Ταξίδια Μέσα Από Τη Λογοτεχνία!

Η Λογοτεχνία είναι για μένα ένα "παράθυρο" σε έναν μαγικό κόσμο. Κάθε βιβλίο μας "ταξιδεύει" σε κόσμους πραγματικούς, ή φανταστικούς, τωρινούς, μελλοντικούς, ή παρελθοντικούς. Ένα είναι το μόνο σίγουρο, κάθε βιβλίο που μας ενθουσιάζει, μας εντυπωσιάζει, ή μας μαγεύει θέλουμε να το μοιραστούμε με άλλους φίλους - αναγνώστες. Έτσι κι εγώ, θέλω να μοιραστώ με όλους εσάς όσα βιβλία με ενθουσίασαν και με "γέμισαν" με πρωτόγνωρες ιδέες, εικόνες και συναισθήματα. Σαφώς και η άποψη του κάθε αναγνώστη είναι μοναδική και ένα βιβλίο που εμείς λατρέψαμε μπορεί κάποιος άλλος να το αντιπάθησε, ή ακόμα και να το μίσησε... Μέσα από αυτή την οπτική θεωρώ φρόνιμο να μη σχολιάζω όσα βιβλία δεν με εντυπωσίασαν, ή μου άφησαν αρνητικά συναισθήματα, διότι αυτά είναι απολύτως υποκειμενικά. Δεν θα ήθελα να προκαταλάβω αρνητικά κανέναν αναγνώστη, αποτρέποντάς τον από το να διαβάσει ένα βιβλίο το οποίο, ενδεχομένως, να τον ενθουσιάσει. Κάθε βιβλίο απαιτεί το κατάλληλο περιβάλλον, το υπόβαθρο και την ανάλογη διάθεση για να εκτιμηθεί, οπότε μην αποκλείετε ποτέ τίποτα. Η έκφραση και αποτύπωση της δικής μου γνώμης για κάθε βιβλίο, αλλά και των απόψεων και σχολιασμών άλλων φίλων - αναγνωστών που αναγράφονται στη σχετική κατηγορία, έχουν μοναδικό σκοπό να εκφράσουν το θαυμασμό μας για ορισμένα βιβλία που θεωρούμε άξια λόγου και θέλουμε να γίνουν ευρέως γνωστά, βοηθώντας έτσι τους φίλους - αναγνώστες στην επιλογή του επόμενου βιβλίου που θα διαβάσουν. Πάντοτε με το μεγαλύτερο σεβασμό και θαυμασμό για όλους τους συγγραφείς, που μέσα από τις σελίδες των βιβλίων τους μας "ταξιδεύουν" μακριά από την εκάστοτε πραγματικότητα ή μας βοηθούν να την κατανοήσουμε καλύτερα, αλλά σε κάθε περίπτωση "στολίζουν την ψυχή μας", ένα μεγάλο ευχαριστώ!

Κλειώ Ισ. Τσαλαπάτη

Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου 2017

«Η ΚΕΝΤΗΣΤΡΑ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ», της Κάθριν Γκάουτσι – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη - «THE EMBROIDERER», By Kathryn Gauci - Written by Clio Tsalapati

«Η ΚΕΝΤΗΣΤΡΑ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ», της Κάθριν Γκάουτσι – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη
Εκδόσεις: Ωκεανός
Σελίδες: 688
Τιμή: 16,60 €

