που λίγο έλειψε να σκοτώσει την επτάχρονη Μάρθα βγάζει ανεξήγητα από τη ζωή της τη μεγαλύτερη αδελφή της, Κατερίνα. Ύστερα από χρόνια, ένα μήνυμα στο messenger από τον άγνωστο Ηλία Π. που ζει σε ένα ελληνικό νησί έρχεται να ταράξει την επιτυχημένη ζωή της Μάρθας, η οποία μένει πλέον μόνιμα στο Τορόντο.

Μια συνάντηση που επιφυλάσσει εκπλήξεις ωθεί τις δύο γυναίκες να βουτήξουν στα κατάβαθα της ύπαρξής τους αλλά και να αποτινάξουν από τις πλάτες τους το βάρος μιας ατελούς ταυτότητας.

Οι ανείπωτες αλήθειες είναι αδυσώπητες, μα στέκονται μπροστά στα μάτια καθαρές κι έντιμες. Φτάνει να είσαι σε θέση να τις ακούσεις.

«Μια ιστορία εξιλέωσης και συγχώρεσης που σε κερδίζει από την πρώτη αράδα. Δυο γυναίκες που φλέγονται από ένα τραύμα στην παιδική ηλικία. Και όλοι εμείς που παρακολουθούμε με αγωνία ως την τελευταία σελίδα: Θα καταφέρει η αδερφική αγάπη να βγει ζωντανή από τις στάχτες;»
Αναστασία Καμβύση

«Δυο αδελφές που χωρίστηκαν από τη ζωή και την απόσταση. Δυο διαφορετικοί κόσμοι ή, αν θέλετε, δύο διαφορετικές ματιές σε έναν κόσμο. Η Σαρίτα Χαΐμ κάνει μια τολμηρή κατάδυση στις ψυχές των χαρακτήρων της. Και στο σκηνικό της οι πρωταγωνιστές δίνουν μορφή στις σκιές που ζουν μέσα μας».
Κώστας Γιαννακίδης

«PLACEBO», της Σαρίτα Χαΐμ
Εκδόσεις: Μίνωας (2017)
Σελίδες: 520
Τιμή με έκπτωση: 15,29€

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

Οι κολλητοί του τον φωνάζουν Μπίλλυ, το ίδιο και η οικογένειά του, για όλους τους άλλους είναι απλώς ο Βασίλης. Ένας νέος είκοσι δύο χρονών με πολλά «γκάζια» κι αχαλίνωτη δημιουργικότητα. Με το χαρτί του πανεπιστημίου στο χέρι, ονειρεύεται ένα μεταπτυχιακό στο εξωτερικό που θα του χαρίσει φτερά. Μέχρι να βρεθούν τα χρήματα, δουλεύει στην καφετέρια της μητέρας του, ενώ τα βράδια καταπιάνεται με τη δημιουργία ενός περιοδικού φανζίν με τον τίτλο Placebo.

Στην κουρασμένη πόλη της απρόσωπης εικονικής επικοινωνίας, o Μπίλλυ αναζητά την αυτοπραγμάτωσή του. Δεν έχει σκοπό ν’ αφήσει τη ζωή να τον στριμώξει στα καλούπια της. Είναι αποφασισμένος να τη ζήσει όπως ακριβώς θέλει. Μπορεί όμως;

Σαν δορυφόροι γύρω του κινούνται συγγενικά και φιλικά πρόσωπα, που αντιμετωπίζουν απρόβλεπτες καταστάσεις και οδηγούνται σε συγκρούσεις. Μπροστά σε όλα αυτά, ο Μπίλλυ καλείται να ενηλικιωθεί βίαια και να πάρει αποφάσεις που δεν αφορούν μόνο τον ίδιο.

Όταν οι πληγές είναι ανοιχτές και οι απαιτήσεις και τα όνειρα φαντάζουν πολυτέλεια, το να είσαι νέος στη σύγχρονη Ελλάδα μοιάζει ασυγχώρητο.

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2020

Συνέντευξη με τον ΗΡΑΚΛΗ ΓΕΩΡΓΑΝΤΗ - Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

κ. Ηρακλής Γεωργαντής
          Κάθε εκ πεποιθήσεως αναγνώστης, που σέβεται τον εαυτό του, νομίζω πως βρίσκεται σε διαρκή αναζήτηση νέου συγγραφικού αίματος. Όσο κι αν έχει διαβάσει τα κλασικά και αξεπέραστα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, όσο κι αν έχει ξεχωρίσει κάποιους αγαπημένους του συγγραφείς που τους ακολουθεί πιστά σε κάθε νέο έργο τους, πάντα θα υπάρχει χώρος και επιθυμία για την ανακάλυψη ενός νέου συγγραφέα. Ήταν, λοιπόν, πραγματική ικανοποίηση για μένα –όπως πιστεύω και για πολλούς άλλους αναγνώστες– η ανακάλυψη του πρώτου συγγραφικού πονήματος του κ. Ηρακλή Γεωργαντή που κυκλοφορεί από τις αγαπημένες εκδόσεις Κλειδάριθμος με τίτλο «Τρεις βαθμοί μυωπίας – Βιβλίο 1: Χριστίνα». Πρόκειται για ένα σύγχρονο νουάρ ερωτικό μυθιστόρημα το οποίο εκτυλίσσεται στη σύγχρονη Αθήνα της κρίσης και το οποίο πραγματικά με ενθουσίασε και με καθήλωσε με την πρωτότυπη και ευρηματική υπόθεσή του. Η τριλογία του κ. Γεωργαντή «Τρεις βαθμοί μυωπίας» θα ολοκληρωθεί με την κυκλοφορία των δύο επόμενων βιβλίων του με τίτλους: «Βιβλίο 2: Ναταλία» και «Βιβλίο 3: Άννα». Με αφορμή την κυκλοφορία αυτού του πρώτου βιβλίου της τριλογίας του, ο συγγραφέας είχε την καλοσύνη να απαντήσει σε ορισμένες ερωτήσεις μου για τους «Φίλους της Λογοτεχνίας». Από τις απαντήσεις του κρατώ την πολύ ενδιαφέρουσα άποψή του που μαρτυράει πολλά για την κοσμοθεωρία του ως συγγραφέα: «Αυτός πρέπει να είναι κατά τη γνώμη μου ο στόχος του μυθιστορήματος: όχι να πει σε κάποιον πώς πρέπει να ζήσει, αλλά να του παρουσιάσει τη ζωή». Τον ευχαριστώ θερμά για τον χρόνο που μου διέθεσε, του εύχομαι ολόψυχα καλή επιτυχία στο συνολικό συγγραφικό του έργο και σας προσκαλώ να διαβάσετε τις απαντήσεις του, ώστε να γνωρίσετε κι εσείς λίγο καλύτερα τον εξαίρετο Ηρακλή Γεωργαντή!

