Ταξίδια Μέσα Από Τη Λογοτεχνία!

Η Λογοτεχνία είναι για μένα ένα «παράθυρο» σ' έναν μαγικό κόσμο. Κάθε βιβλίο μάς ταξιδεύει σε κόσμους πραγματικούς ή φανταστικούς, τωρινούς, μελλοντικούς ή παρελθοντικούς. Ένα είναι το μόνο σίγουρο, κάθε βιβλίο που μας ενθουσιάζει, μας εντυπωσιάζει ή μας μαγεύει θέλουμε να το μοιραστούμε με άλλους φίλους-αναγνώστες. Έτσι κι εγώ, θέλω να μοιραστώ μαζί σας όσα βιβλία με ενθουσίασαν και με «γέμισαν» με πρωτόγνωρες ιδέες, εικόνες και συναισθήματα. Σαφώς και η άποψη του κάθε αναγνώστη είναι μοναδική και ένα βιβλίο που εμείς λατρέψαμε μπορεί κάποιος άλλος να το αντιπάθησε ή ακόμα και να το μίσησε... Μέσα από αυτήν την οπτική θεωρώ φρόνιμο να μη σχολιάζω όσα βιβλία δεν με εντυπωσίασαν ή με άφησαν αδιάφορη, διότι η άποψή μου είναι απολύτως υποκειμενική. Δεν θα ήθελα να προκαταλάβω αρνητικά κανέναν αναγνώστη, αποτρέποντάς τον από το να διαβάσει ένα βιβλίο το οποίο, ενδεχομένως, να τον ενθουσιάσει. Κάθε βιβλίο απαιτεί το κατάλληλο περιβάλλον, το υπόβαθρο και την ανάλογη διάθεση για να εκτιμηθεί, οπότε καλό θα είναι να μην απορρίπτουμε ποτέ τίποτα. Η έκφραση και αποτύπωση της δικής μου γνώμης για κάθε βιβλίο -αλλά και των απόψεων και σχολιασμών άλλων φίλων-συγγραφέων-αναγνωστών, που αναγράφονται στη σχετική κατηγορία-, έχουν ως μοναδικό σκοπό να εκφράσουν τον θαυμασμό μας για ορισμένα βιβλία που θεωρούμε άξια λόγου και θέλουμε να γίνουν ευρέως γνωστά, βοηθώντας έτσι τους αναγνώστες στην επιλογή του επόμενου βιβλίου που θα διαβάσουν. Πάντοτε με το μεγαλύτερο σεβασμό και θαυμασμό για όλους τους συγγραφείς, που μέσα από τις σελίδες των βιβλίων τους μας «ταξιδεύουν» μακριά από την εκάστοτε πραγματικότητα ή μας βοηθούν να την κατανοήσουμε καλύτερα, αλλά σε κάθε περίπτωση στολίζουν την ψυχή μας, οφείλω ένα μεγάλο ευχαριστώ!

Κλειώ Ισιδ. Τσαλαπάτη
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2025

«ΕΡΩΤΕΣ ΑΠΟ ΠΗΛΟ», της Ελένης Γαληνού – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

 «ΕΡΩΤΕΣ ΑΠΟ ΠΗΛΟ», της Ελένης Γαληνού – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη
Εκδόσεις: Διόπτρα
Σελίδες: 568
Τιμή με έκπτωση: 16,92€
 