          Η γνωριμία μου με την συγγραφέα του εξαιρετικού, αριστουργηματικού χωρίς υπερβολή, μυθιστορήματος «Η Κεντήστρα Της Σμύρνης», την αγαπητή Κάθριν Γκάουτσι, έγινε πριν ακόμα πάρω στα χέρια μου το βιβλίο της. Βλέποντας το εκπληκτικό, πανέμορφο εξώφυλλό του στο site των εκδόσεων Ωκεανός και διαβάζοντας την υπόθεση του βιβλίου αλλά και την βιογραφία της συγγραφέως, μου ήρθε η ιδέα να επικοινωνήσω με την ίδια, μέσω του ιστολογίου της, ώστε να της προτείνω –εάν φυσικά θα την ενδιέφερε– να μου παραχωρήσει μία συνέντευξη για το δικό μου ιστολόγιο με αφορμή αυτό το βιβλίο της. Δεν ήμουν καθόλου σίγουρη ότι η κ. Γκάουτσι θα είχε καν τον χρόνο για να διαβάσει το mail μου, πόσω μάλλον να ανταποκριθεί θετικά στην πρότασή μου. Κι όμως, η αντιμετώπιση της εξαίρετης συγγραφέως ήταν πολύ πάνω από τις προσδοκίες μου, καθώς δέχτηκε με μεγάλη προθυμία να απαντήσει στις ερωτήσεις μου. Διαπίστωσα ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο βαθιά καλλιεργημένο, με πολλά ενδιαφέροντα και μεγάλη αγάπη για την χώρα και τον πολιτισμό μας. Και είναι γεγονός –όπως και η ίδια διατείνεται– πως θεωρεί την Ελλάδα πνευματική πατρίδα της, παρόλο που η ίδια γεννήθηκε στην Αγγλία, αφού μόνο ένας άνθρωπος που αγαπά την χώρα μας πραγματικά σαν δεύτερη πατρίδα του θα μπορούσε να γράψει για την Ιστορία της με τέτοια υπευθυνότητα, ευαισθησία και ακρίβεια. Αρχίζοντας μέσα στις φετινές διακοπές μου να διαβάζω το βιβλίο της, συνειδητοποίησα ότι η χαρισματική συγγραφέας, με την «Κεντήστρα Της Σμύρνης», έχει γράψει ένα μοναδικό ιστορικό μυθιστόρημα, ένα έπος γύρω από μία οικογένεια και την πορεία της στο πέρασμα του χρόνου και μέσα στη δίνη των πολλών και σημαντικών ιστορικών γεγονότων του Ελληνισμού. Αναμφισβήτητα, οφείλουμε να το χαρακτηρίσουμε ως ιστορικό μυθιστόρημα, παρόλο που οι κύριοι χαρακτήρες του βιβλίου δεν είναι κάποια από τα γνωστά ιστορικά πρόσωπα της εποχής. Είναι, όμως, οι ανώνυμοι πρωταγωνιστές της Ιστορίας, αυτοί που επηρεάστηκαν, επλήγησαν και μάτωσαν περισσότερο από οποιονδήποτε επώνυμο, από τις αποφάσεις που ελήφθησαν για εκείνους ερήμην τους. 
          Το βιβλίο με μάγεψε ευθύς εξαρχής με το δυναμικό ξεκίνημά του στο τραγικό νησί της Χίου το 1822, λίγο πριν την σφαγή των κατοίκων και την μεγάλη καταστροφή του από τους Οθωμανούς. Η συγγραφέας μάς αναπαριστά με εκπληκτική ζωντάνια και αληθοφάνεια τις φρικιαστικές στιγμές που έζησαν όσοι κάτοικοι δεν μπόρεσαν να ξεφύγουν με κάποιο πλωτό μέσο για άλλα κοντινά νησιά. Η Άρτεμις, μία πανέμορφη Χιώτισσα, ετοιμόγεννη, αναγκάζεται να καταφύγει με την πιστή δούλα και παραμάνα της Ευφροσύνη στη Νέα Μονή της Χίου. Μέσα στο μοναστήρι και λίγο πριν αυτό πέσει στα χέρια των εξαγριωμένων Τούρκων, που ζητούσαν εκδίκηση για τον ξεσηκωμό των Ελλήνων, η νέα γυναίκα με τα μοναδικά μάτια στο χρώμα του αμέθυστου, γεννά το μωρό της. Ανήμπορη να το φροντίσει η ίδια, το παραδίδει στην Ευφροσύνη ζητώντας της να το φυγαδέψει, προστατεύοντάς το από την οθωμανική λεπίδα που πλησιάζει ακάθεκτη. Η Ευφροσύνη μπροστά στην απειλή της σκλαβιάς αποφασίζει να αυτοκτονήσει πέφτοντας στο κενό πάνω από το τείχος του μοναστηριού, αφού όμως πρώτα κατορθώνει να κρύψει με ασφάλεια το νεογέννητο, κατεβάζοντάς το με ένα σχοινί σε ένα θάμνο έξω από το τείχος. Το επόμενο ξημέρωμα και αφού η οργή των Τούρκων έχει καταλαγιάσει και το αίμα έχει βάψει άλικη σχεδόν όλη τη Χίο, ένας έφιππος άντρας περνάει έξω από το μοναστήρι της Νέας Μονής και παίρνει το βρέφος κατευθυνόμενος προς άγνωστο προορισμό.
Αυτή είναι και η συγκλονιστική αρχή για μία περιπλάνησή μας σε 200, σχεδόν, χρόνια της Ελληνικής Ιστορίας, την οποία "παρατηρούμε" και "βιώνουμε" με τον πιο παραστατικό τρόπο, μέσα από τις ημέρες και τα έργα της Δήμητρας Λαμαρτέν και των απογόνων της, αλλά και τις ολοζώντανες περιγραφές της συγγραφέως. Το ξεκίνημα, όμως, της καταιγιστικής περιπέτειας γίνεται από το Λονδίνο του 1972, όταν η Ελένη, εκτιμήτρια έργων τέχνης και υπεύθυνη σε γνωστή γκαλερί, ειδοποιείται να σπεύσει κοντά στην ετοιμοθάνατη θεία της Μαρία, η οποία μένει στην Αθήνα. Η απρόσμενη αυτή επίσκεψη στον μακρινό τόπο καταγωγής της, θα ανασύρει παλιά, κρυμμένα, ένοχα μυστικά και θα αποκαλύψει στην Ελένη όλη την ιστορία της οικογένειάς της, όπως δεν θα μπορούσε ποτέ να την έχει φανταστεί. 
Μέσα από την διήγηση της Μαρίας, μεταφερόμαστε στις αρχές του 20ου αιώνα, συναντώντας την Δήμητρα Λαμαρτέν, που κατοικεί στην Σμύρνη και έχει δημιουργήσει έναν μύθο γύρω από το όνομά της και την σπάνια ικανότητά της να κεντά αριστουργήματα. Δικαίως έχει χριστεί επίσημη κεντήστρα της οθωμανικής αριστοκρατίας και η φήμη της έχει φτάσει μέχρι την Υψηλή Πύλη και την Βαλιδέ σουλτάνα. Παρά την ελληνική καταγωγή της και τον γάμο της με τον Γάλλο ζωγράφο Ζαν-Πωλ Λαμαρτέν, η χαρισματική γυναίκα έχει μάθει τις τουρκικές συνήθειες, τις έχει υιοθετήσει και τις απολαμβάνει όπως και οι μουσουλμάνες. Θεωρεί πως η συμβίωση των δύο λαών δεν είναι αδύνατη και έχει ανθρώπους που εμπιστεύεται τυφλά και την εκτιμούν απεριόριστα από διάφορες εθνικότητες και θρησκείες, αφού η Σμύρνη ήταν τότε ένα διεθνές κέντρο πολιτισμού, τεχνών και εμπορίου. Έχει οικοδομήσει μία τεράστια περιουσία γύρω από την τέχνη την οποία υπηρετεί και έχει φροντίσει να την μάθει στην εγγονή της Σοφία, στην οποία διακρίνει το δικό της σπάνιο χάρισμα. Η Σοφία με σπάνιο επιχειρηματικό πνεύμα και πολλές ικανότητες, πέρα από το αριστουργηματικό της κέντημα, ανοίγει στην Κωνσταντινούπολη έναν οίκο υψηλής ραπτικής, στην Μεγάλη Οδό του Πέραν, μία από τις αριστοκρατικότερες περιοχές της Πόλης, με το όνομα La Maison Du LOrient και γνωρίζει τεράστια επιτυχία με τις μοναδικές δημιουργίες της, μέσα από τις οποίες προσπαθεί να "παντρέψει" την κουλτούρα της Δύσης με αυτήν της Ανατολής.
Όμως, η ευημερία, η ελευθερία και η ειρήνη είναι αγαθά πολύτιμα, ευάλωτα και ευαίσθητα στους πολιτικούς χειρισμούς, τις σκοπιμότητες της εξουσίας και τα μεγάλα και αναπόφευκτα ιστορικά γεγονότα, που καθορίζουν τις μοίρες και τις ζωές των απλών ανθρώπων. Οι δυσμενείς πολιτικές συνθήκες, οι ραδιουργίες ανθρώπων που είχαν ως απώτερο και μοναδικό σκοπό το προσωπικό τους συμφέρον και τα αναπάντεχα τραγικά ιστορικά γεγονότα, που συμβαίνουν πάντα παρά την θέληση των πολλών και ασήμαντων πολιτών, αλλάζουν τα δεδομένα για τους ήρωές μας, αλλά και την πορεία που θα ακολουθήσουν θέλοντας και μη στη ζωή τους. Η συγγραφέας χρησιμοποιώντας τις κοσμοϊστορικές αλλαγές που προκλήθηκαν στα Βαλκάνια και την Μικρά Ασία από ιστορικά γεγονότα, όπως οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, η Μικρασιατική Καταστροφή, η Ανταλλαγή των Πληθυσμών, ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, η Κατοχή και ο Εμφύλιος, ξετυλίγει τους ταραχώδεις βίους των αμέτρητων ηρώων της στο πέρασμα του χρόνου. Ήρωες οι οποίοι άλλοτε αντιστέκονται, πέφτουν κάτω πληγωμένοι από τα χτυπήματα της Μοίρας και βρίσκουν το σθένος να ξανασηκωθούν και να αγωνιστούν εκ νέου, ήρωες οι οποίοι είναι θρασύδειλοι, εγωιστές και μνησίκακοι και φροντίζουν παντοιοτρόπως την επιβίωσή τους με κάθε κόστος, αγνοώντας κοινωνικές και ηθικές προσταγές, αλλά και ήρωες οι οποίοι έχουν ανεξάντλητο ψυχικό σθένος, πίστη στον εαυτό τους και στους γύρω τους και ικανότητα να αφήνουν πίσω τους το σκοτεινό παρελθόν και να αγνοούν όλα όσα τους πονούν, ώστε να συνεχίσουν τη ζωή τους με ανανεωμένες ελπίδες.
«Η Κεντήστρα Της Σμύρνης» είναι ένα μυθιστορηματικό έπος από αυτά που μένουν αλησμόνητα στον αναγνώστη για τα αμέτρητα ιστορικά γεγονότα, το πλήθος των άρτια σκιαγραφημένων ηρώων, το συναίσθημα και την ευαισθησία που αποπνέει κάθε σελίδα, την ευρηματικότητα στην μυθοπλασία και την απαράμιλλη, μεστή, καθηλωτική γραφή. Ένα μυθιστόρημα για το οποίο αξίζουν θερμά συγχαρητήρια στην συγγραφέα κ. Γκάουτσι και το οποίο αξίζει να διαβαστεί, το δίχως άλλο, από όλους!  

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Ήταν Απρίλης του 1822, όταν άρχισε η φοβερή σφαγή της Χίου... Στο μοναστήρι της Νέας Μονής Χίου, μια αποφράδα ημέρα εκείνου του μηνός, μια Χιώτισσα μυθικής ομορφιάς γεννά ένα παιδί που θα σωθεί  σαν από θαύμα από την τρομερή σφαγή.
     Στις δεκαετίες που θα κυλήσουν, η σκληρή αναμέτρηση μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, ο τιτάνιος αγώνας των πρώτων να απελευθερωθούν από τον τυραννικό οθωμανικό ζυγό, συνεχίζεται χωρίς σταματημό, μέχρι την εκστρατεία των Ελλήνων και την εισβολή του ελληνικού στρατού στην Μικρά Ασία το 1919.
     Η Δήμητρα Λαμαρτέν μια κόρη της Σμύρνης έχει αποκτήσει φήμη και περιουσία ως η επίσημη κεντήστρα της υψηλής οθωμανικής κοινωνίας.  Στην εγγονή της τη Σοφία θα μεταδώσει την άριστη τέχνη της κι εκείνη θα  συνεχίσει την παράδοση με ακόμη μεγαλύτερη επιτυχία, ώς τη στιγμή που θα δει τον κόσμο της να καταρρέει με το ξέσπασμα των Βαλκανικών Πολέμων, το 1912-13.
     Το 1922 η Σοφία θα ξεκινήσει μια καινούργια ζωή στην Αθήνα, αλλά η ανάμνηση μιας ολέθριας προφητείας που δόθηκε κάποτε στη γιαγιά της για ένα κορίτσι με κόκκινα, σαν τη φωτιά, μαλλιά, την κατατρύχει με τρομαχτικές συνέπειες...
     Πολλά χρόνια αργότερα, το 1972, η Ελένη Στίφενσον πηγαίνει να επισκεφθεί την ετοιμοθάνατη θεία της στην Αθήνα. Εκεί θα ακούσει μια ιστορία που θα ανατρέψει τον κόσμο της… θα της αποκαλύψει την τραγική αλήθεια πίσω από το άγνωστο παρελθόν της οικογένειάς της…»

«THE EMBROIDERER», by Kathryn Gauci – Written by Clio Tsalapati
Publications: Oceanos
Pages: 688
Price: 16,60 €

