Ταξίδια Μέσα Από Τη Λογοτεχνία!

Η Λογοτεχνία είναι για μένα ένα "παράθυρο" σε έναν μαγικό κόσμο. Κάθε βιβλίο μας "ταξιδεύει" σε κόσμους πραγματικούς, ή φανταστικούς, τωρινούς, μελλοντικούς, ή παρελθοντικούς. Ένα είναι το μόνο σίγουρο, κάθε βιβλίο που μας ενθουσιάζει, μας εντυπωσιάζει, ή μας μαγεύει θέλουμε να το μοιραστούμε με άλλους φίλους - αναγνώστες. Έτσι κι εγώ, θέλω να μοιραστώ με όλους εσάς όσα βιβλία με ενθουσίασαν και με "γέμισαν" με πρωτόγνωρες ιδέες, εικόνες και συναισθήματα. Σαφώς και η άποψη του κάθε αναγνώστη είναι μοναδική και ένα βιβλίο που εμείς λατρέψαμε μπορεί κάποιος άλλος να το αντιπάθησε, ή ακόμα και να το μίσησε... Μέσα από αυτή την οπτική θεωρώ φρόνιμο να μη σχολιάζω όσα βιβλία δεν με εντυπωσίασαν, ή μου άφησαν αρνητικά συναισθήματα, διότι αυτά είναι απολύτως υποκειμενικά. Δεν θα ήθελα να προκαταλάβω αρνητικά κανέναν αναγνώστη, αποτρέποντάς τον από το να διαβάσει ένα βιβλίο το οποίο, ενδεχομένως, να τον ενθουσιάσει. Κάθε βιβλίο απαιτεί το κατάλληλο περιβάλλον, το υπόβαθρο και την ανάλογη διάθεση για να εκτιμηθεί, οπότε μην αποκλείετε ποτέ τίποτα. Η έκφραση και αποτύπωση της δικής μου γνώμης για κάθε βιβλίο, αλλά και των απόψεων και σχολιασμών άλλων φίλων - αναγνωστών που αναγράφονται στη σχετική κατηγορία, έχουν μοναδικό σκοπό να εκφράσουν το θαυμασμό μας για ορισμένα βιβλία που θεωρούμε άξια λόγου και θέλουμε να γίνουν ευρέως γνωστά, βοηθώντας έτσι τους φίλους - αναγνώστες στην επιλογή του επόμενου βιβλίου που θα διαβάσουν. Πάντοτε με το μεγαλύτερο σεβασμό και θαυμασμό για όλους τους συγγραφείς, που μέσα από τις σελίδες των βιβλίων τους μας "ταξιδεύουν" μακριά από την εκάστοτε πραγματικότητα ή μας βοηθούν να την κατανοήσουμε καλύτερα, αλλά σε κάθε περίπτωση "στολίζουν την ψυχή μας", ένα μεγάλο ευχαριστώ!

Κλειώ Ισ. Τσαλαπάτη

Κυριακή, 28 Ιουνίου 2015

«ΚΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΒΟΣΠΟΡΟΥ», της Μαίρης Μαγουλά – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

«ΚΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΒΟΣΠΟΡΟΥ», της Μαίρης Μαγουλά – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη
Εκδόσεις: Μεταίχμιο
Σελίδες: 640
Τιμή: 16,92 €

            Το μυθιστόρημα αυτό με είχε κερδίσει πριν ακόμα διαβάσω οτιδήποτε σχετικό με την υπόθεσή του. Με κέρδισε και με σαγήνευσε από το υπέροχο ‘ταξιδιάρικο’ εξώφυλλό του, που ξεφεύγει από τα συνηθισμένα, αλλά και από τον πολλά υποσχόμενο τίτλο του. Ένα επιπλέον στοιχείο που μου κέντρισε το ενδιαφέρον, και το ξεκίνησα σχεδόν αμέσως αφότου το πήρα στα χέρια μου, ήταν το γεγονός ότι αποτελεί το πρώτο βιβλίο της συγγραφέως και, με απόλυτη βεβαιότητα, πιστεύω πως θα ακολουθήσουν πολλά ακόμα. Η Μαίρη Μαγουλά συνέγραψε ένα εξαίσιο μυθιστόρημα με πολλές ιστορικές αποχρώσεις, το οποίο με μάγεψε, με αιχμαλώτισε στις σελίδες του και, εν τέλει, με άφησε πλουσιότερη σε συναισθήματα, σε εμπειρίες, σε εικόνες και σε μνήμες. Είναι ένα βιβλίο το οποίο οπωσδήποτε θα ξαναδιαβάσω κάποια στιγμή με την ηρεμία και την έλλειψη βιασύνης  που του αξίζει, ούσα βέβαιη πως θα το απολαύσω το ίδιο, αν όχι περισσότερο!
            Η συγγραφέας καταπιάνεται με μια χρονική περίοδο που δεν συνηθίζεται για τα συγγραφικά δεδομένα: την περίοδο 1926 έως 1964, στην Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρά της. Τα πολλά και σημαντικά ιστορικά γεγονότα που έλαβαν χώρα σε αυτό το διάστημα, όπως ο απόηχος  της καταστροφής της Σμύρνης, ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος, ο εμφύλιος στην Ελλάδα, τα Σεπτεμβριανά του 1955 και οι απελάσεις του 1964 στην Πόλη, αποτελούν τον λογοτεχνικό καμβά πάνω στον οποίο η συγγραφέας ‘σχεδιάζει’ και δίνει τις δικές της μοναδικές αποχρώσεις στις ζωές των πολυπληθών ηρώων της. Ο αριθμός των ηρώων που εμφανίζονται μέσα στα «Κύματα Του Βοσπόρου» είναι πραγματικά εντυπωσιακός, όπως εξίσου εντυπωσιακή είναι και η ικανότητα, μάλλον η μαεστρία θα έπρεπε να πω, της Μαίρης Μαγουλά να τους χειρίζεται και να τους συνδέει μεταξύ τους μέσα από μια αριστοτεχνικά σχεδιασμένη δαιδαλώδη πλοκή.
            Η υπόθεση αποτελεί ένα υπέροχο, πολύχρωμο μωσαϊκό, όπου τα ανόμοια και ξεχωριστά κομμάτια του ενώνονται για να δημιουργήσουν ένα μαγευτικό σύνολο, εξαίσιο και εντυπωσιακό μέσα στη φαινομενική πολυπλοκότητά του. Όμως, αν και πολυσύνθετο, τίποτα δε μένει ανεξήγητο, αδικαιολόγητο και αταίριαστο μέσα στο εξαίρετο αυτό μυθιστόρημα. Όλα και όλοι βρίσκουν τη θέση και την εξήγησή τους αφήνοντας τον αναγνώστη ικανοποιημένο και δικαιωμένο, παρά τις όποιες ατυχίες και δυστυχίες των ηρώων. Ήρωες που είναι άρτια σκιαγραφημένοι ως προσωπικότητες και ξεχωριστές οντότητες, απ’ όπου και αν προέρχονται. Ήρωες προερχόμενοι από φτωχές και ‘ασήμαντες’ κοινωνικά οικογένειες, όπως η Ευρυδίκη, ο Σταύρακας, η Βασιλική, ο Ευάγγελος και η Ευτυχία θα αποτελέσουν την κινητήρια δύναμη της πλοκής του μυθιστορήματος δίπλα σε άλλους πλουσιότερους και σημαντικότερους ‘κοινωνικά’, όπως ο Φαίδωνας και ο Κίμωνας Καραμάνογλου, ο Πάτροκλος και η Βεατρίκη Μολά, οι Στουπάκηδες, η Ελεονώρα και ο Νεοκλής, αλλά και η Ντενίζ, η Μαρκέλλα, ο Ρωμανός, η Δανάη Σερέτη, η Κασσάνδρα, ο Τζάκος, η Νουράι, το ‘αραπάκι’ – Νεφέλη, η Φιλίτσα, η Ευγενία, ο Κυριάκος, η Ζιζέλ – Νιβέρ, ο Χοσρόφ και τόσοι άλλοι, ‘δευτερεύοντες’ αλλά τόσο ουσιαστικοί και απαραίτητοι, χαρακτήρες για το ‘δέσιμο’ της πλοκής αυτού του αξέχαστου χρονικού – μυθιστορήματος.  
            Είναι πραγματικά αναρίθμητοι οι ήρωες αυτού του βιβλίου, όμως όλοι έχουν τη σημασία και την θέση τους μέσα στο πολύχρωμο ‘μωσαϊκό’ των «Κυμάτων Του Βοσπόρου», που χωρίς αυτούς θα ήταν κατά πολύ φτωχότερο. Όπως η ίδια η Πόλη η οποία αποτελείται από ένα συνοθύλλευμα ανθρώπων, εθνικοτήτων, θρησκευμάτων και πολιτισμών, έτσι και το βιβλίο αποτελείται από ένα μείγμα προσωπικοτήτων, ηθικών, νοοτροπιών, κοινωνικών θέσεων και συμπεριφορών. Κάθε ήρωας ζει και δρα όπως αρμόζει στη δική του θέση, ηθική και νοοτροπία και οι πράξεις του αιτιολογούνται απόλυτα. Η συγγραφέας δεν αφήνει τίποτε στην τύχη, τίποτε ατεκμηρίωτο  και αδικαιολόγητο, αλλά αντίθετα μας αποκαλύπτει τη σημασία και τη σχέση ανθρώπων, γεγονότων και κρυμμένων μυστικών στην κατάλληλη στιγμή, ώστε να μας εμφανιστεί ολόκληρη η αλήθεια.
            Τα «Κύματα Του Βοσπόρου» θα σας ταξιδέψουν με την παλινδρομική τους κίνηση άλλοτε προς το ιστορικό Πέρα (πατρίδα και της συνονόματης γιαγιάς μου), στον Γαλατά, στο Μπεμπέκι και το Νιχώρι, στα Πριγκηπονήσια και τα στενά του Βοσπόρου και άλλοτε στα πιο σικ στέκια της εποχής, όπως το Πέρα Παλλάς, τα αρχοντικά γιαλί, τα θέατρα και σινέ, τις εκκλησίες που σέβονταν Ρωμιοί και Τούρκοι, αλλά και σε ιστορικά ορόσημα, όπως η Μεγάλη του Γένους Σχολή, μέσα από μια πιστή αναπαράσταση του κλίματος της εποχής, της γλώσσας, των εθίμων και της πολυπολιτισμικότητας  της Κωνσταντινούπολης.
Ένα βιβλίο για το οποίο αξίζουν πολλά και θερμά συγχαρητήρια στη Μαίρη Μαγουλά και το οποίο θα μείνει βαθιά χαραγμένο στη μνήμη σας. Διαβάστε το, Φίλοι μου!  