       Μετά από έντεκα βιβλία, αν τα έχω καταμετρήσει σωστά, η αγαπημένη συγγραφέας Ελένη Γαληνού δεν νομίζω πως χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις... Πιθανότατα, κάποιο δικό της μυθιστόρημα θα έχετε διαβάσει ήδη και θα έχετε διακρίνει την καθηλωτική πένα της, το χαρισματικό και ανεξάντλητο ταλέντο της και την αξιοθαύμαστη ικανότητά της να καταπιάνεται κάθε φορά και μ’ ένα διαφορετικό θέμα αλλά και εποχή, στοιχείο της που προσωπικά με εντυπωσιάζει πολύ καθώς σπανίζει αρκετά.
    Έτσι κι εδώ –και ενόψει του υπό έκδοση νέου δωδέκατου μυθιστορήματός της, που αναμένεται να κυκλοφορήσει στις 6 Μαρτίου, πάντα από τις εκδόσεις Διόπτρα, και με τίτλο «Η σπηλιά του νοτιά»–, η συγγραφέας στο πιο πρόσφατο βιβλίο της «Έρωτες από πηλό» καταπιάνεται με μια πολύπλευρη και πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία που διαδραματίζεται στη σύγχρονη εποχή, στο πολύ πρόσφατο παρελθόν αλλά και δεκατρία χρόνια νωρίτερα. Ο τίτλος και το εξώφυλλο είναι απόλυτα εναρμονισμένα, καθώς ο αναγνώστης μπορεί εύκολα να αγγίξει τον θρυμματισμένο «πηλό» και να κάνει στο μυαλό του τη σύνδεση με το πόσο εύθραυστος μπορεί να είναι αυτός, ενώ γίνεται σαφές και ένα διττό νόημα, αφού αφορούν από τη μία τα δυνατά συναισθήματα του έρωτα ως πάθος, αλλά και τους πήλινους Έρωτες, τα γλυπτά που μπορεί να δημιουργεί ένας καλλιτέχνης. Μας προϊδεάζει, λοιπόν, με σαφήνεια η κυρία Γαληνού ευθύς εξαρχής για το ύφος του βιβλίου της αυτού, αλλά δεν μας προετοιμάζει για την αναπάντεχη πλοκή, τις απρόσμενες ανατροπές και τα καλά κρυμμένα μυστικά που θα καθορίσουν και θα στιγματίσουν τις ζωές των ηρώων της. Αυτό το αφήνει σε εμάς να το ανακαλύψουμε διαβάζοντας το πόνημά της, που είμαι βέβαιη πως θα ικανοποιήσει και τον πιο απαιτητικό αναγνώστη.
    Δεκατρία χρόνια πριν, η νεαρή Έλσα αποφασίζει να περάσει τον Αύγουστο στην πανέμορφη και γραφική Αμοργό, στο σπίτι της γιαγιάς της. Στις διακοπές της τη συνοδεύουν το αγόρι της Μάρκος και η κολλητή της Φαίδρα. Έχοντας εξασφαλίσει την ανέξοδη διαμονή και το φαγητό τους, σκοπεύουν να κάνουν όση περισσότερη οικονομία μπορούν, ώστε να μπορέσουν να παραμείνουν για διακοπές στο νησί ολόκληρο τον μήνα. Στο διπλανό τους σπίτι, κατοικεί μόνιμα ένας γοητευτικός Γάλλος γλύπτης, ο Ζαν-Κλοντ, ένθερμος εραστής της τέχνης του, της καλής ζωής και του ωραίου φύλου.
    Οι τρεις νεαροί δεν θ’ αργήσουν να γνωριστούν καλύτερα με τον εκκεντρικό γείτονά τους, αφού ο διαφορετικός, απελευθερωμένος και συναρπαστικός τρόπος ζωής του θα τους μαγνητίσει. Ο ίδιος θα ανακαλύψει τη νέα μούσα του στο πρόσωπο της όμορφης Φαίδρας και η έμπνευσή του θα δείξει ζωηρά σημάδια ανάκαμψης, μετά από αρκετό καιρό τελμάτωσης. Κάθε συνάντηση μαζί του είναι μια γοητευτική περιπέτεια για τους τρεις νέους, όμως ένα παράτολμο παιχνίδι θάρρους με τον Γάλλο μέντορά τους θα γίνει η αφορμή να ανατραπούν τα πάντα. Πλέον, τους τρεις φίλους βαραίνει ένα θανάσιμο μυστικό, ενώ οι συνέπειές του δεν θα μοιραστούν ισόποσα ούτε δίκαια. Μόνο ο ένας τους θα πληρώσει, πράγμα που θα κλονίσει βαθιά την κατά τα φαινόμενα ισχυρή φιλία που υπάρχει ανάμεσά τους.
    Δεκατρία χρόνια αργότερα, η ζωή τους έχει πάρει διαφορετικούς δρόμους και οι ισορροπίες όπως και οι δεσμοί μεταξύ τους έχουν χαθεί, ίσως για πάντα. Η παλιά σύνδεσή τους φαντάζει πλέον ανύπαρκτη και η φιλία τους μοιάζει να έχει πληγεί ανεπανόρθωτα. Κάθε επαφή μεταξύ τους φαίνεται να μην έχει ουσιαστικό νόημα πια, ενώ οι τύψεις και οι ενοχές ροκανίζουν τη λογική τους και αναστατώνουν την έως τότε καλά βολεμένη ζωή τους. Τα σαθρά θεμέλια όμως πάνω στα οποία έχουν χτίσει την πραγματικότητά τους θα αποδειχτούν το ίδιο εύθραυστα με τους Έρωτες από πηλό που έφτιαχνε ο Γάλλος γλύπτης τότε στην Αμοργό. Τα παλιά μυστικά που έρχονται στο φως θα δοκιμάσουν τις αντοχές τους, ενώ ταυτόχρονα η ανάγκη για δικαίωση, ακόμα και για εκδίκηση από εκείνον που αδικήθηκε, μοιάζει επιτακτική. Το πιο ένοχο μυστικό του παρελθόντος όμως δεν έχει ακόμα αποκαλυφθεί από το άτομο που σκόπιμα το κρατά καλά κρυμμένο και αυτό είναι ικανό ν’ ανατρέψει τα πάντα.
    Οι «Έρωτες από πηλό» είναι ένα μυθιστόρημα καλοδουλεμένο, με σφιχτοδεμένη πλοκή, ολοζώντανους χαρακτήρες, γοητευτικές περιγραφές και παραστατικές εικόνες, όπως και δυνατά συναισθήματα. Κάθε ήρωας μάς ξεναγεί στο δικό του παρελθόν, στα βιώματά του, στον ψυχισμό του, στα κίνητρά του, ακόμα και στις πιο μύχιες σκέψεις του, κάνοντάς μας «κοινωνούς» στο κατάδικό του «σύμπαν» και δίνοντάς μας έτσι τη δυνατότητα να τον κατανοήσουμε καλύτερα, να τον συμπονέσουμε, να τον αποδεχτούμε, να τον αγαπήσουμε ή να τον μισήσουμε. Η ανθρώπινη φύση είναι τρωτή, ατελής και εύθραυστη και κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από αυτή την πραγματικότητα, ούτε μπορεί να ξεφύγει από όσα του έχει γραμμένα η μοίρα του, όσο κι αν πασχίσει για να επιτύχει το αντίθετο. Η αλήθεια αποκαλύπτεται σταδιακά, καθώς όλα τα κομμάτια του «παζλ» μπαίνουν στη θέση τους, σαν το θρυμματισμένο γλυπτό του εξωφύλλου, φανερώνοντας έτσι κάθε κρυφή και αθέατη πτυχή μιας καθηλωτικής ιστορίας που μένει χαραγμένη στο μυαλό μας για πολύ καιρό. Οφείλω τα θερμά μου συγχαρητήρια στην εξαίρετη Ελένη Γαληνού, αναμένω με ανυπομονησία το νέο της μυθιστόρημα «Η σπηλιά του νοτιά» και σας συστήνω ανεπιφύλακτα να διαβάσετε τους «Έρωτες από πηλό»!
 