          My acquaintance with the writer of the magnificent, without exaggerating a piece of masterpiece, novel “The Embroiderer”, dear Mrs. Kathryn Gauci, happened even before I had the chance to actually hold her book in my hands. Observing its astonishing, beautiful cover at the site of Oceanos Publications and reading the plot on the back of the book along with the writer’s biography, the idea of contacting her –through her blog– occurred to me out of the blue, in order to have the chance to ask her –if she was interested that was– to give me an interview for my blog “Friends Of Literature”, regarding this book of hers. I wasn’t sure at all that Mrs. Gauci would even have the time to read my mail, let alone to respond positively to my proposal. However, the reaction of the brilliant novelist was way above my expectations, as she was more than willing to answer my questions. I realized that she is a deeply cultured person, with many interests and an enormous love for our country and the Greek culture. In addition to that –as she herself claims– she considers Greece to be her spiritual homeland, although she was actually born in England, and that is to be expected as only a person who truly loves our country as their own could write about its History with such responsibility, sensitivity and accuracy. As I began reading her book during this year’s summer vacation, I realized that the gifted writer, with her book “The Embroiderer”, has written a unique historical novel, a saga woven around a family and their course through time and the maelstrom of numerous and important historical facts of Greek History. Undoubtedly, this novel has to be described as a historical novel, despite the fact that its main characters are not actual historic figures of the time. Nevertheless, this book’s heroes are the anonymous protagonists of History that were affected, hit and shed their blood more than anyone famous, by the decisions that were taken for them in their absence.  
          This novel enchanted me right from the beginning and its powerful start on the tragic island of Chios in 1822, just before the massacre of the residents and its total destruction by the Ottomans. The writer depicts vividly and with an impressive plausibility the horrible moments that all the residents, at least those who didn’t manage to sail away to other close islands, encountered. Artemis, a beautiful, young, pregnant, Greek woman, finds shelter in a convent called New Monastery of Chios, along with her faithful maid, named Euphrosyne. Inside the convent, and just before it fell in the hands of rowdy Turks who were seeking revenge for the Greek revolution against them, the amethyst eyed woman gives birth to her baby. Unable to take care of it, she hands it over to her maid asking her to make sure it will be safe from the rage of the Ottoman blade that approaches fast. Euphrosyne, in front of the possibility of enslavement, decides to throw herself over the walls, after of course making sure that the newborn is lowered with a rope outside the monastery walls and hidden safely behind a bush. At the first break of dawn the next day and after the rage of the Turks has subsided after having painted the whole island in scarlet with the blood of innocent victims, a rider gallops carefully next to the walls of the convent and collects the baby, heading to an unknown destination.
          This is the breathtaking beginning of our wandering around almost 200 years of Greek History, which we ‘observe’ and ‘experience’ in the most lively way, through the life of Dimitra Lamartine and her descendants, as well as the vivid narrations of the writer. The start, though, of this ‘torrential’ adventure occurs in London back in 1972 when Eleni, who works as a curator of Art and a supervisor in a well-known gallery, is notified that her Aunt Maria, who lives in Athens, is dying and asks for her. This unexpected visit to the distant country of her mother’s Greek origins will drag up old, hidden and guilty secrets and will reveal to Eleni the entire story of her family, in a way that she could never have imagined.
          Through Maria’s narration, we are transferred to the dawn of the 20th century, meeting Dimitra Lamartine, who lives in Smyrna and has created a whole legend around her name and her rare skill to embroider masterpieces. She has rightfully been nominated as the formal embroiderer of Topkapi Sarayi and the Valide Sultan. In spite of her Greek origins and her marriage to the French painter Jean-Paul Lamartine, the talented woman has grown to like the Turkish customs, has adopted them and actually enjoys them as much as the Muslim women. She considers that the co-existing of the two people isn’t impossible and keeps under her commands and trusts people from different nationalities, which really appreciate and respect her, since at that time Smyrna was a national center of culture, Arts and commerce. She has built, literally out of nothing, an enormous fortune based on her skills in embroidery and ensured to teach them to her granddaughter Sophia, in whom she can distinguish her own unique talent. Sophia on the other hand, having a rare business talent and many other abilities, apart from her skills in embroidery, opens a house of haute couture in Constantinople, in the Grande Rue de Pera, one of the most aristocratic areas of the city, called ‘La Maison Du L’ Orient’ which is extremely successful due to her unique creations that try to combine the Eastern and the Western cultures.
          However, prosperity, freedom and peace are precious goods, fragile and sensitive to political manipulations and the expediency of authority and the major and inevitable historical events that define the destinies and lives of simple people. The adverse political circumstances, the intrigues of people whose ulterior and only goal was their personal interest and the unexpected, tragic historical events that always happen against the intention and will of the majority of insignificant citizens, change the facts that our heroes face, as well as the course they are forced to follow in their lives. The writer, using the actual, enormous changes that were caused to the Balkan States and the Asia Minor by historic facts like the Balkan wars, the First World War, the destruction of Asia Minor, the Population Exchanges, the Second World War, the Occupation of Greece and the Civil War that followed, unwraps the turbulent lives of her countless heroes as time passes.
            Heroes that resist and may fall down, wounded by the blows of Fate, yet find the strength to stand on their feet again and start fighting anew, heroes that are cowards, selfish and resentful, whose only goal is their survival at any cost, ignoring the social and moral laws, even heroes who possess limitless mental strength, faith in the others and themselves and the ability to let go of the dark past and ignore all that hurt them, so that they can go on with their lives having renewed hopes.
          “The Embroiderer” is an epic novel, the kind that the reader cannot ever forget because of the countless historical facts, the impressive variety of perfectly captured characters, the emotion and the sensitivity that every page ‘oozes’, the ingenuity in the fiction and the incomparable, rich, spellbinding writing. It’s a novel for which I warmly congratulate the writer, Mrs. Kathryn Gauci, and which undoubtedly is worth reading.

Τετάρτη, 13 Σεπτεμβρίου 2017

Συνέντευξη με την ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΛΑΨΑΤΗ - Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

κ. Κωνσταντίνα Λαψάτη
          Το πρώτο βιβλίο της χαρισματικής Κωνσταντίνας Λαψάτη, με τίτλο «Οι Γεύσεις Της Νέμεσης», ήρθε στα χέρια μου εντελώς τυχαία πριν από λίγα χρόνια, αφενός, γιατί με προσέλκυσε ευθύς αμέσως η θεματολογία του, αφού ανήκει στο ιστορικό μυθιστόρημα που λατρεύω από παιδί και, αφετέρου, διότι με εντυπωσίασε ο τίτλος και το υπέροχο, καλαίσθητο εξώφυλλό του. Διαβάζοντάς το εντυπωσιάστηκα από την μεστή, πλούσια, λογοτεχνική γραφή της συγγραφέως, την σε βάθος ιστορική έρευνα που προφανώς πραγματοποίησε ώστε να μπορέσει να αναπαραστήσει και να ζωντανέψει την εποχή του αρχαίου ελληνικού κόσμου με τέτοια ακρίβεια και πειστικότητα, αλλά και από το γεγονός ότι κυριολεκτικά με "απορρόφησε" χωρίς να χάσω στιγμή το ενδιαφέρον μου, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για ένα αρκετά "χορταστικό" βιβλίο 700 περίπου σελίδων. Εν κατακλείδι, είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα αριστουργηματικό, το οποίο αξίζει να διαβαστεί από όλους όχι μόνο ως αξιόλογο λογοτεχνικό δείγμα αλλά και ως ιστορική πηγή. Ευθύς αμέσως αναζήτησα και άλλα έργα της συγγραφέως και σκεφτείτε την έκπληξή μου όταν διαπίστωσα ότι το επόμενο βιβλίο της ανήκε στην λογοτεχνία του φανταστικού με τον τίτλο «Έμπονυ Βάργκας – Νυχτερινοί Ψίθυροι». Συνειδητοποίησα ότι το συγγραφικό ταλέντο της κ. Λαψάτη δεν περιορίζεται σε μία μόνο κατηγορία και δεν μπαίνει σε καλούπια, καθώς έχει την ικανότητα να εκφράζεται και να πειραματίζεται μέσα από εντελώς διαφορετικά λογοτεχνικά είδη κάθε φορά, με την ίδια επιτυχία. Με αφορμή, λοιπόν, την έκδοση του δεύτερου και τελευταίου μέρους της διλογίας της με τίτλο «Έμπονυ Βάργκας – Σκοτεινό Κάλεσμα», η αγαπητή συγγραφέας είχε την καλοσύνη να απαντήσει στο ερωτηματολόγιο των «Φίλων Της Λογοτεχνίας» για την λογοτεχνία, την συγγραφή, την κοινωνία και πολλά ακόμη. Την ευχαριστώ θερμά για τον χρόνο που μου διέθεσε, της εύχομαι ολόψυχα καλή επιτυχία σε κάθε πόνημά της και σας προσκαλώ να διαβάσετε τις απαντήσεις της ώστε να γνωρίσετε κι εσείς λίγο καλύτερα την εξαίρετη Κωνσταντίνα Λαψάτη!

1) Αγαπητή κ. Λαψάτη, τις θερμές μας ευχές για το νέο μυθιστόρημά σας φαντασίας και μυστηρίου, με τίτλο «Σκοτεινό Κάλεσμα», το οποίο αποτελεί το δεύτερο μέρος της διλογίας σας «Έμπονυ Βάργκας». Ποιό ήταν το έναυσμα για την ενασχόλησή σας με τον κόσμο της λογοτεχνίας και το αντικείμενο της συγγραφής;

Αγαπητή Κλειώ Τσαλαπάτη, νιώθω πως με τιμά η επιθυμία σου να καταγραφούν στον όμορφο διαδικτυακό σου χώρο οι προσωπικές μου σκέψεις με αφορμή την δημοσιοποίηση του δεύτερου μέρους της ιστορίας της Έμπονυ Βάργκας που ξέρω πως αγαπήθηκε από τους φίλους της Φανταστικής Λογοτεχνίας.
Τώρα, για να απαντήσω στο ποιο ήταν το έναυσμα να ξεκινήσω αρχικά να διαβάζω και στην συνέχεια να θέλω να αποτυπώσω τις δικές μου αισθήσεις στο χαρτί, θα έλεγα πως ήταν μια αίσθηση σαν κι αυτήν που θέλουμε να ανασάνουμε καθαρό αέρα όταν όλα γύρω μας είναι αφόρητα δύσοσμα.
Η σπουδαία σκέψη της παγκόσμιας γραμματείας που διαβάζω αποτελεί για μένα ζωτική ανάγκη για να μπορώ να υπάρχω.