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Ένα μυθιστόρημα-χρονικό για την περίοδο 1926-1964.»

‘Γεννημένη στον Βόσπορο, από γονείς που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Πόλη με τις απελάσεις του 1964, μεγάλωσα μέσα στις μνήμες τους, έφτιαξα εικόνες για τα πρόσωπα των οποίων τις ζωές είχα κάνει με το χρόνο δικές μου. Κάποια στιγμή, ένιωσα τους ήρωες να με πιέζουν για μια «έξοδο» στο χαρτί. Μάζεψα το παρελθόν, τα εξωτερικά και εσωτερικά χαρακτηριστικά τους, τους τοποθέτησα στον χώρο και στον χρόνο που ανήκαν και τους έριξα στην ιστορία… Εκεί, συνάντησαν άλλους, φανταστικούς μα και αναγκαίους για την πλοκή χαρακτήρες. Πραγματικοί και φανταστικοί, συμπορεύτηκαν για να αναπλάσουν την εικόνα της εποχής στον Βόσπορο και το ιστορικό Πέρα.
Μ. Μ.’

«Κωνσταντινούπολη 1926-1964
Η Ευρυδίκη, μια νέα ταλαιπωρημένη κοπέλα, αποφασίζει να φέρει στον κόσμο το εξώγαμο αγόρι της, τον Ευάγγελο, και να κρατήσει μυστική την ταυτότητα του πατέρα. Στην προσπάθειά της να δώσει ένα όνομα στο παιδί και να αποκτήσει μια κανονική οικογένεια, ακολουθεί τον Σταύρακα, συνδέει την τύχη της μαζί του για να βιώσει αργότερα η ίδια και τα παιδιά της τις συνέπειες.
Ο Ευάγγελος ξεπερνά δυσκολίες και κινδύνους, επιβιώνει, δημιουργεί οικογένεια και αναζητά με πείσμα μια πολυπόθητη θέση στην κοινωνία και μια αλήθεια. Μια αλήθεια απ’ τη μάνα του που σέβεται και υπεραγαπά. Θα τη βρει και, αν ναι, πώς θα τη διαχειριστεί;
Και παράλληλα συμπορεύονται: ο Παναγιώτης Στουπάκης, μαθητής της Μεγάλης του Γένους Σχολής, η υπέρκομψη τριαντάρα Ντενίζ στις αποβάθρες του Γαλατά, η Ελεονώρα, το μικρό παράλυτο κορίτσι που ατενίζει τον Βόσπορο από το παράθυρο του αρχοντικού γιαλί, η Λεβαντίνα χήρα Μαρκέλλα, η Σμυρνιά δασκάλα Ευγενία και κάπου ψηλά στον λόφο του Χριστού στο Ορφανοτροφείο της Πριγκήπου, άλλο ένα μικρό παιδί, ο Ρωμανός, που αναζητά τη χαμένη του ταυτότητα.
Ζωές που λες κι επηρεάζονται από τα ιδιόμορφα νερά του Βοσπόρου, άλλοτε γαλήνιες και άλλοτε ταραγμένες, χαράζουν την πορεία τους στον χρόνο, αναπλάθοντας μέσα από την αφήγηση ιδανικά την εικόνα της εποχής.»