Υπόθεση οπισθόφυλλου:
 
Οι έρωτες από πηλό δεν πετούν ψηλά.
Οι παθιασμένοι έρωτες γερνούν ανεκπλήρωτοι.
Οι πήλινοι Έρωτες μένουν μισοτελειωμένοι…
 
Η Έλσα με το αγόρι της, τον Μάρκο, και τη φίλη της Φαίδρα πηγαίνουν διακοπές στη γιαγιά της, στην Αμοργό. Η παρουσία του γοητευτικού Γάλλου γλύπτη στο διπλανό σπίτι έλκει αμέσως το ενδιαφέρον τους. Είναι ονειροπόλος, αυθόρμητος, καλλιτέχνης στην ψυχή και τη ζωή, λάτρης του έρωτα και του ωραίου.
Η παρέα μαζί του αποδεικνύεται συναρπαστική. Μέχρι τη λάθος στιγμή. Ένα παιχνίδι και μια ανομολόγητη πράξη φέρνουν την απόλυτη ανατροπή. Οι δαίμονες ξυπνούν. Κανείς δεν πιστεύει αυτό που έχει συμβεί. Το γεγονός βαραίνει και τους τρεις, όμως το πληρώνει μόνο ένας.
Η φιλία τους κλονίζεται ανεπανόρθωτα.
 
Δεκατρία χρόνια αργότερα όλα έχουν αλλάξει.
 
Η Έλσα αναζητά ψήγματα της παλιάς φιλίας με τη Φαίδρα και τον Μάρκο, ενώ παράλληλα τους δοκιμάζει. Κρατάει ένα μεγάλο μυστικό που αν το μάθουν…
Ωστόσο, το πιο ανατρεπτικό μυστικό δεν το γνωρίζει κανένας τους. Κι αυτός που το αποκρύπτει, έχει τους δικούς του σκοτεινούς λόγους που δεν μιλά.
 
Όταν οι αλήθειες σωπαίνουν, οι ζωές των ανθρώπων γεμίζουν σκοτάδια.