1) Αγαπητέ κύριε Γεωργαντή, τις θερμές μας ευχές για το πρώτο εξαιρετικό μυθιστόρημά σας που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος, με τίτλο «Τρεις βαθμοί μυωπίας – Βιβλίο 1: Χριστίνα». Ποιο ήταν το έναυσμα για την ενασχόλησή σας με τον κόσμο της λογοτεχνίας και το αντικείμενο της συγγραφής;

Καταρχάς, σας ευχαριστώ πολύ για τη φιλοξενία και για τα καλά σας λόγια. Η συγγραφή συνιστά έναν ιδιότυπο διάλογο, μεταξύ του συγγραφέα και του αναγνώστη. Ο συγγραφέας μιλάει και παράλληλα φαντάζεται τις αντιδράσεις του μελλοντικού αναγνώστη. Εγώ θέλησα να ανοίξω αυτόν τον διάλογο, όταν αισθάνθηκα την ανάγκη να εκφραστώ και είδα ότι μπορώ να το κάνω με ενδιαφέροντα τρόπο.

2) Στο βιβλίο σας η σύγχρονη πραγματικότητα της κοινωνικής, ηθικής και οικονομικής κρίσης αποτελεί το κύριο φόντο της πλοκής, ενώ η μυθοπλασία σας κινείται στη νουάρ ατμόσφαιρα. Εσείς ποια θεωρείτε ως την πιο σημαντική, ίσως και ανεξάντλητη, «πηγή ιδεών» για έναν συγγραφέα;

Τις αντιδράσεις των ανθρώπων όταν βρίσκονται σε ακραίες συναισθηματικές καταστάσεις. Για αυτόν τον λόγο θεωρώ ότι ο συγγραφέας πρέπει πρώτα να έχει υποστεί αυτές τις αντιδράσεις και να έχει βιώσει έντονες συναισθηματικές καταστάσεις, προκειμένου γράφοντας να μπορεί να δημιουργεί γνήσιους χαρακτήρες. Έτσι λοιπόν επιλέγω να ζω και να γράφω, χρησιμοποιώντας ως πρώτη ύλη βιωματικές εμπειρίες, προσαρμοσμένες στις ανάγκες της πλοκής.

3) Συνήθως, οι περισσότεροι συγγραφείς είτε έχουν σπουδάσει κάποιο αντικείμενο είτε ασκούν ως επάγγελμα κάτι εντελώς διαφορετικό από τη συγγραφική τους ιδιότητα. Πιστεύετε πως το επιστημονικό υπόβαθρο είναι απαραίτητο για τη συγγραφή ενός βιβλίου ή αρκεί το έμφυτο συγγραφικό ταλέντο, η φαντασία και οι εμπειρίες κάθε συγγραφέα;

Είναι απολύτως απαραίτητο ο συγγραφέας να γνωρίζει άριστα τη γλώσσα, ώστε να έχει τη δυνατότητα να είναι ακριβής στις περιγραφές του. Όταν έχει κάποια σκέψη στο μυαλό του ή κάποια εικόνα, θα πρέπει να έχει εναργή πληθώρα λέξεων και συντακτικών σχημάτων, προκειμένου να τη διατυπώσει όπως ακριβώς τη σκέφτεται. Παρόλα αυτά η αφήγηση είναι μία ενστικτώδης διαδικασία που στηρίζεται στο ταλέντο. Δεν μπορεί να διδαχθεί, αλλά μόνο να βελτιωθεί μέσω της άσκησης. Το επιστημονικό υπόβαθρο τώρα είναι σημαντικό όταν ο συγγραφέας επιλέξει να εκτυλίξει τον μύθο του σε ιδιαίτερους χώρους, π.χ. αστυνομία, φυλακές, των οποίων η λειτουργία ήταν αντικείμενο των σπουδών του, αφού σε συνδυασμό με την εμπειρία της άσκησης του επαγγέλματός του μέσα στους χώρους αυτούς, του δίνει το πλεονέκτημα της περιγραφής των ρόλων του καθενός, όπως ακριβώς είναι.

4) Υπάρχει κάποιο μοτίβο ως προς το πότε σας «επισκέπτεται» η συγγραφική σας έμπνευση; Όταν ολοκληρώνετε ένα βιβλίο σας, αρκείστε μόνο στη δική σας γνώμη και αξιολόγηση –πριν προχωρήσετε στην έκδοσή του– ή αναζητάτε πρώτα την άποψη κάποιου οικείου σας προσώπου την κρίση του οποίου εμπιστεύεστε; Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για το βιβλίο σας και, γιατί όχι, την ιστορία «πίσω από την ιστορία» αυτού;