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2015

Συνέντευξη με τον ΟΜΗΡΟ ΑΒΡΑΜΙΔΗ - Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

            Ο Όμηρος Αβραμίδης είναι ένας συγγραφέας  του οποίου εδώ και πολλά χρόνια γνώριζα το όνομα, όμως δεν είχε τύχει ποτέ να διαβάσω κάποιο βιβλίο. Προ μίας διετίας περίπου, ξεκίνησα να διαβάζω μυθιστορήματά του και, ειλικρινά, ενθουσιάστηκα με την μεστή και περιεκτικότατη γραφή του. Πριν από έναν περίπου χρόνο είχα την ευκαιρία να τον γνωρίσω και από κοντά και η εκτίμησή μου προς το πρόσωπό του αυξήθηκε ακόμα περισσότερο, με την γλυκύτητα, την προσήνεια και την πραότητα που τον χαρακτηρίζει. Ήταν, επομένως, απολύτως φυσιολογικό να του ζητήσω να μου παραχωρήσει λίγο από τον χρόνο του για να απαντήσει στο ερωτηματολόγιό μου για τους «Φίλους Της Λογοτεχνίας».
            Οι απορίες μου πολλές και η εκτίμησή μου για το πολύ σημαντικό και ευρύ έργο του Όμηρου Αβραμίδη στον εκδοτικό χώρο απεριόριστη! Έχοντας διαβάσει τα περισσότερα από τα βιβλία του, με κορυφαίο και πολυαγαπημένο μου την «Κίτρινη Σημαία», μπορώ να πω ότι πρόκειται για έναν συγγραφέα που υμνεί την αγάπη και, ταυτόχρονα, θίγει πολλά κοινωνικά, αλλά και ιστορικά θέματα μέσα από το έργο του. Η ενασχόλησή του με το χώρο της λογοτεχνίας δεν περιορίζεται μόνο στη συγγραφή των δεκαπέντε συνολικά βιβλίων του, αλλά διευρύνεται με εξίσου μεγάλη επιτυχία στο κομμάτι της μετάφρασης, επιμέλειας και έκδοσης λογοτεχνικών έργων.
            Το τελευταίο του μυθιστόρημα κυκλοφόρησε το 2014 από τις εκδόσεις Ωκεανός με τίτλο «Ακροβατώντας Στην Σιωπή» και πρόκειται για ένα εξαιρετικό βιβλίο, άκρως ενδιαφέρον και επίκαιρο. Σε αυτό ο συγγραφέας θίγει πολυάριθμα θέματα, όπως αυτά της μετανάστευσης, της πολιτικής διαφθοράς και των σκανδάλων, της ευεργεσίας χωρίς τυμπανοκρουσίες, της ανταπόδοσης της καλοσύνης, της μάχης για την απόδειξη της αθωότητας με κάθε κόστος και της αλτρουιστικής συμπεριφοράς για το γενικότερο καλό…
            Θέλω λοιπόν, να ευχηθώ στον κ. Αβραμίδη καλή επιτυχία και στο πιο πρόσφατο μυθιστόρημά του, αλλά και σε όλα τα βιβλία του, και να τον ευχαριστήσω για την τιμή που μου έκανε και τον χρόνο που διέθεσε για να απαντήσει στις ερωτήσεις μου! 
1) Αγαπητέ κ. Αβραμίδη, είστε ένας συγγραφέας πολυγραφότατος, με πλούσιο λογοτεχνικό έργο,  δεκαπέντε μυθιστορήματα συνολικά, αλλά ασχοληθήκατε επί σειρά ετών και με μεταφράσεις, επιμέλεια βιβλίων και διεύθυνση εκδόσεων. Ποιό ήταν το έναυσμα για την ενασχόλησή σας με τον κόσμο της λογοτεχνίας;

Η λογοτεχνία μ’ ενδιέφερε πάντα, η επαγγελματική μου όμως ενασχόληση μ’ αυτήν, θα έλεγα πως είναι, ως ένα βαθμό,  αποτέλεσμα τύχης. Και εξηγούμαι: Όταν βρέθηκα στην Αθήνα μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο,  κι άρχισα να ψάχνω για δουλειά, κάποια καλή τύχη με βοήθησε να βρω σαν πρώτη δουλειά, τη μετάφραση βιβλίων από τα αγγλικά και γαλλικά. Κι ένιωσα αμέσως, πως βρέθηκα σ’ ένα κόσμο  συναρπαστικό. Γι’ αυτό κι επέμεινα κι έκανα καριέρα σ’ αυτό το χώρο, δουλεύοντας αρχικά σαν μεταφραστής, μετά σαν επιμελητής και τελικά σαν διευθυντής σύνταξης σε κάποιες εκδοτικές εταιρίες. Στη διάρκεια των είκοσι περίπου ετών  ενασχόλησής μου   με τα έργα ξένων κυρίως συγγραφέων,     πολλές φορές σκέφτηκα να δοκιμάσω να βάλω κι εγώ τα βιώματά μου στο χαρτί, ιδιαίτερα τα τραυματικά μου βιώματα από τις περιπέτειες της ιδιαίτερης πατρίδας μου. Στην αρχή δεν τολμούσα. Μα κάποια στιγμή ήρθε το πλήρωμα του χρόνου κι έγραψα το πρώτο μου βιβλίο που έχει σαν θέμα του τον κυπριακό απελευθερωτικό αγώνα του 1955-59. Ήταν το βάπτισμα του πυρός. Από κει και πέρα, η πόρτα άνοιξε.

2) Από πού αντλείτε την έμπνευση για κάθε έργο σας και πόσο δύσκολο είναι να  συγκεντρώσετε τις απαραίτητες πληροφορίες, ώστε να συνδυάσετε ιστορικά γεγονότα, τόπους και μυθοπλασία;

Η έμπνευση έρχεται από μέσα μας,  είναι το περίσσευμα της καρδιάς μας θα έλεγα. Τα περισσότερα βιβλία μου είναι όπως είπα και πιο πάνω αποτέλεσμα προσωπικών βιωμάτων. Όσο για την άντληση των πληροφοριών, λόγω ακριβώς του ότι συνήθως γράφω από βιώματα, κατά κανόνα δεν αποτελούν για μένα σοβαρό πρόβλημα. Εξάλλου, πέρα από τα έντυπα βιβλία, υπάρχει  σήμερα και το διαδίκτυο  για άντληση πληροφοριών.

3) Πιστεύετε πως ο συγγραφέας πρέπει να ταξιδεύει ώστε να έχει κάποια βιώματα από τις χώρες τις οποίες περιγράφει και πόσο εφικτό είναι αυτό στην πράξη;

Σίγουρα τα ταξίδια βοηθούν πολύ, ιδιαίτερα όταν το μυθιστόρημά σου είναι τοποθετημένο σε άλλη χώρα. Προσωπικά επιδίωξα και πραγματοποίησα ταξίδι στην Αυστραλία πριν γράψω το «Δρόμο Του Φεγγαριού» που ένα  μεγάλο  μέρος του εκτυλίσσεται στο Σύδνεϋ. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Τα ταξίδια σου ανοίγουν παράθυρο  στον κόσμο και σου δίνουν ερεθίσματα και ιδέες. Σ’ ότι αφορά το αν είναι εφικτό, νομίζω πως ναι, αφού ο κόσμος σήμερα έχει γίνει μια γειτονιά.