Πέμπτη 23 Μαΐου 2024

«ΒΕΝΤΕΤΑ ΣΤΟΝ ΒΟΣΠΟΡΟ», της Γιώτας Γουβέλη – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

«ΒΕΝΤΕΤΑ ΣΤΟΝ ΒΟΣΠΟΡΟ», της Γιώτας Γουβέλη – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη
Εκδόσεις: Διόπτρα (Πρώτη έκδοση: Μάιος 2023)
Σελίδες: 504
Τιμή με έκπτωση: 15,93€
 
          Έχοντας πολίτικη καταγωγή, από τη συνονόματη γιαγιά μου που γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Πέραν της Κωνσταντινούπολης, καθετί που αφορά σε εκείνη τη μαγευτική πόλη με τις πολλές ονομασίες –Πόλη, Βασιλεύουσα, Ιστανμπούλ, Επτάλοφος, ίσως και άλλες που αγνοώ–, μου κεντρίζει αμέσως το ενδιαφέρον. Ένας λόγος παραπάνω όταν έρχεται στα χέρια μου ένα μυθιστόρημα της αγαπημένης και χαρισματικής Γιώτας Γουβέλη. Το πρώτο δικό της βιβλίο που διάβασα, από τις αξιόλογες εκδόσεις Διόπτρα με τον τίτλο «Ματωμένα Εντελβάις», ήταν αρκετό για να εκτιμήσω το αστείρευτο συγγραφικό της ταλέντο και την ευρεία γκάμα θεμάτων με τα οποία καταπιάνεται. Κάθε βιβλίο της συγγραφέως εντάσσεται συνήθως σε διαφορετική εποχή, τόπο και θεματολογία, αποδεικνύοντας πως επιδιώκει να αναμετριέται και να ξεπερνάει τον ίδιο της τον εαυτό, ομολογουμένως με μεγάλη επιτυχία. Η ευρηματική μυθοπλασία της συνδυάζεται πάντοτε και με το εκάστοτε ιστορικό πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται, κάτι που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε ένα λογοτεχνικό έργο υψηλών αξιώσεων, που αναμφισβήτητα ικανοποιεί και τον πιο απαιτητικό αναγνώστη.
          Δεν περίμενα τίποτε λιγότερο λοιπόν, ξεκινώντας την ανάγνωση του περσινού μυθιστορήματός της με τίτλο «Βεντέτα στον Βόσπορο», και πραγματικά οι προσδοκίες μου επαληθεύτηκαν στο έπακρο. Διαπιστώνοντας δε πως στη συγκεκριμένη περίπτωση χρησιμοποιείται και το μεταφυσικό στοιχείο –τόσο αρμονικά ενταγμένο μέσα στη μυθοπλασία, που είναι άρρηκτα δεμένη με την πραγματικότητα, και μάλιστα την Ιστορία του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα–, τότε το όλο εγχείρημα αποδεικνύεται ακόμα πιο γοητευτικό. Τρεις αδελφές πρόωρα αδικοχαμένες μέσα σε έξι μήνες –από το δικό τους χέρι και εξαιτίας του ίδιου άντρα–, που οι ψυχές τους δεν έχουν γαληνέψει, αναλαμβάνουν τον ρόλο των Μοιρών, που οι σοφοί τις ονόμασαν Λάχεση, Κλωθώ και Άτροπο. Οι τρεις κόρες του δασκάλου Γιδεών κινούν τα νήματα στις ζωές των ηρώων, σύμφωνα με τη δική τους βούληση και τα δικά τους σκοτεινά σχέδια, αποζητώντας εκδίκηση και δικαίωση, έστω και από τον άυλο κόσμο των πνευμάτων όπου βρίσκονται. Ο μοναδικός στόχος τους είναι ο Γιώργης Καρασούλης, όπως και όλοι οι Καρασούληδες, μέχρι να εξαφανιστεί και ο τελευταίος τους απόγονος. Εκεί όπου βρίσκονται ο χρόνος δεν υφίσταται κι εκείνες μπορούν να περιμένουν μέχρι να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες για να πάρουν τα ηνία στα χέρια τους.