Η έμπνευση με επισκέπτεται καθημερινά. Για αυτό φροντίζω να έχω ανοιχτά τα μάτια μου για να τη δω. Γύρω μου υπάρχουν πηγές έμπνευσης που με περιμένουν να τις παρατηρήσω. Αν εγώ αδιαφορήσω, εξαϋλώνονται και εξαφανίζονται. Αν αποκωδικοποιήσω την πραγματική ή την αλληγορική αξία τους, τότε πολύ σύντομα θα αποτελέσουν δημιουργικό μέρος της συγγραφής μου.
Έχω απόλυτη ανάγκη τη γνώμη των άλλων πριν θεωρήσω ότι ένα έργο μου είναι ολοκληρωμένο. Το βιβλίο θα πρέπει να διαβαστεί προηγουμένως από ανθρώπους διαφορετικούς μεταξύ τους, προκειμένου να δω αν εστιάζουν στα σημεία του βιβλίου που κατά το στάδιο της συγγραφής θεωρώ ως κορυφαία. Οι εντυπώσεις τους είναι πολύ χρήσιμες. Τα βιβλία μου γράφονται κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να είναι ενδιαφέροντα και για αυτόν που θέλει να εμβαθύνει περισσότερο, αλλά και για αυτόν που ενδιαφέρεται απλώς να ζήσει μέσα στην ιστορία του βιβλίου. Αν αισθανθώ ότι το βιβλίο χρειάζεται κάποια συμπλήρωση, προκειμένου να ικανοποιηθεί καλύτερα η ανάγκη κάποιου από τους δύο, τότε επεμβαίνω και το προσαρμόζω. Όμως πάντοτε σαφές προσωπικό μου όριο είναι η λογοτεχνία. Το απολύτως εύκολο κείμενο το απορρίπτω.
Υπάρχουν πολλές ιστορίες πίσω από την ιστορία του βιβλίου. Νομίζω ότι οι εμπειρίες μου μοιάζουν με την εικόνα μίας βιβλιοθήκης. Συμπεριλαμβάνει τα βιβλία που έχω διαβάσει, αλλά όταν την κοιτάξω από μακριά αποτελεί από μόνη της ένα ιδιαίτερο εικαστικό δημιούργημα. Ίσως τελικά αυτό είναι η συγγραφή. Η οπτική που επιλέγεις να κοιτάς τις εμπειρίες σου, τη βιβλιοθήκη σου.

5) Ο συγγραφέας Ηρακλής Γεωργαντής βρίσκει τον χρόνο να διαβάζει για δική του ευχαρίστηση και όχι μόνο για έρευνα πάνω σε κάποιο μελλοντικό βιβλίο του; Εφόσον συμβαίνει αυτό, ποιο είδος λογοτεχνίας προτιμάτε περισσότερο ως αναγνώστης και γιατί;

Την καλή λογοτεχνία. Σε όποιο είδος και αν ανήκει. Αρκεί το βιβλίο να είναι καλογραμμένο και η ανάλυση να φτάνει μέχρι το βάθος. Την περίοδο αυτή όμως γράφω την «Άννα», το τρίτο βιβλίο της τριλογίας, ενώ πριν λίγο διάστημα παρέδωσα τη «Ναταλία». Ο χρόνος μου αυτό το διάστημα, εξαιτίας της συγγραφής σε συνδυασμό με τη δικηγορία, είναι δυστυχώς εξαιρετικά περιορισμένος για διάβασμα βιβλίων που θα ήθελα να διαβάσω.

6) Θυμάστε το πρώτο σας ανάγνωσμα το οποίο σας «παρέσυρε» στον κόσμο της λογοτεχνίας; Ποια είναι τα αγαπημένα σας βιβλία και συγγραφείς; Υπάρχει κάποιο απόφθεγμα από βιβλίο το οποίο να καθόρισε τη μετέπειτα ζωή σας; Έχετε δεχθεί κάποιες επιρροές από ομότεχνούς σας –Έλληνες ή ξένους, σύγχρονους ή κλασσικούς– στον δικό σας τρόπο γραφής, ύφους ή θεματολογίας;

Το πρώτο μυθιστόρημα που διάβασα ήταν ο «Τύραννος» του Κρόνιν. Η ιδέα όμως ότι μπορώ να γράψω ήρθε με το «1Q84» του Μουρακάμι. Υπάρχουν πολλά αγαπημένα μου βιβλία, όμως ξεχωρίζω το «Θάνατος στη Βενετία» του Τόμας Μαν και ο «Οδυσσέας» του Τζέιμς Τζόις. Από τον «Οδυσσέα» έχω συγκρατήσει τη φράση που αναφέρει βλέποντας φύκια στη θάλασσα να μετασχηματίζονται με τον παφλασμό του κύματος: «Μάταια συγκεντρωμένα, άσκοπα αραιωμένα, με το κύμα πάνε, με το κύμα έρχονται». Νομίζω ότι αυτή η φράση παρομοιάζει κατά τον καλύτερο τρόπο την επιπολαιότητα των ανθρώπων. Από το «Θάνατος στη Βενετία» έχω συγκρατήσει τη φράση: «όταν ξεκινάς να κρίνεις κάποιον, σταματάς να τον αγαπάς». Ο τρόπος γραφής μου, παρά το γεγονός ότι θαυμάζω πολλούς συγγραφείς, δεν είναι επηρεασμένος από αυτούς. Χαράζω ένα προσωπικό μονοπάτι.

7) Θεωρείτε πως οι συγγραφείς θα πρέπει να ασχολούνται με διαφορετικά είδη λογοτεχνίας και να «πειραματίζονται» θεματολογικά –ρισκάροντας το υπάρχον αναγνωστικό τους κοινό– ή είναι προτιμότερο να παραμένουν στο είδος που τους έχει καθιερώσει; Εσείς, ποια μηνύματα επιδιώκετε να «περάσετε» στους αναγνώστες σας και σε ποιο είδος αναγνωστικού κοινού, συνήθως, απευθύνεστε μέσα από το συγγραφικό έργο σας;