4) Πόσο εύκολο ή επώδυνο  ήταν να συμπεριλάβετε σε κάποια από τα βιβλία σας τα γεγονότα της τουρκικής εισβολής στη γενέτειρά σας, την Κύπρο; Έπαιξαν ρόλο κάποια προσωπικά σας βιώματα, ίσως, και πόσο εφικτή ήταν η αντικειμενική προσέγγισή τους συγγραφικά;

Θα έλεγα πως ήταν ένα είδος ψυχοθεραπείας για μένα αυτή  η αναβίωση της τόσο τραυματικής μου εμπειρίας. Ξανάζησα την αγωνία εκείνων των ημερών, την ανησυχία για την τύχη του τόπου μας, για τη ζωή και την ύπαρξη τη δική μας και  των γύρω μας, τον πόνο που ακολούθησε για τα θύματα της εισβολής και τον κατατεμαχισμό της πατρίδας μας. Σχετικά με τη δεύτερη ερώτησή σας, στην πραγματικότητα περιέγραψα καταστάσεις και γεγονότα, δεν νομίζω πως παίρνω θέση σε θέματα ουσίας, οπότε δεν είχα να παλέψω με το δίκαιο ή το άδικο της μιας ή της άλλη πλευράς. Εξάλλου, το ότι η Κύπρος ήταν θύμα μιας βάρβαρης εισβολής δεν νομίζω ότι μπορεί να αμφισβητηθεί.  

5) Στα βιβλία σας έχετε καταπιαστεί με ποικίλα θέματα ιστορικού και μη περιεχομένου. Πιστεύετε πως το επιστημονικό υπόβαθρο είναι απαραίτητο για τη συγγραφή ενός βιβλίου, ή αρκεί το έμφυτο συγγραφικό ταλέντο;

Αν γράφεις ιστορικό έργο, σίγουρα χρειάζεται έρευνα. Τα δικά μου, όμως, βιβλία βασίζονται περισσότερο σε  γεγονότα που έζησα και που θυμάμαι και λιγότερο σε έρευνα. Η έρευνα είναι επίσης απαραίτητη όταν  γράφεις κάτι που απαιτεί επιστημονική γνώση.

6) Υπάρχει κάποιο μοτίβο ως προς το πότε σας «επισκέπτεται» η συγγραφική σας  έμπνευση; Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ώρα, διάθεση, ή τόπος ίσως, που να σας προδιαθέτει να γράψετε, ή είναι κάτι που ‘ρέει’ αβίαστα από μέσα σας συνέχεια;

Θα έλεγα πως προσωπικά κινούμαι περισσότερο από ερεθίσματα – αυτά αποτελούν για μένα έμπνευση. Ένα παράδειγμα που έχω αναφέρει πολλές φορές σε παρόμοια ερώτηση, είναι το βιβλίο μου «Με Τα Μάτια Της Ψυχής» όπου η βασική μου ηρωίδα είναι τυφλή. Η αφετηρία ήταν μια τυφλή κοπέλα που μου ζήτησε βοήθεια να διασχίσει το δρόμο. Περπατήσαμε λίγο μαζί και μ’ εντυπωσίασε η όλη προσωπικότητά της. Από κει εμπνεύστηκα αυτό το βιβλίο που είναι ένα από τα πιο δημοφιλή  μου. Όχι, δεν υπάρχει συγκεκριμένος τόπος. Όσο για την ώρα, γενικά είμαι πιο δημιουργικός το πρωί.

7) Όταν ολοκληρώνετε ένα νέο μυθιστόρημά σας αρκείστε στη δική σας μόνο αξιολόγηση, πριν απευθυνθείτε σε έναν εκδοτικό οίκο, ή αναζητάτε πρώτα τη γνώμη κάποιου οικείου σας προσώπου του οποίου την κρίση εμπιστεύεστε;

Όταν ολοκληρώσεις ένα μυθιστόρημα, υπάρχουν δυο τρόποι να το αξιολογήσεις. Ο ένας είναι να το αφήσεις στο «συρτάρι» σου μερικούς μήνες – «για να σιτέψει», όπως έλεγε χαρακτηριστικά μια φίλη μου – και μετά να το ξαναδιαβάσεις. Ο δεύτερος τρόπος είναι να το δώσεις σε κάποιον του οποίου την κρίση εμπιστεύεσαι – έναν συστηματικό αναγνώστη θα έλεγα – για να σου πει τη γνώμη του. Κι εγώ ευτυχώς έχω αυτό τον αναγνώστη δίπλα μου – είναι η γυναίκα μου. Διαβάζει κάθε βιβλίο μου πριν πάει στον εκδότη κι έχει πάντα κάτι εποικοδομητικό να μου πει, βοηθώντας με έτσι στη βελτίωση του.

8) Ο συγγραφέας Όμηρος Αβραμίδης βρίσκει το χρόνο να διαβάζει και για δική του ευχαρίστηση και όχι μόνο για έρευνα πάνω σε κάποιο μελλοντικό βιβλίο του; Όταν συμβαίνει αυτό, ποιό είδος λογοτεχνίας προτιμάτε περισσότερο ως αναγνώστης και γιατί;

Θα έλεγα πως, τελευταία,   διαβάζω πολύ λιγότερο απ’ ότι  παλιά. Επί πολλά χρόνια, ένα μέρος της δουλειάς μου ήταν να επιλέγω βιβλία για έκδοση – αρκεί να αναφέρω πως  όταν ήμουν διευθυντής σύνταξης σε μια πολυεθνική εκδοτική εταιρία, διάβαζα γύρω στα δέκα βιβλία το μήνα. Αλλά και στη συνέχεια, σαν αντιπρόσωπος στην Ελλάδα ξένων εκδοτικών εταιριών συνέχισα να διαβάζω μεγάλο αριθμό ξένων βιβλίων. Ίσως αυτό να μου δημιούργησε ένα είδος κορεσμού, δεν ξέρω, το σίγουρο είναι πως τώρα διαβάζω πολύ λιγότερο. Όσο για το είδος λογοτεχνίας που προτιμώ, θα έλεγα  το μυθιστόρημα κάθε είδους. Ο λόγος,   ίσως να είναι η επαγγελματική διαστροφή.

9) Ποια είναι τα αγαπημένα σας βιβλία και συγγραφείς; Θεωρείτε ότι έχετε δεχθεί επιρροές από κάποιους ομότεχνούς σας, έλληνες ή ξένους, σύγχρονους ή κλασσικούς, στο δικό σας τρόπο γραφής, ύφους ή θεματολογίας;

Τα αγαπημένα μου βιβλία; Δύσκολο ερώτημα. Είναι τόσα πολλά, τόσο από την κλασική όσο και από τη σύγχρονη λογοτεχνία, που θα ήταν δύσκολο να τ’ απαριθμήσω. Όσο για επιρροές, θα έλεγα πως ναι, είμαι  επηρεασμένος, σ’ ότι αφορά τον τρόπο γραφής,  κυρίως από τη σύγχρονη  αμερικανική λογοτεχνία που κυρίως διάβαζα όταν δούλευα σε εκδοτικές εταιρίες.