          Ο ώριμος πλέον Γιώργης Καρασούλης, ένας πλούσιος έμπορος από ένα χωριό στις ρίζες των Ακαρνανικών βουνών, αποφασίζει στα πενήντα τρία του να παντρευτεί την κατά πολλά χρόνια νεότερή του Ευθαλία, μια πανέμορφη νεαρή ψυχοκόρη ενός καπετάνιου από τον Αστακό. Στέλνει τον ανιψιό του και γιο της αδελφής του Βασιλικής, τον νεαρό δόκιμο μοναχό Γιαννή, να τη φέρει με τη σούστα στο χωριό του για τον γάμο. Αφού ολοκληρώνεται η τελετή και το γαμήλιο γλέντι συνεχίζεται αμείωτο, το νιόπαντρο ζευγάρι αποσύρεται στη νυφική παστάδα. Τίποτε δεν προμηνύει τη συνέχεια, ούτε κανένας μπορεί να υποψιαστεί την τραγική κατάληξη εκείνης της βραδιάς· εκτός ίσως από τις τρεις Μοίρες που υφαίνουν νήμα νήμα το περίτεχνο υφαντό της εκδίκησής τους.
          Η συγγραφέας μάς παρασύρει σε ένα γοητευτικό ταξίδι από την Ελλάδα των μέσων του 20ου αιώνα στην πολυπολιτισμική Πόλη της ίδιας εποχής, από τις φυλακές του Αγρινίου στις αφιλόξενες ακτές της Κορνουάλης και τ’ ανήλιαγα ορυχεία κασσίτερου βορειότερα, από τη μονή της Παναγίας της Αχυριάτισσας στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, από τον ξεσηκωμό των Κυπρίων κατά των Άγγλων στα αιματηρά γεγονότα των Σεπτεμβριανών στην Κωνσταντινούπολη, που έμειναν γνωστά ως «η τουρκική Νύχτα των Κρυστάλλων». Σε μια σφιχτοδεμένη, καλοδουλεμένη και καταιγιστική πλοκή, οι ήρωες κινούνται σύμφωνα με τα όνειρα, τις φιλοδοξίες, τους κρυφούς κι ανομολόγητους πόθους τους, τις ενοχές και τις τύψεις τους, τους έρωτες και τα άσβεστα μίση τους, αλλά και τη βεντέτα που χωρίζει τις δύο οικογένειες Σαλβάογλου και Καρασούλη. Ο Γιώργης, ο Θεμιστοκλής, η Θεώνη, η Βασιλική, η Ευθαλία, η Φανή, ο Χριστόφορος, ο Λευτέρης, η Φεριντέ, ο Γιαννής, ο Αυγουστής, η μαντάμ Λεά, ο μικρός Θοδωρής είναι μερικοί μόνο από τους αναρίθμητους χαρακτήρες που μας καθηλώνουν με τις ιστορίες τους και τις δικαιολογημένες αλλά και ενίοτε αυθόρμητες και ασυλλόγιστες πράξεις τους, που άλλοτε είναι αποτέλεσμα σοβαρής σκέψης και σχεδιασμού και άλλοτε αποτέλεσμα μοιραίων ή άστοχων επιλογών, που θα καθορίσουν, θα προδικάσουν και θα δρομολογήσουν το μέλλον τους.
          Η «Βεντέτα στον Βόσπορο» είναι ένα συναρπαστικό κοινωνικό μυθιστόρημα, όπου συνδυάζεται η ατόφια Ιστορία με την ευρηματική μυθοπλασία, το μεταφυσικό στοιχείο με το πραγματικό, ο έρωτας με το μίσος, η αποδοχή με την εκδίκηση, το πάθος με το καθήκον, το δίκαιο με το άδικο, η μοιρολατρία με την πρωτοβουλία και η Μοίρα με τον Θεό. Οι ήρωες άλλοτε πράττουν σύμφωνα με τις κοινωνικές ή οικογενειακές προσταγές, απαρνούμενοι τις βαθύτερες επιθυμίες τους, άλλοτε πασχίζουν να εξιλεωθούν για τα αμαρτήματα που τους βαραίνουν και άλλοτε αποφασίζουν να διεκδικήσουν τα όνειρά τους και να πάνε κόντρα στο πεπρωμένο τους, αγνοώντας κάθε δυσοίωνη πρόβλεψη και κάθε ανώτερη δύναμη που πασχίζει να τους κατευθύνει διαφορετικά. Οφείλω θερμά συγχαρητήρια στην εξαίρετη Γιώτα Γουβέλη για ένα ακόμα μεστό και καθηλωτικό μυθιστόρημά της που δεν θα λησμονήσω εύκολα και το οποίο σας προτείνω ανεπιφύλακτα να διαβάσετε, Φίλοι μου!
 