Ο συγγραφέας περιγράφει ιστορίες. Δεν πρέπει ποτέ να ακολουθεί το ίδιο μοτίβο. Αν είναι να γράφεις για να νιώθεις ασφαλής, καλύτερα να μη γράφεις. Για αυτό πρέπει να κινηθείς σε όλους τους χώρους. Ένας άνθρωπος που κάνει κάθε μέρα το ίδιο πράγμα, επειδή αισθάνεται ασφαλής μέσα σε αυτό, έχοντας ήδη δημιουργήσει ένα περιβάλλον ανθρώπων, οι οποίοι αναγνωρίζουν την αξία του και δεν θέλει να εκτεθεί σε άλλους, θα καταντήσει γρήγορα βαρετός και επικριτικός με καθετί νέο. Για αυτό, θα πρέπει να κινείται σε διαφορετικούς χώρους, διατηρώντας όμως πάντοτε τον χαρακτήρα του. Αλλιώς θα είναι γελοίος. Έτσι λοιπόν, ο συγγραφέας πρέπει να ρισκάρει, διατηρώντας όμως το δικό του ύφος, χωρίς να προσπαθεί να μιμηθεί τους πετυχημένους κάθε νέου χώρου, όπου αποφασίζει να κινηθεί.
Μου αρέσει ιδιαίτερα η ερώτηση που μου απευθύνετε για τα μηνύματα του μυθιστορήματος. Στα μυθιστορήματά μου, οι ψυχοσυνθέσεις των πρωταγωνιστών παρουσιάζονται όπως είναι. Όχι όπως έπρεπε ή θα θέλαμε να είναι. Ο αναγνώστης βλέποντας τις αντιδράσεις αυτών των ανθρώπων αντλεί εμπειρίες, τις οποίες θα μπορούσε να αντλήσει και αν τις βίωνε ο ίδιος, αλλά με τραυματικά συνεπακόλουθα. Έτσι, γίνεται πιο ώριμος χωρίς να χρειαστεί να πονέσει. Αυτός πρέπει να είναι κατά τη γνώμη μου ο στόχος του μυθιστορήματος: όχι να πει σε κάποιον πώς πρέπει να ζήσει, αλλά να του παρουσιάσει τη ζωή. Έστω και αν πολλοί αναγνώστες ονειρεύονται να διαβάσουν για το χάδι ή την έτοιμη λύση –και αυτό είναι απόλυτα φυσιολογικό–, τα δικά μου βιβλία δεν έρχονται να καλύψουν αυτή την ανάγκη. Τους εκθέτουν σε εμπειρίες, ώστε να εκπαιδευτούν να αποφεύγουν τις σφαλιάρες. Όταν μάθεις να αποφεύγεις τις σφαλιάρες, τότε εύκολα μπορείς να αναζητήσεις το χάδι. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερο ανάγνωσμα για αυτό. Όταν ψάχνεις όμως το χάδι ή τους υπεράνθρωπους ήρωες, τότε θα είσαι εντελώς απροετοίμαστος στις σφαλιάρες της ζωής. Αυτά τα μηνύματα θέλω να περάσω με τα βιβλία μου. Το αναγνωστικό κοινό στο οποίο απευθύνομαι, είναι αυτό που δεν θέλει να ζει στην επιφάνεια. Αυτό που θέλει να καταλάβει και για αυτό διαβάζει.

8) Στη σύγχρονη καθημερινότητά μας και ειδικά στην εποχή της άκρατης τεχνολογίας και της οικονομικής δυσπραγίας που διανύουμε, ποια θεωρείτε πως είναι η θέση του λογοτεχνικού βιβλίου; Περνάει, τελικά, το βιβλίο κρίση στη χώρα μας ή διεθνώς και τι θα μπορούσαμε να κάνουμε ώστε να γίνει πιο προσιτό στο αναγνωστικό κοινό και, ιδιαίτερα, στους νέους;

Ο γνήσιος λόγος πιστεύω ότι θα κυριαρχήσει στο μέλλον, αφού ο σύγχρονος άνθρωπος δείχνει να θέλει να τον ακούσει αλλά και να τον επικοινωνήσει. Σε αυτή την πρώτη φάση, κυριαρχούν άναρχα τα αποφθέγματα. Είτε με τη μορφή graffiti είτε με τη μορφή αναρτήσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αν δείτε και τη μετεξέλιξη της μουσικής, θα διαπιστώσετε ότι η ραπ κερδίζει συνεχώς χώρο, γιατί έχει περισσότερο λόγο. Από τη στιγμή λοιπόν που ο άνθρωπος διαβάζει παντού συμβουλές για το πως θα ζήσει, είναι ανοιχτός ο δρόμος για τη λογοτεχνία, περισσότερο από ποτέ. Αργά ή γρήγορα, θα κυριαρχήσει και η καλή λογοτεχνία. Στην αρχαία Ελλάδα πρώτα ξεκίνησαν οι απλές θεατρικές παραστάσεις στις διονυσιακές τελετές και αναπόφευκτα εμφανίστηκαν στη συνέχεια και αγαπήθηκαν οι τραγικοί ποιητές.

9) Είχατε κάποιους «ενδοιασμούς» όταν αποφασίσατε να δώσετε το πρώτο σας βιβλίο προς έκδοση; Αγωνιούσατε ως προς την αποδοχή που θα τύχαινε αυτό από το αναγνωστικό κοινό; Η θεματολογία των βιβλίων σας, πιστεύετε πως παίζει τον δικό της ρόλο στην αποδοχή αυτή; Εσείς, με την έως τώρα πείρα σας στον χώρο της συγγραφής, τι θα συμβουλεύατε όλους τους νέους επίδοξους συγγραφείς, που ονειρεύονται να δουν κάποτε ένα βιβλίο τους στις προθήκες των βιβλιοπωλείων;

Φυσικά και είχα ενδοιασμούς. Η επιλογή μου να εμπεριέχονται στο βιβλίο διάλογοι βαθιάς ψυχολογικής ανάλυσης και η ανάλυση των χαρακτήρων, ήξερα ότι θα δυσκόλευε τον αναγνώστη και θα τον καλούσε να αφιερωθεί στην ανάγνωση. Αυτό ίσως συνέβαλε αρνητικά στην εμπορικότητά του. Ευτυχώς όμως, το βιβλίο αγαπήθηκε ακριβώς για αυτή την ιδιαιτερότητά του. Εκτός αυτού, υπήρχε ο ενδοιασμός για το πώς θα εισπράξει το αναγνωστικό κοινό τις σεξουαλικές σκηνές, οι οποίες είναι αρκετά έντονες, αλλά όφειλαν να είναι τέτοιες έτσι ώστε να αναλογούν στην ατμόσφαιρα του βιβλίου. Τελικά και σε αυτό το σημείο υπήρχε αποδοχή. Οι νέοι συγγραφείς θα πρέπει να αφιερώνουν πάρα πολύ χρόνο, ώστε το δημιούργημα που θα φύγει από τα χέρια τους να είναι το καλύτερο που μπορούν να δώσουν. Αν υποτεθεί ότι σε μία κλίμακα από το 1 μέχρι το 10 ένας συγγραφέας μπορεί να φτάσει το βιβλίο του στο βαθμό 6 αφιερώνοντας 500 ώρες, για να το φτάσει στο 7 χρειάζονται 1.000 ώρες και στο 8 χρειάζονται 3.000 ώρες. Ο συγγραφέας είναι υποχρεωμένος να μην κάνει εκπτώσεις στην προσπάθειά του και το αναγνωστικό κοινό θα τον ανταμείψει.