10) Από την ελληνική και παγκόσμια λογοτεχνία υπάρχει κάποιο βιβλίο το οποίο έχετε λατρέψει και το οποίο «ζηλεύετε» ως λογοτεχνικό έργο και θα θέλατε να έχετε συγγράψει εσείς;

Πολλά αγαπητή Κλειώ. Από πού ν’ αρχίσω και πού να τελειώσω… Από τη γαλλική κλασσική λογοτεχνία, την ρώσικη, τους δικούς μας κλασικούς ; Φοβάμαι πως θα χαθούμε στο δρόμο. Αν όμως επιμένετε ν’ αναφέρω ένα από τα πολλά,  θα έλεγα  «Οι Άθλιοι» του Ουγκώ.

11) Πιστεύετε πως οι συγγραφείς θα έπρεπε να προβληματίζουν τους αναγνώστες "κεντρίζοντας" τη σκέψη τους, ή ο σκοπός των βιβλίων τους θα έπρεπε να είναι καθαρά και μόνο ψυχαγωγικός; Εσείς, ποιά μηνύματα επιδιώκετε να ‘περάσετε’ στους αναγνώστες σας και σε ποιό είδος αναγνωστικού κοινού, συνήθως, απευθύνεστε μέσα από το συγγραφικό έργο σας;

Νομίζω πως και τα δυο έχουν την αξία τους – ο προβληματισμός κι η ψυχαγωγία.  Προσωπικά, νομίζω πως τα βιβλία μου  είναι επικεντρωμένα στον άνθρωπο, στις αρχές και τις αξίες που πρέπει να διέπουν τη ζωή μας, και κυρίως  στην αγάπη προς τον συνάνθρωπο. Αυτά είναι τα κυριότερα μηνύματα που προσπαθώ να περάσω.  Κι απευθύνομαι σε όλο το αναγνωστικό κοινό, όπως νομίζω όλοι οι μυθιστοριογράφοι.

12) Θεωρείτε ότι ο συγγραφέας θα πρέπει να ασχολείται με διαφορετικά είδη λογοτεχνίας και να πειραματίζεται θεματολογικά, ρισκάροντας το υπάρχον αναγνωστικό του κοινό, ή θα πρέπει να εμμένει στο είδος που τον έχει καθιερώσει;

Θα έλεγα πως πρέπει ν’ ασχολείται με κάθε είδος στο οποίο είναι ικανός.  Αν για παράδειγμα, έχει καθιερωθεί σαν συγγραφέας κοινωνικών μυθιστορημάτων, είναι όμως ικανός να γράψει και αστυνομικό, ασφαλώς και πρέπει να το κάνει.

13) Είχατε κάποιους "ενδοιασμούς" όταν αποφασίσατε να δώσετε το πρώτο σας βιβλίο προς έκδοση; Αγωνιούσατε ως προς την αποδοχή που θα τύχαινε από το αναγνωστικό κοινό;

Είχα  πολλούς ενδοιασμούς. Αρκεί να σας πω πως πήγα στην εκδότρια μου και παλιά  μου φίλη, και της έδωσα το βιβλίο λέγοντάς της πως το έγραψε ένας φίλος  μου. Αυτό γιατί δεν ήθελα, αν δεν της άρεσε,  να τη φέρω στη δύσκολη θέση να μου το  πει και να αρνηθεί να το βγάλει – μιας κι ήμαστε χρόνια φίλοι. Αποδείχθηκε πως άδικα ανησυχούσα, γιατί  δυο ώρες αργότερα με πήρε τηλέφωνο για να μου πει πως το βιβλίο ήταν πολύ ωραίο και να πω στο φίλο μου  να’ ρθει. Πήγα αμέσως στο γραφείο της, στάθηκα μπροστά της και της είπα «είμαι ο φίλος του Όμηρου που έγραψε το βιβλίο». Όσο για την ανησυχία αν θα αρέσει το βιβλίο στο αναγνωστικό κοινό, αυτή πάντα υπάρχει, όχι μόνο στο πρώτο.

14) Εσείς, με όλη την πείρα σας στον χώρο των εκδόσεων και της συγγραφής, τί θα συμβουλεύατε όλους τους νέους επίδοξους συγγραφείς, που ονειρεύονται να δουν κάποτε ένα βιβλίο τους στις προθήκες των βιβλιοπωλείων;

Αν πιστεύουν ότι έχουν ταλέντο, να γράψουν και να το παλέψουν. Και κυρίως να μην απογοητεύονται αν κάποιος εκδότης τους το απορρίψει, γιατί δεν είναι λίγα τα βιβλία που απορρίφθηκαν ξανά και ξανά από εκδοτικούς οίκους και τελικά εκδόθηκαν κι έγιναν επιτυχία.

15) Κλείνοντας και, αφού σας ευχαριστήσω πολύ για την τιμή της παραχώρησης  αυτής της συνέντευξης, θα ήθελα να σας ευχηθώ ολόψυχα καλή επιτυχία στο πρόσφατο εξαιρετικό βιβλίο σας και να σας ρωτήσω για τα άμεσα συγγραφικά σας σχέδια. Τι να περιμένουμε από εσάς στο μέλλον;

Εγώ ευχαριστώ για το χρόνο που μου αφιερώσατε. Όσο για συγγραφικά μου σχέδια, πάντα κάτι γυροφέρνει στο μυαλό,  μα ποτέ δεν είναι σίγουρος κανείς αν το σχέδιο  θα γίνει πραγματικότητα.

Βιογραφικό Όμηρου Αβραμίδη:

Ο Όμηρος Aβραμίδης γεννήθηκε στην Kύπρο, σπούδασε ελληνική και γαλλική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Aθηνών και εφαρμοσμένη γλωσσολογία στη Σορβόνη και εργάστηκε ως καθηγητής στην κυπριακή μέση εκπαίδευση. Tο 1975 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου εργάστηκε ως μεταφραστής και επιμελητής βιβλίων, ως διευθυντής σύνταξης σε εκδοτικές εταιρείες και ως αντιπρόσωπος ξένων εκδοτικών οίκων στην Ελλάδα. Πρωτοεμφανίστηκε το 1997 με το μυθιστόρημα «H κίτρινη σημαία» και από το 2002 ασχολείται αποκλειστικά με τη συγγραφή.

Βιβλιογραφία Όμηρου Αβραμίδη:

«Η Κίτρινη Σημαία», από εκδόσεις Ωκεανίδα (1997)
«O Δρόμος Του Φεγγαριού», από Eμπειρία Eκδοτική (1999)  
«Με Τα Μάτια Της Ψυχής», από εκδόσεις Ωκεανίδα (2000)
«Ακριβή κληρονομιά», από εκδόσεις Ωκεανίδα (2001)
«Άκου το τραγούδι της βροχής», από εκδόσεις Ωκεανίδα (2002)  
«Γιατί, Αλλάχ;», από εκδόσεις Ωκεανίδα (2004)
«Η αγάπη είναι το μυστικό», από εκδόσεις Ωκεανίδα [συλλογή διηγημάτων] (2004)
«Σαν ανοιξιάτικη μπόρα», από εκδόσεις Ωκεανίδα (2005)
«Με τα φτερά της ελπίδας», από Eμπειρία Eκδοτική (2006)  
«Οι δρόμοι της καρδιάς», από εκδόσεις Ωκεανίδα (2007)  
«Το τρίτο πρόσωπο», από εκδόσεις Ωκεανίδα (2008)
«Ο Δρόμος Του Φεγγαριού», από εκδόσεις Ωκεανίδα (2010)
«Ο Δρόμος Του Φεγγαριού – Audio Book», από Studio Amid (2010)
«Η δροσοσταλίδα της συγγνώμης», από εκδόσεις Ωκεανίδα (2011)  
«Γύρισε σελίδα», από εκδόσεις Διόπτρα (2012),
«Διχασμένη αγάπη», από εκδόσεις Διόπτρα (2013)  
«Ακροβατώντας Στη Σιωπή», από εκδόσεις Ωκεανός (2014). 

Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2015

«ΑΛΜΥΡΑ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΑ ΒΛΕΜΜΑΤΑ», της Βάσως Παπαδοπούλου – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

«ΑΛΜΥΡΑ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΑ ΒΛΕΜΜΑΤΑ», της Βάσως Παπαδοπούλου – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη
Εκδόσεις: Άνεμος
Σελίδες: 328
Τιμή: 9,90 €

            Αυτό είναι το δεύτερο βιβλίο της Βάσως Παπαδοπούλου που διαβάζω, αλλά το πρώτο της κατά σειρά έκδοσης και ένα θεωρώ, πλέον, βέβαιο: θα την ακολουθώ στη συγγραφική της πορεία πιστά και απαρέγκλιτα! Μπορεί η ίδια να δηλώνει στο «αυτάκι» του πρώτου αυτού βιβλίου της πως ‘παρέδωσε το σωσίβιο του αναγνώστη’, όμως τολμώ να δηλώσω, σύμφωνα πάλι με τα δικά της γραφόμενα, πως το δικό της ‘θράσος να μοιραστεί μαζί μας τη συγγραφική της περιπλάνηση’ έγινε το δικό μας σωσίβιο, μέσα σε μια θάλασσα από πολυδιαφημισμένα, εύπεπτα, ανούσια, ‘δήθεν’ μυθιστορήματα, τα οποία μας κατακλύζουν ανηλεώς…
            Πρόκειται για ένα πανέμορφο ‘νησιώτικο’ μυθιστόρημα που διαδραματίζεται σε κάποιο ελληνικό νησί, του οποίου το όνομα δεν αναφέρεται ρητά. Στην εικόνα του δικού μου μυαλού φωτογραφίστηκε το νησί της Τήνου, όμως μπορεί και να πέφτω έξω… Δεν είναι τόσο αυτό το σημαντικό, όσο η υπόθεση που λαμβάνει χώρα σε αυτό το νησί. Οι εικόνες είναι τόσο ζωντανά ζωγραφισμένες από τη συγγραφέα που κάποιες στιγμές ένιωθα πως βρισκόμουν κι εγώ εκεί, αραγμένη σε μια ψάθινη καρέκλα, σε ένα ταβερνάκι στην αμμουδιά, να κοιτώ την απέραντη θάλασσα μπροστά μου και να παρακολουθώ τον βίο και την πολιτεία των ηρώων του βιβλίου. Θα το νιώσετε κι εσείς όταν το διαβάσετε, είμαι απόλυτα πεπεισμένη για αυτό!
            Όλα ξεκινούν όταν ένας νεαρός και όμορφος γιατρός, ο Φάνης, καταφτάνει στο νησί για να ασκήσει το Αγροτικό του. Στα απομακρυσμένα από την πρωτεύουσα μέρη γνωρίζουμε πόσο καίρια σημασία έχει να υπάρχει ένα αγροτικό ιατρείο, καθώς και τον σεβασμό και την ευρεία αποδοχή που τρέφουν οι ντόπιοι για τον εκάστοτε γιατρό και εν δυνάμει ‘σωτήρα’ τους. Η αποδοχή του Φάνη λοιπόν, και το από καρδιάς καλωσόρισμά του στο νησί από όλους τους κατοίκους, καθώς και τον προκάτοχό του, δεν αποτελεί εξαίρεση.
Ο ίδιος ο ήρωάς μας είναι ένας άνθρωπος χαμηλών τόνων, συνεσταλμένος και αρκετά δεμένος με την οικογένειά του την οποία, αν και την λατρεύει πραγματικά, αισθάνεται ανακούφιση και ανυπομονησία να αποχωριστεί. Μην έχοντας την ευκαιρία έως τότε, από δική του επιλογή πάντα, να ζήσει όλη την τρέλα και ανεμελιά της ηλικίας του, καλοδέχεται τώρα την ευκαιρία ανεξαρτητοποίησης από τους δικούς του και απολαμβάνει τον δικό του χώρο στο σπιτάκι που του παραχωρείται από τις αρχές του νησιού.
            Η πρώτη ασθενής του νέου γιατρού είναι η υπέργηρη μοναχή Θέκλα, η οποία ζει στο μοναστήρι του νησιού και χρειάζεται άμεσα την βοήθειά του. Δίπλα της ακούραστη φρουρός και κατά συνθήκη νοσοκόμα η δόκιμη αδελφή Ιωάννα, η οποία εγκατέλειψε μια πολλά υποσχόμενη καριέρα μπαλαρίνας και μια έκλυτη και χωρίς όρια ζωή για να αφοσιωθεί στον μοναχικό βίο και να ξαναβρεί τον προορισμό και την γαλήνη της.  Υπάρχουν και άλλοι πολλοί, άρτια δομημένοι ήρωες στο μυθιστόρημα με τον ασυνήθιστο και σημαδιακό τίτλο. Η οικογένεια του Φάνη, για παράδειγμα, η ηγουμένη του μοναστηριού, η οικογένεια του παλαίμαχου και αποσυρθέντα προκατόχου του νεαρού γιατρού, αλλά και ο πολυτεχνίτης, ολίγον αλαφροΐσκιωτος, υπερβολικά περίεργος,  συμπαθής και ενίοτε ενοχλητικός, άνθρωπος για όλες τις δουλειές, ο Αντρέας.
            Δε θα σας αποκαλύψω περισσότερα από την υπόθεση αυτού του υπέροχου πρώτου μυθιστορήματος της αγαπητής συγγραφέως Βάσως Παπαδοπούλου, από όσα ήδη ανέφερα και απ’ όσα αναγράφονται στο οπισθόφυλλο. Θα πρέπει να την ανακαλύψετε εσείς οι ίδιοι διαβάζοντάς το. Οφείλω να παραδεχτώ πως, αν και εξεπλάγην με την τελική, απρόσμενη  τροπή της υπόθεσης – ίσως ακόμα και να στενοχωρήθηκα λιγάκι, γιατί αλλιώς τα είχα πλάσει στο δικό μου μυαλό – το τέλος και η εξέλιξη του υπέροχου μυθιστορήματος «Αλμυρά Ευλογημένα Βλέμματα» ήταν ακριβώς αυτή που άρμοζε. Ας μην ξεχνάμε ότι στα βιβλία που διαβάζουμε το ζητούμενο δεν είναι να δώσει ο συγγραφέας το τέλος που θα επιθυμούσαν οι αναγνώστες, αλλά το τέλος που ο ίδιος έχει οραματιστεί για την δική του μυθοπλασία…
            Πολλά συγχαρητήρια λοιπόν, στην αγαπημένη συγγραφέα και να δηλώσω πως ειλικρινά ανυπομονώ να πάρω στα χέρια μου το επόμενο βιβλίο της. Μετά τα επίσης εξαιρετικά και εντελώς διαφορετικά «Θανάσιμα Σταυροδρόμια» της, είμαι απολύτως  πεπεισμένη πως μπορεί να γράψει οτιδήποτε επιλέξει, με την ίδια μαεστρία και ικανότητα να αιχμαλωτίζει την αμέριστη προσοχή των αναγνωστών. Ανεπιφύλακτα, λοιπόν, διαβάστε το και θα με θυμηθείτε!