Υπόθεση Οπισθόφυλλου:
 
Ένας έρωτας απαγορευμένος, δύο οικογένειες που τους χωρίζει σκληρή βεντέτα. Έρωτες και ανατροπές με φόντο τον μαγευτικό Βόσπορο. Ένα πολυδιάστατο κοινωνικό μυθιστόρημα.
Κάποτε οι τρεις κόρες του δασκάλου Γιδεών πήραν φαρμάκι και πέθαναν η μία μετά την άλλη μέσα σε έξι μήνες.
Χρόνια μετά, το κρίμα τους πέφτει βαρύ πάνω σε δύο οικογένειες.
 
Κωνσταντινούπολη 1955. Η ξελογιάστρα Πόλη της ομίχλης και της αστραπής.
Δύο οικογένειες Ρωμιών που τους χωρίζει σκληρή βεντέτα θα βρεθούν στη δίνη του φοβερού πογκρόμ της 6ης Σεπτεμβρίου.
Κι ενώ η ρωμιοσύνη της Πόλης ζει την τουρκική Νύχτα των Κρυστάλλων, οι δύο οικογένειες θα δώσουν αγώνα επιβίωσης ενάντια στον κοινό εχθρό, αλλά και αγώνα μίσους και εκδίκησης μεταξύ τους.
 
Ένας νεαρός μοναχός που συγκλονίζεται όταν η καρδιά του ξεσηκώνεται ενάντια στην αποστολή του, μια απλή κοπέλα που αναγκάζεται να δώσει την άνιση μάχη με το πεπρωμένο, θαμμένα μυστικά που στοιχειώνουν και μαίνονται.
 
Το Πέραν, το Ιωακείμειο Παρθεναγωγείο, το Μπαλάτ, η Πρίγκηπος, το ρωμαίικο ορφανοτροφείο είναι η πολυσύνθετη αρένα όπου αναμετριέται το πάθος με το καθήκον και η Μοίρα με τον Θεό.

Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου 2024

«ΣΙΒΗΡΙΑ», του Μανώλη Παλαβούζη – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

«ΣΙΒΗΡΙΑ», του Μανώλη Παλαβούζη – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη
Εκδόσεις: Πηγή
Σελίδες: 112
Τιμή με έκπτωση: 10,44€
 