10) Κλείνοντας και, αφού σας ευχαριστήσω θερμά για την τιμή της παραχώρησης αυτής της συνέντευξης, θα ήθελα να σας ευχηθώ ολόψυχα καλή επιτυχία στο νέο μυθιστόρημά σας «Τρεις βαθμοί μυωπίας – Βιβλίο 1: Χριστίνα», και να σας ρωτήσω για τα άμεσα συγγραφικά σας σχέδια. Τι να περιμένουμε από εσάς στο μέλλον;

Τη Ναταλία και την Άννα!
 
Βιογραφικό σημείωμα του Ηρακλή Γεωργαντή:

Ο Ηρακλής Γεωργαντής γεννήθηκε το 1970, ζει στην Αθήνα, είναι δικηγόρος, συνεχίζει να ταξιδεύει, να συλλέγει και να οικοδομεί. Το βιβλίο του «Τρεις βαθμοί μυωπίας – Χριστίνα» είναι το πρώτο της νουάρ τριλογίας, η οποία θα ολοκληρωθεί με τα βιβλία Ναταλία, Άννα.

Έργα του Ηρακλή Γεωργαντή:

Εκδόσεις: Κλειδάριθμος (2019)
Σελίδες: 432
Τιμή με έκπτωση: 14,94€

Διαβάστε την κριτική για το βιβλίο όπως αυτή αναρτήθηκε στους «Φίλους της Λογοτεχνίας» από τον ακόλουθο σύνδεσμο:

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

Το πρώτο βιβλίο της νέας νουάρ τριλογίας του Ηρακλή Γεωργαντή.

Μια ιστορία αγάπης και μίσους, εγκλήματος και προσωπικής αναζήτησης με φόντο τη σύγχρονη Αθήνα.

Πέντε εντελώς διαφορετικές γυναίκες, η Χριστίνα, η Λυδία, η Μάιρα, η Έμμα και η Στεφανία προσεγγίζουν, καθεμία με τον δικό της τρόπο, την ευτυχία, τον έρωτα, την εξουσία και το μέλλον. Ένα έγκλημα, το οποίο σκηνοθετείται από τον Μάριο, ώστε να μοιάζει με ατύχημα για να εισπραχθεί η ασφάλεια ζωής, εμφανίζει στο προσκήνιο τον δικηγόρο Ηριδανό, ο οποίος αναλαμβάνει την υπόθεση. Η παρουσία των δύο αυτών ανδρών, γίνεται αφορμή για συγκρούσεις αλλά και για εύθραυστες συμμαχίες.

Οι πρωταγωνιστές κρύβουν και κρύβονται από την αλήθεια, διεκδικώντας περισσότερα από αυτά που τους αναλογούν. Ο ερευνητής Βασδέκης, διορισμένος από την ασφαλιστική εταιρεία, κινούμενος μεθοδικά, φτάνει ένα βήμα πριν από την αποκάλυψη της απάτης. Το ανατρεπτικό τέλος τους φέρνει όλους αντιμέτωπους με την αλήθεια που αγνοούσαν. Όλοι θα μπορούσαν να την είχαν προβλέψει, αν επέλεγαν να βλέπουν τα πράγματα χωρίς την ασάφεια που δίνουν στην όραση «οι τρεις βαθμοί μυωπίας».

Πρόκειται για μία σειρά τριών νουάρ βιβλίων με κοινό στοιχείο την εσφαλμένη κατανόηση του περιβάλλοντος, στην οποία οδηγούνται οι πρωταγωνιστές εξαιτίας της επιπόλαιης τάσης τους να σχηματοποιούν, κατά το δοκούν, αδιευκρίνιστες καταστάσεις και συναισθήματα. Για τον συγγραφέα, η ελλιπής κατανόηση συναισθημάτων και χαρακτήρων είναι παρόμοια με τη θολή οπτική του φυσικού περιβάλλοντος, όταν επιλέγει να το αντικρίσει κανείς με τη στρέβλωση που επιφέρουν τρεις βαθμοί μυωπίας.

«Αν ένας άνθρωπος, στον οποίο αρέσουν τα ταξίδια, διαλέγει μία ιδιαίτερη πέτρα από κάθε μέρος που έχει επισκεφτεί, θα αισθανθεί αναπόφευκτα κάποτε την ανάγκη να τις οικοδομήσει σε ένα συνολικό δημιούργημα. Αν από τη ζωή συλλέγεις εμπειρίες, δεν υπάρχει άλλος τρόπος να τις οικοδομήσεις παρά να γράψεις ένα μυθιστόρημα. Όπως τα ωραία οικοδομήματα προσελκύουν τους τουρίστες, έτσι και τα ωραία βιβλία προσελκύουν τους αναγνώστες, μου είπαν. Ένα οικοδόμημα δεν φτιάχνεται για να μένει κρυμμένο και ένα βιβλίο δεν γράφεται για να μένει στο συρτάρι. Εσύ απλώς συνέχισε να χτίζεις.»


Ηρακλής Γεωργαντής

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2020

Συνέντευξη με τη ΣΤΕΛΛΑ ΒΡΕΤΟΥ - Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

κ. Στέλλα Βρετού
          Η συγγραφέας κ. Στέλλα Βρετού ίσως είναι πιο γνωστή για το πρώτο μυθιστόρημά της που κυκλοφόρησε πριν λίγα χρόνια από τις εκδόσεις Ωκεανίδα με τίτλο «Τα κόκκινα λουστρίνια», αλλά και για το αξιόλογο μεταφραστικό της έργο από τα τουρκικά στα ελληνικά, με κύριο πρωταγωνιστή τα έργα του Νομπελίστα Ορχάν Παμούκ. Με αφορμή την κυκλοφορία του νέου της μυθιστορήματος από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος με τίτλο «Η εφήμερη ομορφιά του έρωτα», η αγαπητή συγγραφέας είχε την καλοσύνη να απαντήσει σε ορισμένες ερωτήσεις για τους «Φίλους της Λογοτεχνίας». Την ευχαριστώ θερμά για τον χρόνο που μου διέθεσε, της εύχομαι ολόψυχα καλή επιτυχία στο νέο συγγραφικό της πόνημα αλλά και στο συνολικό της έργο και σας προσκαλώ να διαβάσετε τις απαντήσεις της ώστε να γνωρίσετε κι εσείς λίγο καλύτερα την εξαίρετη Στέλλα Βρετού!