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Ο Φάνης, ο όμορφος γιατρός, φτάνει στο νησί για την άσκηση του Αγροτικού του. Τα τριάντα χρόνια του τα πέρασε στην οικογενειακή εστία, χωρίς καμιά παρεκτροπή. Είναι ανεξάρτητος, αυτόνομος για πρώτη φορά και επιζητά εντάσεις, έρωτες, περιπέτεια, ώστε να καλύψει τον χαμένο καιρό. Η Ιωάννα, ταλαντούχα χορεύτρια, εγκαταλείπει την πολλά υποσχόμενη καριέρα της, την δίχως αναστολές έντονη ζωή της, για να δοκιμάσει τους αυστηρούς κανονισμούς του μοναχικού βίου. Αναζητά τη γαλήνη, για να επαναπροσδιορίσει την πορεία της. Ο γιατρός καλείται στη Μονή όταν η σχεδόν αιωνόβια αδελφή Θέκλα, χρειάζεται τη βοήθειά του, και σαγηνεύεται… Είναι δυνατόν μια γριά καλόγρια, αφιερωμένη ολόψυχα στην προσευχή και μόνο, να γνωρίζει την ανθρώπινη φύση; Η Ηγουμένη αναγκάζεται να ακολουθήσει εντολές… Ο αλαφροΐσκιωτος του νησιού θυμώνει… Όσο ο χειμώνας δίνει τη θέση του στην άνοιξη, οι άνθρωποι και τα γεγονότα εξελίσσονται. Η σαγήνη του έρωτα έχει θέση στις πεντακάθαρες αυλές του μοναστηριού;»

Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2015

«ΙΩΔΙΟ», της Αννίτας Λουδάρου – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

«ΙΩΔΙΟ», της Αννίτας Λουδάρου – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη
Εκδόσεις: Απόπειρα
Σελίδες: 108
Τιμή: 7,20 €

Η πρώτη μου επαφή με την εξαιρετική γραφή της Αννίτας Λουδάρου έγινε μέσα από το πρώτο της βιβλίο, τη συλλογή διηγημάτων «Τράνζιτ». Αυτό που με εντυπωσίασε πραγματικά ήταν η ‘συμπυκνωμένη’ γραφή της, υπό την έννοια ότι σε μια μεμονωμένη πρόταση μπορούσες να ανακαλύψεις αμέτρητα κρυφά νοήματα. Σε πολλά από αυτά τα διηγήματα συνειδητοποίησα ότι θα ήθελα να διαβάσω το ‘πριν’ και το ‘μετά’ της ιστορίας τους, καθώς διαισθανόμουν ότι η συγγραφέας  είχε να πει πολλά περισσότερα. Εν ολίγοις, διέκρινα τη στόφα μιας εξαίρετης συγγραφέως, η οποία είχε πολλές και αξιόλογες ιστορίες να μας εξιστορήσει. Η διαίσθησή μου αυτή επιβεβαιώθηκε όταν πήρα στα χέρια μου τούτο το μικρό διαμαντάκι, τη νουβέλα της με τον πολυσήμαντο και διφορούμενο τίτλο «Ιώδιο».
Η ανάγνωση της νουβέλας αυτής έγινε στην κυριολεξία απνευστί, καθώς δεν μπορούσα να την αφήσω από τα χέρια μου. Η πρώτη ανάγνωσή της ήταν βιαστική και αγχωμένη, καθώς ανυπομονούσα να φτάσω στο τέλος. Η δεύτερη ήταν πιο ενδελεχής και συγκρατημένη, προσπαθώντας να εστιάσω στα κρυμμένα νοήματα και τους πάμπολλους προβληματισμούς που γνώριζα εκ των προτέρων πως η συγγραφέας θα είχε συγκαλύψει μέσα στην ενδιαφέρουσα πλοκή του βιβλίου της. Το θέμα του πάντα επίκαιρο, καθώς εστιάζεται κυρίως στις σχέσεις των ανθρώπων, στις σχέσεις μεταξύ των ζευγαριών, των γονιών με τα παιδιά τους, των φίλων και των συγγενών. Η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο, από την ‘ανώνυμη’ ηρωΐδα μας, μητέρα της Στέλλας και σύζυγο του Τζίμη και ξετυλίγεται σιγά σιγά αποκαλύπτοντάς μας σχεδόν όλα τα γεγονότα της ζωής της ηρωΐδας μας και όλων όσων την πλαισιώνουν. Παρά το γεγονός ότι το όνομά της δεν αναφέρεται πουθενά μέσα στο κείμενο, εκείνη κάνει απολύτως αισθητή την παρουσία της αλλά και τον ιδιόμορφο χαρακτήρα της, σαν να βρισκόταν μπροστά μας. Μια ηρωΐδα που άλλοτε συμπονούμε, άλλοτε δικαιολογούμε και άλλοτε απαξιώνουμε.
Η συγγραφέας μέσα από την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα υπόθεση της νουβέλας της θίγει φλέγοντα ζητήματα που απασχολούν όλους μας. Πρώτα και κύρια, την επίδραση που μπορούν να έχουν οι γονείς στα παιδιά, στην ανατροφή τους, στη διάπλαση του χαρακτήρα τους, στην πορεία της ζωής τους, στα θέλω τους και στους περιορισμούς τους. Η Αννίτα Λουδάρου μας φέρνει αντιμέτωπους με δύο ακραίες γονεϊκές συμπεριφορές και τις επιδράσεις που μπορούν αυτές να ασκήσουν επάνω στα παιδιά. Από τη μία πλευρά, έχουμε την απόλυτη αδιαφορία και έλλειψη συμμετοχής στην ανατροφή του παιδιού, όχι γιατί δεν υπάρχει η αγάπη αλλά γιατί οι στόχοι και η ερωτική ζωή της μητέρας αποτελούν την πρώτη προτεραιότητά της, αφού και η ίδια δεν ένιωσε την αγάπη και την αποδοχή από τη δική της μητέρα. Στον αντίποδα αυτής της ‘αφύσικης’ συμπεριφοράς έχουμε την υπερβολική προσήλωση της μητέρας στην ανατροφή του παιδιού, σύμφωνα με τα εσφαλμένα πρότυπα και τους προσωπικούς της στόχους. Αυτό έχει απίστευτα οδυνηρές συνέπειες στον ψυχισμό της κόρης της ηρωΐδας μας, της Στέλλας, σε τέτοιο σημείο ώστε οι δικές της επιθυμίες, τα όνειρα και οι φιλοδοξίες της να παραγκωνίζονται τόσο πολύ που μοιάζουν σα να μην υπήρξαν ποτέ.
Το «Ιώδιο» είναι ένα χρονικό μιας οικογένειας που ξεκινάει με άλλες προσδοκίες, συνεχίζει με διαφορετικές και καταλήγει πολύ μακρύτερα από εκεί που στόχευε. Συχνά τα ‘θέλω’ και τα ‘ονειρεύομαι’ αντικαθιστούνται από τα ‘πρέπει’ , κάτι που συνήθως οδηγεί στα αντίθετα από τα επιθυμητά αποτελέσματα. Η μετάθεση ευθυνών είναι κάτι που συμβαίνει ξανά και ξανά, καθώς η ηρωΐδα μας συνηθίζει να εκλογικεύει τις συχνά παράλογες απόψεις της και να θεωρεί ότι πρέπει όλη η οικογένεια να ακολουθήσει τη δική της εσφαλμένη οπτική, διότι κατά τη δική της άποψη αυτή είναι η σωστή. Η σχέση της με τον άντρα της τον Τζίμη, αν και ξεκίνησε με τις καλύτερες προϋποθέσεις, στην πορεία μεταλλάχθηκε και ξεθώριασε. Η μόνη απαράλλαχτη και αλώβητη από το χρόνο σχέση της, αποδείχτηκε η σχέση της με το σκύλο της οικογένειας, τον Μέλι. Αυτό ήταν και ένα από τα πιο αγαπημένα μου κομμάτια του βιβλίου, καθώς και ο άρτια δομημένος ‘τετράποδος’ χαρακτήρας που λάτρεψα, ειδικά όταν εκείνος έκανε την άτυπη και όψιμη επανάστασή του οδεύοντας προς τη δύση της ζωής του…
Θεωρώ πως η νουβέλα «Ιώδιο» είναι ένα βιβλίο που μέσα στις λίγες σελίδες του περικλείει πολλά νοήματα και αμέτρητες αλήθειες για την ανθρώπινη φύση και συμπεριφορά. Μέσα στους ήρωές του ίσως ανακαλύψετε κάποια στοιχεία της δικής σας προσωπικότητάς, θετικά ή αρνητικά, δεν έχει σημασία. Το σημαντικό είναι ότι θα ταυτιστείτε με κάποια στοιχεία του χαρακτήρα τους, θα αναγνωρίσετε δικές σας νοοτροπίες και λογικές και τελικά θα αναρωτηθείτε εάν εσείς στις αντίστοιχες περιπτώσεις θα μπορούσατε να πράξετε διαφορετικά.
Θα είχατε το σθένος, το πείσμα και την τόλμη να επιλέξετε μια εναλλακτική πορεία, ή θα ακολουθούσατε την ίδια με τους ήρωές μας; Θα είχατε την μετριοφροσύνη και τη διαλλακτικότητα να παραδεχτείτε πως κάπου κάνατε λάθος, ή θα εξακολουθούσατε να εμμένετε στις λανθασμένες επιλογές σας; Θα επιλέγατε να παλέψετε μέχρι τέλους μια φθαρμένη από το χρόνο και τις καταστάσεις σχέση με το σύντροφό σας, ή θα σηκώνατε τα χέρια ψηλά και θα ‘λιποτακτούσατε’; Θα βάζατε τα όνειρα και τις φιλοδοξίες του παιδιού σας σε πρώτη προτεραιότητα, παραμερίζοντας τα δικά σας απωθημένα, ή θα του τα επιβάλλατε οδηγώντας το στην ‘ασφυξία’;
Οφείλω πολλά και θερμά συγχαρητήρια στην Αννίτα Λουδάρου γι’ αυτό το εξαιρετικό πόνημά της. Μου κράτησε εξαιρετική συντροφιά, με προβλημάτισε, με συγκίνησε, με έκανε να περιπλανηθώ στις σελίδες του παρέα με τους ήρωές του και, τελικά άφησε ένα ανεξίτηλο στίγμα από ‘ιώδιο’ στη μνήμη μου, που δε θα ξεθωριάσει ποτέ, με μία αναπάντεχη απόχρωση αισιοδοξίας. Της εύχομαι να είναι καλοτάξιδο το «Ιώδιό» της και να μη μας καθυστερήσει πολύ το επόμενο βιβλίο της! Διαβάστε το Φίλοι μου!