          Πόσο εύκολο θα ήταν άραγε για έναν συγγραφέα να εμπνευστεί και να γράψει μία «σκοτεινή» νουβέλα φαντασίας, τοποθετημένη στην παγωμένη και αφιλόξενη Σιβηρία –και, μάλιστα, έχοντας ένα τόσο ασυνήθιστο και τρομακτικό θέμα ικανό να σου παγώσει το αίμα, κυριολεκτικά και μεταφορικά–, μέσα στο ελληνικό θερμό κατακαλόκαιρο; Για έναν τυχαίο συγγραφέα πιθανότατα να ήταν δύσκολο, ίσως και ακατόρθωτο· όχι όμως για τον εξαίρετο, ικανότατο και χαρισματικό Μανώλη Παλαβούζη, που –αγγίζοντας μόλις την τρίτη δεκαετία της ζωής του– έχει ήδη εκδώσει πέντε μυθιστορήματα και την παρούσα νουβέλα, ενώ έχει λάβει μέρος και σε πολυάριθμα συμμετοχικά έργα με διηγήματά του, ορισμένα από τα οποία έχουν βραβευτεί· και όχι άδικα.
          Η αρχική και καθοριστική επαφή μου με το πλούσιο σε θεματολογία και σε όγκο έργο του συγγραφέα έγινε μέσα από το πρώτο του μυθιστόρημα, το αλησμόνητο «Ο τέταρτος καβαλάρης Ι – Η επώαση», που αποτελούσε το πρώτο μέρος της σχετικής διλογίας βιολογικού τρόμου. Εκείνο το βιβλίο του με συγκλόνισε και με κέρδισε ευθύς εξαρχής ως αναγνώστρια, ενώ έμελλε να χαρακτηριστεί δικαιολογημένα προφητικό, αφού πολλά από όσα ανέφερε εκεί ο ταλαντούχος νεαρός συγγραφέας δυστυχώς επαληθεύτηκαν κατά τα χρόνια της πανδημίας που ακολούθησαν. Ο Μανώλης Παλαβούζης με είχε πλέον κερδίσει τόσο ώστε δεν θα άφηνα αδιάβαστο κανένα μελλοντικό του μυθιστόρημα, κάτι που δεν μετάνιωσα ποτέ. Μέσα στα επόμενα χρόνια, ακολούθησαν κι άλλα εξαιρετικά βιβλία του, όπως το δεύτερο μέρος της προαναφερθείσας διλογίας «Ο τέταρτος καβαλάρης ΙΙ – Ο όλεθρος», το εξαιρετικό κλιματικό θρίλερ του με τίτλο «Έτος χωρίς καλοκαίρι», το τρομοκρατικό θρίλερ του με τίτλο «Αττική καταιγίδα» –ένα βιβλίο του που ίσως έχω ξεχωρίσει λίγο περισσότερο από τα υπόλοιπα, καθώς με συγκλόνισε βαθύτατα με τις αλήθειες που διατύπωνε, και ειλικρινά εύχομαι να μην επαληθευτεί, όπως ορισμένα από τα υπόλοιπά του– και τέλος το επικό του μυθιστόρημα φαντασίας με τίτλο «Το τραγούδι των σκλάβων».
          Έχοντας, λοιπόν, «καλομάθει» στα πολυσέλιδα μυθιστορήματά του, που συνήθως ξεπερνούν τις πεντακόσιες σελίδες, και τα οποία μου κρατούσαν συντροφιά κάποιες μέρες, παίρνοντας στα χέρια μου τη νουβέλα του «Σιβηρία», ένιωσα μια μικρή απογοήτευση, καθώς συνειδητοποίησα πως αυτό το αναγνωστικό μου ταξίδι με την πένα του αγαπημένου συγγραφέα θα διαρκούσε υπερβολικά λίγο. Εδώ όμως έρχεται να επαληθευτεί για μια ακόμη φορά το γνωστό απόφθεγμα που υποστηρίζει πως «ουκ εν τω πολλώ το ευ», αφού μία μόνο ανάγνωση του νέου του βιβλίου δεν μου ήταν αρκετή για να συλλάβω στην πλήρη έκτασή τους όλα τα θέματα που έθιξε ο συγγραφέας μέσα σε τόσο λίγες σελίδες. Το ξαναδιάβασα την αμέσως επόμενη μέρα και ομολογώ πως θα μείνει στο μυαλό μου χαραγμένο για πάρα πολύ καιρό!
          Η ιστορία μας διαδραματίζεται στη Σιβηρία του σήμερα, μέσα στον απόηχο του πολέμου της Ρωσίας με την Ουκρανία, αλλά και των γεγονότων του ’91 που καθόρισαν τη μετέπειτα πορεία της πρώην κραταιάς υπερδύναμης. Ο νεαρός Πάβελ είναι αναγκασμένος να συμβιώνει με τον μέθυσο και αγροίκο πατέρα του Ανατόλι, μέσα σε ένα περιβάλλον έντονης ανέχειας και έλλειψης κάθε γονικής στοργής, αφού έχασε τη μητέρα του Γιελένα από τη γέννησή του ακόμα. Ζώντας μέσα στο αφιλόξενο και άγριο σιβηρικό περιβάλλον, ο δεκαοκτάχρονος πλέον Πάβελ μαθαίνει να στηρίζεται στα πόδια του και να επιβιώνει, αφού ο πατέρας του πεθαίνει. Ο νεαρός κάνει οποιαδήποτε δουλειά βρει και μαζεύει κάθε ρούβλι που κερδίζει, έχοντας ένα και μόνο όνειρο: να αφήσει πίσω για πάντα τη γενέτειρά του, το μικρό χωριό του στη Σιβηρία, και να μετοικήσει στην πολύβουη και απρόσωπη Μόσχα.