1) Αγαπητή κυρία Βρετού, τις θερμές μας ευχές για το νέο εξαιρετικό μυθιστόρημά σας που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος, με τίτλο «Η εφήμερη ομορφιά του έρωτα». Ποιο ήταν το έναυσμα για την ενασχόλησή σας με τον κόσμο της λογοτεχνίας και το αντικείμενο της συγγραφής;

Σας ευχαριστώ πολύ για τα καλά σας λόγια, χαίρομαι πολύ που σας άρεσε το βιβλίο μου.
Με τον κόσμο της λογοτεχνίας ασχολήθηκα από πάρα πολύ νωρίς. Στα παιδικά μου χρόνια η μεγαλύτερη ευχαρίστησή μου ήταν να διαβάζω. Όταν μου άρεσε, διάβαζα πολλές φορές το ίδιο βιβλίο, ταυτιζόμουν με τον ήρωα, τα βράδια όταν έπεφτα να κοιμηθώ, ζούσα τις περιπέτειές του με ήρωα εμένα. Στην εφηβεία μου, αφού δεν μπορούσα να ζω τη ζωή των ηρωίδων μου, αγάπησα τον κόσμο τους. Όταν πολύ αργότερα βρέθηκα κι εργάστηκα στον εκδοτικό χώρο, αποφάσισα κι έκανα ένα βήμα παραπέρα, έγραψα «Τα Κόκκινα Λουστρίνια». Το αντικείμενο της συγγραφής μου έχει σχέση με τις εμπειρίες μου, με τους προβληματισμούς μου, με τα βιώματά μου, με τον τρόπο που καταλαβαίνω, που βλέπω τα πράγματα, τη ζωή.

2) Στο νέο σας βιβλίο η Ιστορία αποτελεί το φόντο της πλοκής και παίζει σημαντικότατο ρόλο. Πόσο δύσκολο ήταν να σταχυολογήσετε τις απαραίτητες πληροφορίες, ώστε να συνδυάσετε ιστορικά γεγονότα, τόπους και μυθοπλασία; Εσείς ποια θεωρείτε ως την πιο σημαντική, ίσως και ανεξάντλητη, «πηγή ιδεών» για έναν συγγραφέα;

Δεν ήταν πολύ δύσκολο, γιατί με πολλή μεγάλη ευχαρίστηση συγκέντρωσα και σταχυολόγησα τις πληροφορίες μου. Ήταν όμως πολλή δουλειά, καθώς διάβασα πολλά βιβλία, έψαξα πολύ στο διαδίκτυο. Όλα έγιναν πιο απλά όταν αποφάσισα ότι ήθελα η ηρωίδα μου να ζήσει στον 20ο αιώνα, στην Ανατολία και τη Μέση Ανατολή, κι ήξερα πώς ήθελα να δουλέψω το βιβλίο μου. «Πηγή ιδεών» ήταν η ιστορία των κατοίκων της Ανατολίας και της Μέσης Ανατολής. Φαντάζομαι το ίδιο ισχύει για όλους συγγραφείς, πηγή ιδεών είναι το θέμα που επεξεργάζονται.

3) Συνήθως, οι περισσότεροι συγγραφείς είτε έχουν σπουδάσει κάποιο αντικείμενο είτε ασκούν ως επάγγελμα κάτι εντελώς διαφορετικό από τη συγγραφική τους ιδιότητα. Πιστεύετε πως το επιστημονικό υπόβαθρο είναι απαραίτητο για τη συγγραφή ενός βιβλίου ή αρκεί το έμφυτο συγγραφικό ταλέντο, η φαντασία και οι εμπειρίες κάθε συγγραφέα;

Το επιστημονικό υπόβαθρο, που σχεδόν πάντα φανερώνει και την κλίση μας, με βοήθησε να επιλέξω το θέμα του, κάτι που ισχύει για όλους τους συγγραφείς υποθέτω, αλλά δεν είναι απαραίτητο. Κατά τη γνώμη μου οι σημαντικότεροι παράγοντες στη συγγραφή ενός βιβλίου είναι η αγάπη για το γράψιμο, που καλλιεργείται με μεγάλη προσπάθεια, η φαντασία, η επιθυμία του συγγραφέα για επικοινωνία με τους αναγνώστες κι όχι μόνο το «έμφυτο ταλέντο».

4) Υπάρχει κάποιο μοτίβο ως προς το πότε σας «επισκέπτεται» η συγγραφική σας έμπνευση; Όταν ολοκληρώνετε ένα νέο βιβλίο σας, αρκείστε μόνο στη δική σας γνώμη και αξιολόγηση –πριν προχωρήσετε στην έκδοσή του– ή αναζητάτε πρώτα την άποψη κάποιου οικείου σας προσώπου την κρίση του οποίου εμπιστεύεστε; Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για τα βιβλία σας και, γιατί όχι, την ιστορία «πίσω από την ιστορία» αυτών;

Όχι, δεν υπάρχει. Πρώτα αποφασίζω τι θέλω να γράψω, μετά αρχίζω και σκέφτομαι πώς θα το γράψω. Ίσως να μοιραστώ με κάποιον μόνο την αρχική ιδέα για να δω την αντίδρασή του. Είμαι μεταφράστρια, έχω γράψει μόνο δυο βιβλία. Ο ένας ή δύο άνθρωποι που τα διάβασαν πριν την έκδοσή τους, τα πήραν στα χέρια τους στη σχεδόν ολοκληρωμένη μορφή τους.
«Τα Κόκκινα Λουστρίνια» είναι «αυτομυθοπλασία». Η πορεία της οικογένειας που περιγράφω στο βιβλίο, είναι η πορεία της δικής μου οικογένειας, τα πρόσωπα υπαρκτά. Οι ιστορίες γύρω από αυτά είναι μυθοπλασία. Τα παιδικά χρόνια της Νένας, μοιάζουν πολύ με τα δικά μου παιδικά χρόνια.
«Η Εφήμερη Ομορφιά του Έρωτα» είναι μυθοπλασία. Η κατάσταση στη Μέση Ανατολή, τα ιστορικά γεγονότα που καθόρισαν, επηρέασαν, άλλαξαν τη ζωή των ανθρώπων που ζούσαν στα χώματα της παλιάς Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ήταν το έναυσμα για να γράψω μια ιστορία που εκτυλίσσεται σε αυτό το μέρος του κόσμου.