2) Από πού αντλείτε την έμπνευση για κάθε έργο σας και κάθε χαρακτήρα και πόσο δύσκολο είναι να σταχυολογήσετε τις απαραίτητες πληροφορίες, όταν αυτές απαιτούνται, ώστε να συνδυάσετε τυχόν ιστορικά γεγονότα, τόπους και μυθοπλασία στα βιβλία σας;

Έμπνευση…  Είναι μια λέξη που την συνδυάζω με την επίσης  παρεξηγημένη έννοια που είναι το ταλέντο. Ο άδειος νους δεν μπορεί να εμπνευστεί. Όταν ξεκινώ να γράψω, ήδη έχουν γίνει μέσα στο μυαλό μου οι απαραίτητες ενέργειες για αυτό που με απασχολεί και θέλω να ασχοληθώ.  Το αστείο είναι πως για να γράψεις ένα είδος λογοτεχνίας, πρέπει να έχεις διαβάσει, ή για να το πω πιο σωστά, να έχεις μελετήσει πολλά άλλα. Δεν γίνεται να αγνοείς τον Παπαδιαμάντη ή τον Ροΐδη και να θέλεις να γράψεις κάτι που θα έχει ενδιαφέρον να το διαβάσουν μετά από κάποια χρόνια άγνωστοι σε εσένα.
Σαφώς τα ιστορικά γεγονότα και οι τόποι που αναπτύσσεται ο μύθος αποτελούν μια άλλη τεράστια μελέτη που παίρνει χρόνο κατά την προετοιμασία της γραφής. Στο σπίτι μου, αν έρθει κάποιος την περίοδο που ερευνώ για ένα βιβλίο μου, νιώθει πως μπαίνει σε ένα στρατηγείο πολέμου με αναρτημένους χάρτες και όγκο βιβλίων γύρω από τα δύο γραφεία μου.
Όταν ένας γράφει, οφείλει να μην φαντάζεται, όσο κι αν πιστεύει πως είναι εμπνευσμένος, αλλά να ακολουθεί το γνωστό τρίπτυχο του σεμνού ανθρώπου. Να μελετά, να μελετά και να μελετά.

3) Συνήθως, οι περισσότεροι συγγραφείς είτε έχουν σπουδάσει κάποιο αντικείμενο, είτε ασκούν ως επάγγελμα κάτι εντελώς διαφορετικό από την συγγραφική τους ιδιότητα. Θα θέλατε να μας μιλήσετε σχετικά με αυτό και να μας πείτε πόσο αρμονικός είναι ο συνδυασμός όλων αυτών και κατά πόσο αλληλοεπηρεάζονται οι επιμέρους ιδιότητές σας;

Κλειώ μου, θα ήταν ευχής έργον αν μπορούσε κάποιος στην Ελλάδα να ζήσει από την γραφή των βιβλίων του. Αυτό δεν γίνεται για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι πως οι άνθρωποι που διαβάζουν, δηλαδή η αγορά του βιβλίου είναι τραγικά μικρή. Ο δεύτερος λόγος κρύβεται πίσω από την αινιγματική φράση ‘δυστυχώς, ο Άλδος Μανούτιος πλέον δεν ζει’.
Πέρα από αυτές τις δυσκολίες, το επάγγελμα ενός ανθρώπου που γράφει δεν είναι ανασταλτικός παράγων μα ούτε και αρωγός της γραφής του. Η ουσία βρίσκεται στο ερώτημα «Γιατί θέλει κάποιος να γράψει». Εδώ θέλω να πω κάτι που στην οικογένειά μου το πιστεύουμε και βάσει αυτού πορευόμαστε με μέτρο και σεβασμό. Συγγραφέας δεν γίνεται κάποιος επειδή γράφει και τυπώνει ένα βιβλίο, ούτε επειδή αρέσκεται να φέρει αυτήν την ιδιότητα. Αυτός είναι ένας τίτλος που δίνεται σ’ αυτόν συνήθως μετά την ολοκλήρωση της ζωής του και λόγω του ότι συνεχίζει το έργο του να απασχολεί τις σκέψεις των μεταγενεστέρων. Δύσκολες έννοιες και σίγουρα άγνωστες στο ήθος της εποχής μας. Όταν συστήνομαι, αποφεύγω να πω ότι είμαι συγγραφέας, παρά επιλέγω να λέω «γράφω βιβλία». Επιλέγω ρήμα, δηλαδή ενέργεια, δράση κι όχι ιδιότητα.

4) Έχετε συμπεριλάβει ποτέ στα βιβλία σας κάποια προσωπικά σας βιώματα; Στο νέο σας βιβλίο, το οποίο βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, πόσο εύκολη, ή επώδυνη ήταν η αντικειμενική προσέγγισή τους συγγραφικά;

Αγαπητή μου Κλειώ, πόσο καίρια είναι αυτή σου η ερώτηση… Χωρίς προσωπικό βίωμα δεν μπορεί να υπάρξει γραφή. Αλλά και μόνο με προσωπικό βίωμα δεν λογίζεται πως μπορεί να έχει αξία μία γραφή. Ένα κείμενο οφείλει να φέρει μέσα του την υπέρβαση των ίδιων των σκέψεων που μας κάνουν να το δημιουργήσουμε. Αυτός που γράφει, εξελίσσεται μέσα από το ίδιο το κείμενό του. Εδώ υπάρχει ένα ερώτημα που δεν απαντιέται εύκολα. Μία γραφή ανήκει στον δημιουργό της ή αυτός γίνεται ο σκυταλοδρόμος μια συλλογικής γνώσης που την υπηρετεί; 
Στο δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος με την Έμπονυ Βάργκας, με απασχόλησε μόνο η σκέψη να ολοκληρώσω με συνέπεια την προσέγγιση του φανταστικού μύθου που θέλησα να υπηρετήσω. Επάνω σε αυτήν την θεματολογία έχουν γραφεί αριστουργήματα και μια σοβαρή προσέγγιση του μύθου των βαμπίρ οφείλει να δίνει εκδοχές του μύθου που θα πλουτίζουν την θεματική και δεν θα καταναλώνουν φτηνές σκηνές κακογραμμένου τρόμου.

5) Στο βιβλίο σας έχετε καταπιαστεί με πολλά θέματα και, αν και η συγκεκριμένη διλογία σας «Έμπονυ Βάργκας» ανήκει στη σφαίρα της λογοτεχνίας φαντασίας, έχετε διαπρέψει εξίσου και στο πεδίο του ιστορικού μυθιστορήματος με το προσωπικά αγαπημένο μου «Οι Γεύσεις Της Νέμεσης». Ποιά θεωρείτε ως την πιο σημαντική, ίσως και ανεξάντλητη, "πηγή ιδεών" για έναν συγγραφέα;
Ποια είναι η πηγή ιδεών για κάθε συγγραφέα; 
Τεράστιο το θέμα… Ο Πλάτωνας θα μας έλεγε πως οι ιδέες βρίσκονται έξω από την φθαρτή και εφήμερη ύλη μας. Ίσως η πηγή ιδεών είναι τα ατομικά μας ερωτήματα για την ίδια την ζωή μας. Όχι την ζωή των άλλων, αλλά την δική μας.
Τα είδη της λογοτεχνίας, όσο κι αν δημόσια οφείλω να τα ταξινομήσω, δεν τα ξεχωρίζω μέσα στο μυαλό μου. Περισσότερο με καθοδηγεί το ερώτημα ζωής που θέλω να μελετήσω και λιγότερο με απασχολεί αν θα εξειδικευτώ σε ένα είδος λογοτεχνίας. Για άλλους ανθρώπους που γράφουν δεν ξέρω πως αντλούν τις ιδέες τους, γιατί κάθε άνθρωπος, όπως και εγώ, είναι μια μοναδική οντότητα που έχει την δυνατότητα να παράγει άξια ή ευτελή προϊόντα σκέψης.

6) Πιστεύετε πως το επιστημονικό υπόβαθρο είναι απαραίτητο για τη συγγραφή ενός βιβλίου, ή αρκεί το έμφυτο συγγραφικό ταλέντο, η φαντασία και οι εμπειρίες του συγγραφέα;

Αυτός που γράφει Κλειώ μου, οφείλει να επίσταται των θεμάτων που πραγματεύεται. Τώρα, αν θα έχει πιστοποίηση της επιστασίας του από ιδρύματα είναι μια άλλη υπόθεση. Μπορεί ναι, αλλά δεν είναι και απαραίτητο. Περίπτωση όμως να είναι εντελώς απληροφόρητος για το θέμα και να γράψει σοβαρά, δεν γίνεται. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η γραφή είναι φαιδρή και χαμένος είναι ο ίδιος ο Πολιτισμός μας που σωρεύει σκουπίδια δίπλα σε άξιες γραφές.
Ένας άνθρωπος με φαντασία μα με δίχως ιδρώτα γνώσης δεν μπορεί να ‘γράψει’.