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

"Όλα παραπέμπουν σε κάτι απλό, οικείο, σχεδόν οικογενειακό. Νιώθουν άνετα, κάποιες φορές ευφορικά. Κινούνται μεταξύ μέσης και τρίτης ηλικίας και παραείναι απασχολημένοι με αυτά που κάνουν, θέλουν ή περιμένουν ώστε να προσέξουν πως μέσα στο ίδιο σπίτι ανοιγοκλείνουν πόρτες και εμφανίζονται παιδιά.
Παιδιά που μεγαλώνουν εν μέσω μυστικών. Που πέφτουν σε διαλείμματα σιωπών απλώς και μόνο επειδή έρχονται αντιμέτωπα με λέξεις, εκφράσεις, και μυστικά πολυάσχολων καλά κρυμμένων ενηλίκων. Πολύ σύντομα αρχίζουν να θέτουν ερωτήσεις και εκεί αρχίζουν τα δύσκολα. Σκιές σκάνε στους τοίχους και φουσκώνουν οι σοβάδες. Υγρασίες και σκουριές χαλάνε τις μονώσεις. Χθες και σήμερα κτυπημένα μαζί σ ένα ανεξίτηλο τατού. Ενίοτε παίρνουν κάποιες απαντήσεις. Άλλοτε εισπράττουν αινιγματικά χαμόγελα. Κάποιες φορές οι ερωτήσεις πυροδοτούν φωτιές και πλημμυρίζει το σπίτι από ακατανόητα. Σ ένα ημιφωτισμένο σύμπαν παραμυθιών να προσπαθούν να δώσουν σάρκα και οστά σε ανεκπλήρωτες απολαύσεις και απωθημένες καταστάσεις.
Γλιστρούν τότε. Ανεβοκατεβαίνουν με στριφογυριστές, σιδερένιες σκάλες στα ύψη και στα βάθη τους. Βγαίνουν σε ταράτσες. Οι κόσμοι τους είναι πιο κοντά στον ουρανό παρά στην γη. Συχνάζουν σε έναστρα σαλόνια, με φίλους δορυφόρους πλανήτες. Ξαπλώνουν σε βρώμικες ξεκοιλιασμένες πολυθρόνες που μάζεψαν από τα παλιατζίδικα. Ρεμβάζουν τα δάση των κεραιών. Γυάλινα παιδιά να μετρούν σώβρακα και φανέλες. Σε πλήρη εξορία από την παιδικότητά τους αρχίζουν να γράφουν γυάλινα ποιήματα. Απ αυτά που περήφανα σπάνε τις νεκρικές σιωπές, που γεμίζουν θραύσματα τον αέρα και που πρέπει να προσέξεις πολύ για να μην τα πατήσεις."