5) Η συγγραφέας Στέλλα Βρετού βρίσκει τον χρόνο να διαβάζει για δική της ευχαρίστηση και όχι μόνο για έρευνα πάνω σε κάποιο μελλοντικό βιβλίο της; Εφόσον συμβαίνει αυτό, ποιο είδος λογοτεχνίας προτιμάτε περισσότερο ως αναγνώστρια και γιατί;

Υπάρχει πάντα μια στοίβα από βιβλία δίπλα στο κρεβάτι μου που θέλω να διαβάσω άμεσα. Σ’ ένα μέρος της βιβλιοθήκης μου έχω τα αδιάβαστα βιβλία και κάποια που διάβασα και θέλω να ξαναδιαβάσω. Διαβάζω καλούς και λιγότερο καλούς συγγραφείς, βιβλία που μ’ ενδιαφέρει η πλοκή τους, κοινωνικά, αστυνομικά, κατασκοπικά, ιστορικά μυθιστορήματα, βιβλία που βρήκα ενδιαφέρουσα την κριτική που τους ασκήθηκε.

6) Θυμάστε το πρώτο σας ανάγνωσμα το οποίο σας «παρέσυρε» στον κόσμο της λογοτεχνίας; Ποια είναι τα αγαπημένα σας βιβλία και συγγραφείς; Υπάρχει κάποιο απόφθεγμα από βιβλίο το οποίο να καθόρισε τη μετέπειτα ζωή σας; Έχετε δεχθεί κάποιες επιρροές από ομότεχνούς σας, Έλληνες ή ξένους, σύγχρονους ή κλασσικούς, στον δικό σας τρόπο γραφής, ύφους ή θεματολογίας;

Στη λογοτεχνία με παρέσυραν το «Χωρίς Οικογένεια» κι «Ο Μικρός Ναυαγός», όταν ήμουν πολύ μικρή, κι όταν μεγάλωσα το «Όσα Παίρνει ο Άνεμος» και «Η Παναγιά η Γοργόνα». Ήμουν έφηβη όταν τα διάβαζα και θυμάμαι δεν μπορούσα για πολλές μέρες να ξεφύγω από τη μαγεία τους. Είναι πάρα πολλά τα βιβλία και οι συγγραφείς που μου αρέσουν, δεν θέλω να αναφέρω μερικούς και να ξεχάσω άλλους τόσους. Είναι όμως δύο βιβλία που διάβασα τελευταία και που νομίζω ότι είναι εξαιρετικά: «Η θλίψη είναι ένα πράγμα με φτερά» του Max Porter και το «Μπιλιάρδο στις εννιάμισι» του Χάινριχ Μπελ.
Δεν θα έλεγα ότι ένα απόφθεγμα καθόρισε τη ζωή μου, μπορώ όμως να πω ότι τρεις αράδες από το «Μαύρο Βιβλίο» του Ορχάν Παμούκ μού έκαναν μεγάλη εντύπωση: … Γιατί τίποτα δεν είναι τόσο καταπληκτικό, όσο η ζωή. Εκτός από το γράψιμο. Ναι, βέβαια, εκτός από το γράψιμο, τη μόνη παρηγοριά.
Με ρωτάτε αν δέχτηκα επιρροές από συγγραφείς που διαβάζω. Μας επηρεάζει και μας εντυπωσιάζει οτιδήποτε διαβάζουμε και είναι καλό. Το θέμα είναι πώς αφομοιώνουμε αυτά που διαβάζουμε.

7) Θεωρείτε πως οι συγγραφείς θα πρέπει να ασχολούνται με διαφορετικά είδη λογοτεχνίας και να «πειραματίζονται» θεματολογικά –ρισκάροντας το υπάρχον αναγνωστικό τους κοινό– ή είναι προτιμότερο να παραμένουν στο είδος που τους έχει καθιερώσει; Εσείς, ποια μηνύματα επιδιώκετε να «περάσετε» στους αναγνώστες σας και σε ποιο είδος αναγνωστικού κοινού, συνήθως, απευθύνεστε μέσα από το συγγραφικό έργο σας;

Οι συγγραφείς δεν «πρέπει» να ασχολούνται με διαφορετικά είδη λογοτεχνίας, αν όμως θέλουν, γιατί όχι. Το κοινό τους θα δεχόταν οτιδήποτε από τον αγαπημένο του συγγραφέα.
Δεν επιδιώκω να περάσω μηνύματα στους αναγνώστες. Με ενδιαφέρει όταν τελειώνουν το βιβλίο μου να νιώθουν ότι διάβασαν κάτι όμορφο, ότι έμαθαν κάτι, θέλω να τους παίρνω μαζί μου στα ταξίδια μου, απευθύνομαι σε όσους αγαπάνε να διαβάζουν.

8) Στη σύγχρονη καθημερινότητά μας, στην εποχή της άκρατης τεχνολογίας και της οικονομικής δυσπραγίας που διανύουμε, ποια θεωρείτε πως είναι η θέση του λογοτεχνικού βιβλίου; Περνάει, τελικά, το βιβλίο κρίση στη χώρα μας ή διεθνώς και τι θα μπορούσαμε να κάνουμε ώστε να γίνει πιο προσιτό στο αναγνωστικό κοινό και, ιδιαίτερα, στους νέους;

Ναι, το βιβλίο πέρασε και περνάει κρίση. Πριν από μερικά χρόνια οι αναγνώστες έμπαιναν σ’ ένα βιβλιοπωλείο κι αγόραζαν τρία, τέσσερα βιβλία. Τώρα αγοράζουν ένα και το διαβάζει μια ολόκληρη παρέα. Τα νέα παιδιά διαβάζουν, αν διαβάζουν, ηλεκτρονικά βιβλία. Το ημερήσιο πρόγραμμά τους είναι τόσο πολύ φορτωμένο που δεν τους περισσεύει χρόνος να ανοίξουν και να διαβάσουν ένα βιβλίο. Το βιβλίο πρέπει να μπει σε όλα τα σχολεία, αν τα σχολεία αποκτήσουν βιβλιοθήκες, αν οι δάσκαλοι κι οι καθηγητές προτρέπουν τα παιδιά να διαβάζουν λογοτεχνία, ίσως αγαπήσουν το βιβλίο.