7) Υπάρχει κάποιο μοτίβο ως προς το πότε σας "επισκέπτεται" η συγγραφική σας  έμπνευση; Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ώρα, διάθεση, ή τόπος ίσως, που να σας προδιαθέτει να γράψετε, ή είναι κάτι που "ρέει" αβίαστα από μέσα σας συνέχεια;

Η συγγραφή είναι μια λειτουργία που την καταλαβαίνω ως προσφορά των επεξεργασμένων ερωτημάτων της σκέψης μου. Είναι περίοδοι που θέλω μόνο να διαβάζω και να ταξινομώ τις έρευνές μου για τις θεματικές που με απασχολούν. Το να συγκεντρώσω υλικό για τα σύμβολα κατά την ιστορία του ανθρώπου, ή να ψάξω λεπτομέρειες για πολιτισμούς του παρελθόντος, είναι κάτι που δεν σημαίνει πως θα καταλήξει σε γραφή βιβλίου. Έχω ένα τεράστιο αρχείο για ιστορικά και κοινωνιολογικά θέματα πολιτισμών που και εγώ η ίδια δεν ξέρω γιατί συνεχίζω να το αυξάνω μελετώντας το.
Σίγουρα, αυτό που μπορώ να πω με βεβαιότητα είναι πως χρειάζομαι σταθερότητα ώστε να γράψω για κόσμους εξαιρετικά ασταθείς, κι αυτό γίνεται σχεδόν πάντα τις μεταμεσονύκτιες ώρες.

8) Όταν ολοκληρώνετε ένα νέο μυθιστόρημά σας αρκείστε στη δική σας μόνο γνώμη και αξιολόγηση, πριν προχωρήσετε στην έκδοσή του, ή αναζητάτε πρώτα την άποψη κάποιου οικείου σας προσώπου την κρίση του οποίου εμπιστεύεστε;

Αγαπημένη Κλειώ, ένα βιβλίο τελειώνει όταν αποφασίσει ο συγγραφέας πως θα μπορούσε να είναι και καλύτερο, αλλά αυτό δεν τον κάνει να αισθάνεται άσχημα.
Η επιμέλεια ενός βιβλίου είναι πολύ σπουδαία υπόθεση που οφείλει να γίνεται πρώτα από τον συγγραφέα κι έπειτα, σε συνεργασία πάντα με τον φιλόλογο επιμελητή. Υπάρχουν λέξεις που σκόπιμα μπορεί να είναι λογοπλαστικά αδόκιμες, όμως να έχουν λόγο ύπαρξης σε ένα κείμενο που ο δημιουργός θέλει να υπάρχουν.
Ορισμένα πρόσωπα που αποτελούν συνειδητές επιλογές στη ζωή μου, πάντα  βρίσκονται σε διαλεκτική συνύπαρξη με εμένα, από την γέννηση της ιδέας του βιβλίου μέχρι τις τελικές διορθώσεις του. Δεν τίθεται θέμα εμπιστοσύνης  στην κρίση των ανθρώπων που έχω επιλέξει να συνυπάρχω κατά την δημιουργία, αλλά συγγενούς σκέψης με σαφείς ηθικές προσεγγίσεις ή αποκλίσεις στα ερωτήματα που εμφανώς ή αθέατα πραγματεύεται η γραφή μου.

9) Από τα μυθιστορήματά σας  υπάρχει κάποιο το οποίο ξεχωρίζετε, στο οποίο ίσως έχετε μεγαλύτερη αδυναμία και γιατί; Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για τα βιβλία σας και, γιατί όχι, την ιστορία "πίσω από την ιστορία" κάποιων από αυτά;

Τα βιβλία που έχω γράψει, ανεξάρτητα αν έχουν εκδοθεί ή όχι, αποτελούν τα ίχνη των ερωτημάτων της σκέψης μου στα χρόνια που έχω αποφασίσει να γράφω πέραν του να διαβάζω. Κάθε βιβλίο φέρει μέσα του την δική μου πορεία, {και απορία} που όσο και αν νιώθω όμορφα γι αυτήν, δεν μπορώ να παραμείνω προσκολλημένη σε αυτήν θαυμάζοντάς την.
Ό,τι βιβλίο έχω γράψει, νιώθω πως είναι ξένο προς την σημερινή μου συγκρότηση. 
Τις νέες μου γραφές δεν τις αντιμετωπίζω με χαριεντισμούς φιλάρεσκης αυτό-λαγνείας, αλλά ως μαθηματικά προβλήματα μορφοποίησης όσων θέλω να πω, μέσα από τον μύθο.

10) Η συγγραφέας Κωνσταντίνα Λαψάτη βρίσκει το χρόνο να διαβάζει για δική της ευχαρίστηση και όχι μόνο για έρευνα πάνω σε κάποιο μελλοντικό βιβλίο της; Εφόσον συμβαίνει αυτό, ποιό είδος λογοτεχνίας προτιμάτε περισσότερο ως αναγνώστρια και γιατί;

Ναι, διαβάζω πέρα από την έρευνα. Διαβάζω Έλληνες συγγραφείς και χαίρομαι που υπάρχουν πολύ καλές γραφές.  Για να μιλήσω με ειλικρίνεια είναι ελάχιστες, ως προς την πρωτοτυπία της σκέψης τους. Συνήθως, όταν σταθώ στους χώρους αγοράς βιβλίου, ένα γρήγορο διάβασμα μικρών αποσπασμάτων με κάνει να το επιλέξω ή να το αφήσω πίσω στο ράφι.
Τώρα, για το είδος της λογοτεχνίας που έχει ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου, είναι αυτό της περιηγητικής λαογραφίας.  Άνθρωποι που αφιερώνουν την ζωή τους σε αυτό που τους οδηγεί το ‘θέλω’ της καρδιάς τους, έχουν ξεχωριστή θέση εκτίμησης  μέσα μου.

11) Θυμάστε το πρώτο σας ανάγνωσμα το οποίο σας "παρέσυρε" στον κόσμο της λογοτεχνίας; Υπάρχει κάποιο απόφθεγμα από βιβλίο το οποίο να καθόρισε την μετέπειτα ζωή σας; Έχετε δεχθεί κάποιες επιρροές από κάποιους ομότεχνούς σας, έλληνες ή ξένους, σύγχρονους ή κλασσικούς, στο δικό σας τρόπο γραφής, ύφους ή θεματολογίας;

Και βέβαια θυμάμαι. Η Φανταστική Λογοτεχνία με κέρδισε από μικρή, όταν με τα πρώτα μου χρήματα αγόρασα τα αξιόλογα βιβλία της σειράς «Ο Μικρός Βρικόλακας», δεκατρία βιβλία τα οποία βρίσκονται στην γυάλινη προθήκη της βιβλιοθήκης, προστατευμένα από τον χρόνο, αλλά όχι από εμένα, αφού υπάρχουν καιροί που ξαναγυρίζω σε αυτά, επιθυμώντας να επιστρέψω στην πηγή του νερού που πρωτοήπια. Αμέσως μετά, ήρθα σε επαφή με σπουδαίους δημιουργούς του ιστορικού μυθιστορήματος και άκουσα τις Μούσες πάλι να με καλούν.
Τα αποφθέγματα τα αποφεύγω, γιατί με τόσα που υπάρχουν καταγεγραμμένα θα έπρεπε ο κόσμος να ήταν χρόνια τώρα καλύτερος. Οι επίγονοι του Γουτεμβέργιου, όσο κι αν τυπώνουν σπουδαία λόγια, κάνουν τους αναγνώστες να παραμένουν υποτελείς στα «θέλω» τους. «Θέλω» σημαίνει «έχω μόνο δικαίωμα». «Πρέπει» σημαίνει «έχω και υποχρέωση». Αρνούμενοι λοιπόν τις υποχρεώσεις και δεχόμενοι μόνο τα δικαιώματά μας, χτίζουμε κοινωνίες με ηθικές ζούγκλας.

12) Ποιά είναι τα αγαπημένα σας βιβλία και συγγραφείς; Από την ελληνική και παγκόσμια λογοτεχνία υπάρχει κάποιο βιβλίο το οποίο έχετε λατρέψει,  το οποίο "ζηλεύετε" ως λογοτεχνικό έργο και θα θέλατε, ή ονειρεύεστε να είχατε συγγράψει εσείς;

Πάρα πολλά! Σε κάθε εποχή υπάρχουν συγγραφείς που με γοητεύουν να τους διαβάζω και αντί να ζηλεύω την γραφή τους, χαίρομαι που υπήρξαν και συνεχίζουν να υπάρχουν μέσα από το έργο τους γιατί νιώθω πως χτίζουν την σκέψη μου.
Να μιλήσω για το Ντάν Σίμονς που έγραψε τον καθηλωτικά σκοτεινό «Ντρουντ», τον Όσκαρ Ουάιλντ και την ευφυέστατη πένα του, ή τον Καραγάτση με την σκληρή, τολμηρή γραφή του; 
Οι παραπάνω δημιουργοί -και πόσοι άλλοι- αποτελούν την υπέροχη έρμα της ψυχής μου και σε αυτήν οφείλω την ‘εύπλοιαν’ της ζωής μου.