9) Είχατε κάποιους «ενδοιασμούς» όταν αποφασίσατε να δώσετε το πρώτο σας βιβλίο προς έκδοση; Αγωνιούσατε ως προς την αποδοχή που θα τύχαινε αυτό από το αναγνωστικό κοινό; Η θεματολογία των βιβλίων σας, πιστεύετε πως παίζει τον δικό της ρόλο στην αποδοχή αυτή; Εσείς, με την έως τώρα πείρα σας στον χώρο της συγγραφής, τι θα συμβουλεύατε όλους τους νέους επίδοξους συγγραφείς, που ονειρεύονται να δουν κάποτε ένα βιβλίο τους στις προθήκες των βιβλιοπωλείων;

Ναι, είχα ενδοιασμούς, δεν ήμουν καθόλου σίγουρη ότι το βιβλίο μου θα άρεσε. Η ικανοποίησή μου ήταν μεγάλη όταν κατάλαβα ότι «Τα Κόκκινα Λουστρίνια άρεσαν».
Η συμβουλή μου στους επίδοξους συγγραφείς είναι να επιμένουν αν πιστεύουν σε αυτό που κάνουν.

10) Κλείνοντας και, αφού σας ευχαριστήσω θερμά για την τιμή της παραχώρησης αυτής της συνέντευξης, θα ήθελα να σας ευχηθώ ολόψυχα καλή επιτυχία στο νέο μυθιστόρημά σας «Η εφήμερη ομορφιά του έρωτα», και να σας ρωτήσω για τα άμεσα συγγραφικά σας σχέδια. Τι να περιμένουμε από εσάς στο μέλλον;

Σας ευχαριστώ κι εγώ. Το επόμενο βιβλίο μου, αυτό θέλω να περιμένετε από μένα.

Βιογραφικό σημείωμα Στέλλας Βρετού:

Η Στέλλα Βρετού γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και σπούδασε στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Είναι μεταφράστρια από τα τουρκικά και έχει εργαστεί στον εκδοτικό χώρο. Ζει με τον άντρα της και την κόρη της στην Αθήνα. Το 2014 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα, με τίτλο «Τα κόκκινα λουστρίνια» (Ωκεανίδα).

Εργογραφία Στέλλας Βρετού:

Εκδόσεις: Κλειδάριθμος (2019)
Σελίδες: 376
Τιμή με έκπτωση: 13,95€

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

Ένα ατμοσφαιρικό μυθιστόρημα με φόντο τα δραματικά ιστορικά γεγονότα της Ανατολίας του 20ού αιώνα.

Γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1900, την πρώτη μέρα του χρόνου, την πρώτη μέρα του καινούργιου αιώνα. Έζησε σε μια ζωή όσα δεν ζούνε άλλοι σε πέντε. Η Ιφιγένεια Σκρινή, κόρη μιας εύπορης οικογένειας Σμυρνιών, θα ερωτευτεί τον δάσκαλο ζωγραφικής, τον αινιγματικό Αντρέι Ρομπολόφσκι. Θα εγκαταλείψει την κοσμοπολίτικη πόλη με τα όμορφα σπίτια, τα θέατρα και τα ζαχαροπλαστεία, τα γεμάτα μουσικές σοκάκια της, για ν’ ακολουθήσει στο μακρινό ταξίδι του τον Αντρέι, όταν αυτός, θύμα του σκοτεινού παρελθόντος του, αναγκαστεί να εγκαταλείψει τη Σμύρνη πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Στη διάρκεια του ταξιδιού τους στα βάθη της Ανατολικής Συρίας, θα συναντήσουν τον Τζέιμς Μπάροουζ, απόφοιτο της Οξφόρδης. Η γοητεία και η ιστορία της Ανατολίας σ’ αυτό το οδοιπορικό θα αφήσουν τα ανεξίτηλα σημάδια τους στη ζωή της Ιφιγένειας και η εφήμερη ομορφιά του έρωτά τους θα στιγματίσει και τους τρεις για πάντα.

Από τη Σμύρνη στη Μέση Ανατολή, στην Αλεξάνδρεια, στην Κωνσταντινούπολη και στην Αθήνα, οι ζωές της Ιφιγένειας, του Αντρέι και του Τζέιμς θα περιπλεχθούν σ’ έναν ιστό πάθους, προδοσίας κι αναζήτησης, με φόντο τα ιστορικά γεγονότα του 20ού αιώνα.

Εκδόσεις: Ωκεανίδα (2014)
Σελίδες: 616
Τιμή: 14€

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

"Κουνούσε πάνω κάτω το ένα πόδι για να δει ο παππούς τα κόκκινα γυαλιστερά παπούτσια της που 'ταν τόσο όμορφα! Της τα 'χε φέρει ο πατέρας της όταν επέστρεψε από κάποιο ταξίδι κι από εκείνη τη μέρα δεν τα 'βγαλε απ' τα πόδια της, καμάρωνε που τα φορούσε. Ο παππούς γύρισε και την κοίταξε, τα μάτια του της χαμογέλασαν."

Έπειτα από πολλά χρόνια, ένα ζευγάρι παιδικά κόκκινα λουστρίνια σε μια βιτρίνα θα τη γυρίσουν στο παρελθόν.

Το μακρύ ταξίδι μιας ελληνικής οικογένειας που άρχισε στα μέσα του 19ου αιώνα και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Τέσσερις γενιές που η Ιστορία σημάδεψε τη μοίρα τους. Άντρες και γυναίκες, που γνώρισαν το πάθος, τον έρωτα, τη χαρά της δημιουργίας, τη ζεστασιά της οικογένειας, αλλά και την αποτυχία, τη μοναξιά.


Ζάκυνθος, Οδησσός, Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Αθήνα. Μετά τη Ρωσική Επανάσταση ο Γιάγκος με την οικογένειά του εγκατέλειψε την Οδησσό και ρίζωσε στην Κωνσταντινούπολη. Η δισέγγονή του Νένα θα ζήσει τον αφανισμό των Ρωμιών και το τέλος μιας εποχής. Στην Αθήνα όπου θα βρεθεί θα χαράξει τη δική της διαδρομή, όμως η Πόλη θα είναι πάντα εκεί.