13) Πιστεύετε πως ο συγγραφέας πρέπει να ταξιδεύει ώστε να έχει κάποια βιώματα από τις χώρες και τις τοποθεσίες τις οποίες, τυχόν, περιγράφει στα βιβλία του και πόσο εφικτό είναι αυτό στην πράξη κατά τη γνώμη σας; Είναι απαραίτητο κάτι τέτοιο, απλά και μόνο, για την "διεύρυνση των οριζόντων" του;

Εδώ τα πράγματα έχουν πόνο… Πόνο γιατί θεωρώ πως τα ταξίδια πρέπει να γίνονται πρώτα μέσα από τις μελέτες μας και στην συνέχεια, να πλησιάζουμε το μέρος που μας αφορά συγγραφικά αν είναι δυνατόν. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν έχω γράψει για πόλεις και εποχές που εκ των πραγμάτων ήταν αδύνατη η ύπαρξή μου σε αυτές, άλλωστε, πριν κάποιον καιρό για ένα ιστορικό μυθιστόρημά μου, επισκέφθηκα τον πανέμορφο Γαλλικό νότο και έμεινα στην Προβηγκία, βαδίζοντας πάνω στα μονοπάτια των αιρετικών Καθαρών του 13ου αιώνα. Δεν βλέπουμε λοιπόν με τα μάτια μας, αλλά με την συγκρότηση της σκέψης που διαθέτουμε. Αυτό ισχύει για γράφοντες και  μη.

14) Θεωρείτε ότι ο συγγραφέας θα πρέπει να ασχολείται με διαφορετικά είδη λογοτεχνίας και να "πειραματίζεται" θεματολογικά, ρισκάροντας το υπάρχον αναγνωστικό του κοινό, ή θα όφειλε να εμμένει στο είδος που τον έχει καθιερώσει;

Κλειώ μου, σε αυτό το θέμα δεν υπάρχουν κλισέ. Ο κάθε γράφων διαλέγει τον δρόμο της ζωής του και κρίνεται από την αξία που δίνει στα βήματά του. Ο Γάλλος γιατρός, διπλωμάτης και περιηγητής Πουκεβίλ διάλεξε να γράψει ως νέος Παυσανίας την δική του ζωή. Δεν θα μπορούσε ένας σοβαρός άνθρωπος να τον κρίνει ως ανεπαρκή γιατί δεν ασχολήθηκε με διαφορετικά είδη γραφής.
Μέχρι στιγμής εμένα με συγκινεί η ιστορική μυθιστορία και η φανταστική λογοτεχνία σε όλα της τα είδη. Νιώθω πως η λατρεία που έχω στην Ιστορία μπορεί να εκτονώνεται σε μυθοπλασίες φαντασίας, γιατί χωρίς παρελθόν δεν μπορούμε να έχουμε μέλλον.

15) Πιστεύετε πως οι συγγραφείς οφείλουν να προβληματίζουν τους αναγνώστες "αφυπνίζοντας" τη σκέψη τους, ή ο σκοπός των βιβλίων τους θα έπρεπε να είναι απλά και μόνο ψυχαγωγικός; Εσείς, ποιά μηνύματα επιδιώκετε να "περάσετε" στους αναγνώστες σας και σε ποιό είδος αναγνωστικού κοινού, συνήθως, απευθύνεστε μέσα από το συγγραφικό έργο σας;

Μμμ, και τούτη η ερώτηση έχει ενδιαφέρον.  Το αναφέρω τούτο αγαπητή Κλειώ, γιατί δεν πιστεύω πως υπάρχουν σπουδαίες ή ενδιαφέρουσες απαντήσεις, αλλά μόνο άξιες ερωτήσεις. Οι απαντήσεις ακόμα και στην επιστήμη είναι φυσική απόρροια των ερωτημάτων που τίθενται.
Τώρα για τους συγγραφείς…  Το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι, ο καθένας με το δικό του φαναράκι, να φωτίζουν την δική τους πορεία. Αν θελήσει κάποιος να γράψει βιβλίο μόνο για να καμαρώνει το Εγώ του μέσα από τα καλά λόγια της αυλής που τον περιτριγυρίζει, ενώ νομίζει πως είναι συγγραφέας που αφυπνίζει συνειδήσεις, τότε απλώς δεν γνωρίζει πως αυτό αποτελεί ψυχική εκτροπή.
Σκληρά λόγια θα μου πεις, αλλά από την στιγμή που έχω περάσει και εγώ απ’ όλα αυτά τα στάδια, έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου πως ποτέ δεν θα χαϊδέψω αυτιά, εκτός από εκείνα της Σεχραγάτ, της γλυκιάς μου γάτας, που αδιαφορεί αν είμαι συγγραφέας και με έχει αναγορεύσει σε ευεργέτιδα της κροκέτας.
Για το θέμα της ψυχαγωγίας… Σίγουρα υπάρχουν και τέτοια βιβλία, όπως υπάρχουν και γραφές που δεν άγουν την ψυχή, αλλά την φυλακίζουν σε στερεότυπες εικόνες σκέψης που κάνουν τον άνθρωπο φτηνό καταναλωτή. Να το πάλι το δίπολο του πολιτισμού μας.
Η αλήθεια είναι πως σήμερα ο αγώνας μεταξύ του τίποτα και της σπουδαίας παγκόσμιας γραμματείας είναι 1-0 υπέρ της φαιδρότητας της σκέψης. Θέλω να πιστεύω όμως πως, όσο υπάρχουν σκέψεις άξιες που τυπώνονται, υπάρχει ελπίδα να διαφοροποιηθεί ο κόσμος μας προς ένα νέο ήθος.
Με όσα λέω, αποκαλύπτω πως γράφω για την ψυχή μου και χωρίς να έχω καμία αυταπάτη αυθεντίας, αφήνω παρακαταθήκη σε αναγνώστες του μέλλοντος, την βάσανο της σκέψης μου. Αυτοί, θα κρίνουν.

16) Θεωρείτε πως η σύγχρονη πραγματικότητα μπορεί να αποτελέσει  πηγή έμπνευσης για έναν συγγραφέα και, ειδικότερα, οι τόσο δύσκολες καταστάσεις που βιώνουμε τελευταία στην πατρίδα μας; Ή μήπως το ζητούμενο από τους αναγνώστες είναι ακριβώς η "φυγή" από αυτήν την ζοφερή πραγματικότητα;

Σήμερα ανακαλύψαμε την λέξη κρίση στο λεξιλόγιο ως νεοέλληνες. Αναπαράγουμε σκέψεις όπως αυτήν που λέει πως η κρίση δεν είναι οικονομική αλλά ηθική, αλλά δεν ξέρουμε τι είναι αυτό που με ευκολία λέμε. Η απόδειξη είναι πως συνεχίζουν να συνωστίζονται οι νέοι σε καταστήματα ευτελούς διασκέδασης και συνεχίζουν τα ηχοσυστήματα των αυτοκινήτων να κυκλοφορούν στις συνοικίες ζαλίζοντας τους κατοίκους την νύχτα.
Η «φυγή» από την πραγματικότητα μπορεί να γίνει εύκολα χωρίς κόστος μέσα από τα προγράμματα της εμπορικής τηλεόρασης.
Αν δώσουν οι νέοι λίγα περισσότερα αγοράζοντας ναρκωτικά πετυχαίνουν με ουσίες την «φυγή» από τα βάσανα.
Στους χώρους όσων είναι αναγνώστες, μια σημαντική μερίδα αναγνωστών προσπαθεί να ξεχάσει τα προσωπικά της προβλήματα διαβάζοντας πλοκές ιστοριών με αναπάντεχες ανατροπές.
Οι περισσότεροι σήμερα ζητούν την «φυγή», γιατί τους έχουν πείσει πως η ζωή γίνεται ωραία, όταν το πρόβατο σεργιανίζει αμέριμνο στον αγρό μασουλώντας χορτάρι, δίχως να γνωρίζει την ημερομηνία σφαγής του. Ποτέ δεν επεδίωξα την «φυγή», αντιμετωπίζω την ζωή κατάματα. Αυτό σημαίνει πως θα με στενοχωρούσε αν οι αναγνώστες των βιβλίων μου ήθελαν να με διαβάζουν για να ξεφύγουν από την ζωή και τα προβλήματά της. Η ζωή είναι βουτιά και αγώνας. Ένα βιβλίο οφείλει να σου δώσει τα εφόδια για να κάνεις την βουτιά και να βγεις στην άλλη άκρη του ωκεανού.

17) Στην σύγχρονη πραγματικότητα και στην εποχή της άκρατης τεχνολογίας ποιά θεωρείτε πως είναι η θέση του λογοτεχνικού βιβλίου; Περνάει τελικά το βιβλίο κρίση στη χώρα μας ή διεθνώς και τί θα μπορούσαμε να κάνουμε ώστε να γίνει πιο προσιτό στο αναγνωστικό κοινό και ιδιαίτερα στους νέους;

Η Ελλάδα θα μπορούσε να μεγαλουργήσει προσφέροντας Πολιτισμό. Ο Έλληνας λόγος παράγει σύνθετες σκέψεις και πίσω από την σπουδαία παγκόσμια λογοτεχνία, θέλουμε δεν θέλουμε, βρίσκεται ο θαυμασμός στην Ελληνίδα σκέψη. Η εικονοποίηση της πληροφορίας είναι σαφώς εξελισσόμενη και έχει μαζικά κερδίσει το έντυπο. Όμως  η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν υπήρχαν βιβλία ή έντυπα που τύχαιναν καθολικής ανάγνωσης.
Ένα βιβλίο λειτουργεί διαφορετικά στον αναγνώστη σε σχέση με μια εικόνα που περιγράφει το ίδιο θέμα. Το βιβλίο χωρά την ατομική εκδοχή επεξεργασίας του αναγνώστη, ενώ η εικόνα του οργανώνει την λογική σε αυτό που θέλει να αποδεχθεί ως πληροφορία.
Όσο είναι απαραίτητη η τεχνολογία, άλλο τόσο είναι χρήσιμο και το βιβλίο που αφορά σε μια προαγωγική σκέψη του αναγνώστη. Στο χέρι του κάθε ενός είναι να διαλέξει το βάθος της «όρασης» στην ζωή του.

18) Είχατε κάποιους "ενδοιασμούς" όταν αποφασίσατε να δώσετε το πρώτο σας βιβλίο προς έκδοση; Αγωνιούσατε ως προς την αποδοχή που θα τύχαινε αυτό από το αναγνωστικό κοινό; Η θεματολογία των βιβλίων σας, πιστεύετε πως παίζει τον δικό της ρόλο στην αποδοχή αυτή;

Τότε δεν ήξερα. Τώρα έμαθα. «Τα καλύτερα βιβλία στην Ελλάδα είναι αυτά που δεν εκδίδονται» λέμε συχνά στο σπίτι αστειευόμενοι αφού και τα δικά μας βιβλία έχουν εκδοθεί.
Αγωνία είχα μόνο στην αρχή. Τώρα όμως, δεν βάζω χαλινάρι στην επιθυμία μου να γράψω ένα μυθιστόρημα τρόμου, μόνο και μόνο επειδή κάποιοι δεν θα αποδεχτούν την θεματολογία ή με έχουν κατατάξει σε εκείνους που γράφουν ιστορικό μυθιστόρημα.  

19) Εσείς, με  την έως τώρα πείρα σας στον χώρο της συγγραφής, τί θα συμβουλεύατε όλους τους νέους επίδοξους συγγραφείς, που ονειρεύονται να δουν κάποτε ένα βιβλίο τους στις προθήκες των βιβλιοπωλείων και, ιδιαίτερα, εν μέσω αυτής της δύσκολης οικονομικής συγκυρίας;

Δεν είμαι σε θέση να συμβουλέψω κανένα. Κλειώ μου, η ζωή κάθε ενός είναι στα χέρια του. Αυτό που θα έλεγα όμως είναι πως για να δεις ένα βιβλίο σου σε προθήκες βιβλιοπωλείων, πρώτα πρέπει να διαβάσεις βιβλία, δεύτερον να ξέρεις γιατί θέλεις να γράψεις και τρίτον να αποφασίσεις πως αυτό είναι σημαντικό για την ύπαρξή σου.

20) Κλείνοντας και, αφού σας ευχαριστήσω θερμά για την τιμή της παραχώρησης  αυτής της συνέντευξης, θα ήθελα να σας ευχηθώ ολόψυχα καλή επιτυχία σε όλα σας τα βιβλία και ειδικότερα, στο νέο  μυθιστόρημά σας «Έμπονυ Βάργκας: Σκοτεινό Κάλεσμα», και να σας ρωτήσω για τα άμεσα συγγραφικά σας σχέδια. Τί να περιμένουμε από εσάς στο μέλλον;

Κλειώ μου, εγώ σε ευχαριστώ που θέλησες να δημοσιοποιήσεις τις σκέψεις και τις απόψεις μου. Το βιβλίο που τυπώθηκε για τους αναγνώστες, με τίτλο «Σκοτεινό Κάλεσμα», ήταν μια υποχρέωση ολοκλήρωσης ενός κύκλου που όφειλα να τον ολοκληρώσω.
Στο μέλλον,  θα σκεφτώ αρκετά τον τρόπο που θα κυκλοφορήσουν τα βιβλία μου, γιατί νιώθω πως ο σεβασμός στον Συγγραφέα στην χώρα μας είναι είδος εν ανεπαρκεία.
Ο Κικέρων παραμένει επίκαιρος με το ρητό “o tempora o mores”

Βιογραφία της Κωνσταντίνας Λαψάτη:

Η Κωνσταντίνα Λαψάτη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1978 και κατοικεί στον Πειραιά. Αν και είναι απόφοιτος Ανθοκομίας-Αρχιτεκτονικής Τοπίου, το ενδιαφέρον της στρέφεται στην επιστήμη της αρχαιολογίας. Ασχολείται επίσης με την ερασιτεχνική αστρονομία και την συγκέντρωση λαογραφικών αφηγήσεων. Είναι η συγγραφέας του ιστορικού μυθιστορήματος «Οι Γεύσεις της Νέμεσης» (2009), καθώς και της σειράς φανταστικής λογοτεχνίας «Έμπονυ Βάργκας, Νυχτερινοί Ψίθυροι» (2012) και «Έμπονυ Βάργκας, Σκοτεινό Κάλεσμα» (2017).

Για επικοινωνία με την συγγραφέα απευθυνθείτε στο προσωπικό της ιστολόγιο στον ακόλουθο σύνδεσμο: http://konstantinalapsati.blogspot.gr/

Ή στην σελίδα της στο Facebook «Constance Lapsati Author» στον ακόλουθο σύνδεσμο: https://www.facebook.com/LapsatiConstance.Author/

Εργογραφία Κωνσταντίνας Λαψάτη:

«ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΚΑΛΕΣΜΑ – Έμπονυ Βάργκας ΙΙ» (2017)
Σελίδες: 310

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Μια νέα ζωή ξεκινά για την Έμπονυ Βάργκας. Όμως, όπου κι αν πάει, με όποιον κι αν αναμετρηθεί, απ’ όποιον κι αν χάσει, όποιον κι αν νικήσει το παρελθόν συνεχίζει να τη στοιχειώνει.

Θα παραμείνει η σκοτεινή απέθαντη ύπαρξη που για τέσσερις αιώνες αναζητά την λησμονιά ή θα κόψει το νήμα της αθανασίας συναντώντας την πολυπόθητη λήθη;»


«ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΙ ΨΙΘΥΡΟΙ – Έμπονυ Βάργκας Ι» (2012)
Εκδόσεις: Ωκεανός
Σελίδες: 384

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Η Έμπονυ Βάργκας είναι πουθενά και παντού. Αόρατη από τους περισσότερους, αλλά τόσο κοντά σε αυτούς. Έχει μνήμες, έχει ιστορία, έχει παρελθόν. Όπως όλοι... Είναι μια αριστοκρατική, γοητευτική φιγούρα του σκότους που ξέρει να κρύβεται καλά, καθώς η αγέρωχη σκιά της, βρίσκει πάντα τον τρόπο να σκαρφαλώνει στους τοίχους του δικού μας θνητού κόσμου.

Δεν πρόλαβε να αποτελειώσει την σκέψη της και η επιθυμία της έγινε πραγματικότητα. Τα πορφυρά, παγωμένα χείλη άγγιξαν τρυφερά τα δικά του. Έμειναν εκεί, ενωμένα για κάτι περισσότερο από ένα ολόκληρο δευτερόλεπτο, ώσπου ξαφνικά το μετάνιωσε.
Αν ξυπνούσε; Τί στο καλό θα έκανε αν εκείνος ξυπνούσε και την έβλεπε να στέκεται από πάνω του; Μέσα στο σπίτι του; Κλέφτης των χειλιών του μέσα στην ίδια του την κρεβατοκάμαρα;
Με μία αστραπιαία κίνηση, έκανε στροφή πετώντας ταυτόχρονα πάνω στο σώμα του κοιμισμένου άντρα την κουβέρτα και βγήκε βιαστικά έξω από το ανοιχτό παράθυρο...».

«ΟΙ ΓΕΥΣΕΙΣ ΤΗΣ ΝΕΜΕΣΗΣ» (2009)
Εκδόσεις: Ωκεανός
Σελίδες: 700

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Αθήνα, 404 π. Χ.

Η χαριτωμένη Ζηναΐς εργάζεται στην πόλη της Παλλάδος Αθηνάς σαν μαγείρισσα, στο σπίτι του Αθηναίου στρατηγού Δείναρχου. Το τρυφερό ειδύλλιο που αναπτύσσεται ανάμεσα σ’ αυτήν και στον γοητευτικό αφέντη της, την βοηθούν να ξεπεράσει τον άτυχο έρωτά της με τον Σπαρτιάτη οπλίτη Λίβυ, τον αδελφό του νικητή στους Αιγός Ποταμούς, Λύσσανδρου.

Όμως στην Αθήνα των Τριάκοντα Τυράννων ο Δείναρχος κινδυνεύει λόγω των δημοκρατικών του φρονημάτων και η ερωτευμένη Ζηναΐς κάνει ό,τι μπορεί για να τον προστατέψει...

Οι σκευωρίες που υφαίνονται εις βάρος της, σημαδεύουν ανεξίτηλα την ζωή της. Αποφασίζει να φύγει για την Έφεσο, ακολουθώντας το στράτευμα της Σπάρτης που κινεί εκστρατεία εναντίον των Περσών για να απελευθερώσει τις ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας...

Όμως η Λάχεσις έχει άλλα σχέδια γι’ αυτήν. Εκεί θα συναντήσει ξανά τους δύο μοιραίους άνδρες της ζωής της, και τώρα πια θα πρέπει να επιλέξει έναν απ’ τους δυο...

Ένα ρεαλιστικό, συναρπαστικό, περιπετειώδες, ερωτικό μυθιστόρημα που αναβιώνει με εκπληκτικό τρόπο τον αρχαίο κόσμο. Ένα μυθιστόρημα-αποκάλυψη που καθηλώνει τον αναγνώστη!»

Διαβάστε ολόκληρη την κριτική για το βιβλίο «Οι Γεύσεις Της Νέμεσης» στον ακόλουθο σύνδεσμο: http://filoithslogotexnias.blogspot.gr/2014/02/blog-post_8.html 


Πέμπτη, 7 Σεπτεμβρίου 2017

«ΤΟ ΚΥΜΑ ΚΑΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΔΕΝ ΧΩΡΙΣΑΝ ΠΟΤΕ», της Σοφίας Παπαηλιάδου – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

«ΤΟ ΚΥΜΑ ΚΑΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΔΕΝ ΧΩΡΙΣΑΝ ΠΟΤΕ», της Σοφίας Παπαηλιάδου – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη
Εκδόσεις: Άνεμος
Σελίδες: 272
Τιμή: 12,87 €

          Το όνειρο κάθε πραγματικού βιβλιόφιλου υποθέτω, αν κρίνω από την δική μου περίπτωση, πως είναι να βρίσκει ολοένα και περισσότερους συγγραφείς με γραφή και έργα πρωτότυπα, ξεχωριστά, φρέσκα και ουσιώδη, που αφήνουν το δικό τους στίγμα στον κόσμο του βιβλίου. Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό ως αναγνώστρια, διότι μέσα από τον κόσμο του διαδικτύου γνώρισα έναν εκδοτικό οίκο –από αυτούς που αντικειμενικά θεωρούνται μικροί και λιγότερο διαφημισμένοι, αλλά είναι καθόλα αξιόλογοι και ποιοτικοί– ο οποίος προσπαθεί να κάνει ακριβώς αυτό, μέσα από τα εκδοτικά του πλάνα: να μας συστήσει νέους, λιγότερο γνωστούς, ταλαντούχους συγγραφείς που έχουν τον δικό τους μοναδικό τρόπο γραφής και καταπιάνονται με ποικίλα, λιγότερο τετριμμένα και περισσότερο ενδιαφέροντα θέματα. Μία τέτοια νέα και πολύ χαρισματική συγγραφέας είναι η Σοφία Παπαηλιάδου, την οποία η Άνεμος Εκδοτική μας συστήνει μέσα από το βιβλίο της «Το Κύμα Και Η Θάλασσα Δεν Χώρισαν Ποτέ». Αν και δεν πρόκειται για μυθιστόρημα, αλλά περισσότερο για μία συλλογή μικρών αυτόνομων κειμένων, το συγκεκριμένο βιβλίο κρατά συνεχώς αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη από την αρχή έως το τέλος. Η γραφή της συγγραφέως είναι μοναδική, στακάτη και απέρριτη, χωρίς ανούσια φτιασίδια εντυπωσιασμού, αλλά με περισσή ουσία και πολλαπλά νοήματα. Πρόκειται για αληθινές, βαθιές σκέψεις, "επώδυνες" συνειδητοποιήσεις και ανεκτίμητα συμπεράσματα τα οποία θα μπορούσαν να χαρακτηρίσουν ολόκληρο το βιβλίο ως μία πολύτιμη συλλογή άτυπων αποφθεγμάτων, μετά την ανάγνωση των οποίων ο αναγνώστης μονάχα κερδισμένος μπορεί να βγει.
          Η συγγραφέας με διάθεση εξομολογητική και διόλου διδακτική, "ξεγυμνώνει" την ψυχή της, μέσα από τα σύντομα σε έκταση αλλά τεράστια σε νόημα κείμενά της, τα οποία αφορούν κυρίως τον άνθρωπο, τις σχέσεις, την ψυχή και τα όνειρα του καθενός μας, τις απογοητεύσεις και τις χαρές μας, εν τέλει την ίδια την ζωή σε όλο το μεγαλείο και την μοναδικότητά της! Οι αλήθειες, ατόφιες και καθόλου εξωραϊσμένες ώστε να γίνουν περισσότερο εύπεπτες, ξεπηδούν από κάθε σελίδα, όπου μέσα από έναν πρωτότυπο και μεστό λόγο, η συγγραφέας εκφράζει και διατυπώνει ξεκάθαρα όλα όσα έχουμε και εμείς οι ίδιοι βιώσει, ακούσει ή παρατηρήσει κατά καιρούς, συνειδητά ή ασυνείδητα. Κάποιες φορές θα δούμε, σαν σε μεγεθυμένο καθρέφτη, τον ίδιο μας τον εαυτό, τις προσδοκίες και τις προαισθήσεις μας να επαληθεύονται ή να διαψεύδονται, τα όνειρά μας, αυτούσια ή παρόμοια, να κομματιάζονται ή να πραγματοποιούνται και τις σκέψεις μας για ανθρώπους που γνωρίσαμε και καταστάσεις που βιώσαμε, αλλά ίσως δεν συνειδητοποιήσαμε επακριβώς.
          Το εξαιρετικά πρωτότυπο βιβλίο «Το Κύμα Και Η Θάλασσα Δεν Χώρισαν Ποτέ» είναι ένας άτυπος "οδηγός ζωής", που μας παροτρύνει να ζήσουμε αληθινά, έντονα, παθιασμένα και μοναδικά, διώχνοντας από "πάνω" μας αβάσιμες ενοχές, ανυπόστατες τύψεις, άχρηστες επιφυλάξεις ή φοβίες και απραγματοποίητα όνειρα, καθώς η ζωή μας είναι μία και μοναδική, ο χρόνος μας πάνω σε αυτή την Γη είναι περιορισμένος και καθόλου εξασφαλισμένος και τα όνειρά μας αναρίθμητα και πολύτιμα για να τα αγνοούμε, να τα μασκαρεύουμε ή να τους κάνουμε εκπτώσεις. Πολλά και θερμά συγχαρητήρια στην Σοφία Παπαηλιάδου για το εξαίρετο αυτό δείγμα γραφής της το οποίο και σας προτείνω να διαβάσετε, και να ξαναδιαβάσετε, Φίλοι μου!

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Αν ήμασταν σχήμα, θα ήμασταν κύκλος. Χωρίς γωνίες, μόνο καμπύλες. Η αρχή να ενώνεται με το τέλος και να δημιουργεί το πάντα. Με ένα μικρό πείραγμα να γινόμαστε από το μηδέν το άπειρο. Από το τίποτα τα πάντα.
Αν ήμασταν χρώμα, θα ήμασταν κόκκινο. Κόκκινο της φωτιάς όταν το πάθος μας θυμώνει και χάνουμε τον έλεγχο. Κόκκινο του δειλινού όταν χανόμαστε ο ένας μέσα στον έρωτα του άλλου. Κόκκινο του κρασιού όταν γαληνεύουμε και ωριμάζουμε μέσα στους εαυτούς μας τους ίδιους.
Αν ήμασταν μυρωδιά, θα ήμασταν της βροχής. Ναι, μην παραξενεύεσαι. Έχει μυρωδιά η βροχή. Κάθε σταγόνα της παίρνει τη μυρωδιά σου. Κάθε σταγόνα της με λούζει μ’ εσένα.
Αν ήμασταν τραγούδι, θα ήμασταν εκείνο που δεν γράφτηκε ακόμα. Θα ήμασταν εκείνο το τραγούδι που δεν θελήσαμε ποτέ να μοιραστούμε. Εκείνο που θα έγραφες για εμάς.
Αν ήμασταν γεύση, θα ήμασταν σανγκρία με τεκίλα. Αταίριαστοι, διαφορετικοί κι όμως τόσο ίδιοι. Γλυκό με πικρό που γίνονται ένα.

Αν ήμασταν ήχος, θα ήμασταν η θάλασσα που σκάει στα βράχια. Εσύ θάλασσα, εγώ αέρας. Κι όταν ενωνόμαστε, κάνουμε το πιο δυνατό κύμα. Κύμα κι οι δυο και σκάμε πάνω στα βράχια. Κύμα κι οι δυο και κανένας βράχος δεν μας σταμάτησε. Γιατί το κύμα και η θάλασσα δεν χώρισαν ποτέ.»