          Έχοντας πια φτάσει στο εικοστό τρίτο έτος της ζωής του, ο Πάβελ αισθάνεται πως τα όνειρά του ίσως δεν πραγματοποιηθούν ποτέ, ενώ νιώθει πως πιθανότατα δεν θα καταφέρει να απεγκλωβιστεί κάποτε από το τέλμα στο οποίο έχει βυθιστεί. Μόνο η αγαπημένη του Εκατερίνα, η κοπέλα με την οποία διατηρεί δεσμό, είναι ικανή να ανατρέπει την απογοήτευσή του, καθώς μοιράζεται τα όνειρά του για την από κοινού απόδρασή τους στη μοσχοβίτικη μεγαλούπολη και το ξεκίνημα μιας νέας ζωής για τους δυο τους. Έτσι, ένα φθινοπωρινό πρωινό του Σεπτεμβρίου, που το κρύο στη Σιβηρία αγγίζει τους δύο βαθμούς υπό το μηδέν, αποφασίζει να πάει για κυνήγι στον κοντινό ποταμό, έχοντας ως συντροφιά τον πιστό του τετράποδο σύντροφο, ένα λυκόσκυλο που ακούει στο όνομα Σάσα. Εκεί όμως, και μετά από ένα αναπάντεχο «στραβοπάτημά» του στη λασπώδη όχθη του ποταμού, ο Πάβελ Βορόνιν θα έρθει αντιμέτωπος με ένα αρχέγονο κακό, που ελλόχευε εκεί θαμμένο για αιώνες, αλλά και το σκοτεινό πεπρωμένο του που αναγκαστικά θα πρέπει να αντιμετωπίσει· ένα πεπρωμένο αδιανόητο, που δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ούτε στους χειρότερους εφιάλτες του.
          Ο εξαίρετος συγγραφέας, μέσα σε αυτές τις ελάχιστες σελίδες της νουβέλας του, κατορθώνει να ξεδιπλώσει μια καθηλωτική ιστορία τρόμου και φαντασίας, ικανή να γεμίσει ένα πολυσέλιδο βιβλίο, χρησιμοποιώντας την αγαπημένη του «τεχνική», δηλαδή τον συνδυασμό του παρόντος με το παρελθόν, μέχρι που οι δύο ιστορίες του «τότε» και του «τώρα» να ενωθούν σε μία, συμπληρώνοντας όλα τα κομμάτια του παζλ. Έχοντας στο μυαλό του έναν δημοφιλή μύθο για το απόλυτο κακό –που σαφώς έχουμε συναντήσει αρκετές φορές στο λογοτεχνικό σύμπαν, από σύγχρονους και κλασικούς συγγραφείς, σε πολλές και διαφορετικές εκδοχές του–, χτίζει έναν δικό του ολοκαίνουργιο μύθο, έναν μύθο που βασίζεται κυρίως στην επιστήμη του, ώστε να αντλήσει την απαραίτητη όσο και εντυπωσιακή αληθοφάνεια και να μας πείσει πως ίσως η κλιματική κρίση και ο πληγωμένος πλανήτης μας –που κακοποιείται συστηματικά εδώ και αιώνες από ένα και μόνο είδος από τα αμέτρητα που φιλοξενεί, το ανθρώπινο–, ίσως κάποια στιγμή να μας «εκδικηθεί» περισσότερο από όσο ήδη κάνει· μια «εκδίκηση» απόλυτα δικαιολογημένη και αναμενόμενη, αφού εμείς οι ίδιοι την έχουμε προκαλέσει με την αλόγιστη και αναίτια καταστροφή του περιβάλλοντός μας.
          Ο Μανώλης Παλαβούζης συνδυάζει με ιδανικό τρόπο σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα, μελέτες, μύθους και θρύλους με μια μυθοπλασία ευρηματική και πρωτότυπη, επικεντρώνοντας περισσότερο το ενδιαφέρον του αλλά και την προσοχή του αναγνώστη σε όλα όσα αισθάνεται ο ήρωάς του, στις αντιδράσεις του απέναντι στην υπερφυσική στροφή της ζωής του από ένα τυχαίο γεγονός και στον τρόπο που επιλέγει ο ίδιος να την αντιμετωπίσει. Πέρα από τον αριστοτεχνικό μύθο που πλέκει ο συγγραφέας, καταφέρνει ταυτόχρονα με μεγάλη μαεστρία να θέσει ερωτήματα που μας απασχολούν διαχρονικά, επισημαίνοντας το εύρος των διλημμάτων και των αντιδράσεων που μπορεί να αντιμετωπίσει ένας άνθρωπος όταν η ζωή του καταρρέει αιφνίδια και ο ίδιος καλείται να προσαρμοστεί σε μια νέα και δυσοίωνη πραγματικότητα. Είμαστε άραγε όλοι μας ικανοί να επιβιώσουμε με κάθε κόστος, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει πως θα χάσουμε την πραγματική ανθρώπινη υπόστασή μας, ή όχι; Για μία ακόμη φορά, οφείλω τα θερμά και ειλικρινή μου συγχαρητήρια στον Μανώλη Παλαβούζη για το νέο του βιβλίο, την καθηλωτική «Σιβηρία», και σας προτείνω ανεπιφύλακτα να το διαβάσετε το συντομότερο!
 
Υπόθεση Οπισθόφυλλου:
 
Στα παγωμένα εδάφη της Σιβηρίας, ένα αρχαίο κακό παραμονεύει στην έρημη γη, πανίσχυρο και αθέατο στο πέρασμα χιλιετιών και αιώνων. Ο Πάβελ Βορόνιν, ένας νέος που βλέπει τα όνειρά του να διαλύονται και τη ζωή του να πέφτει σε τέλμα, θα αφυπνίσει άθελά του το αρχέγονο κακό της αχανούς πεδιάδας και πολύ σύντομα θα αντιληφθεί πως τίποτα δεν θα είναι το ίδιο ξανά. Κι αυτό γιατί ο ίδιος δεν θα είναι ο άνθρωπος που κάποτε ήταν. Κάτι αλλάζει μέσα του, μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα, μετατρέποντάς τον σ’ ένα πλάσμα θανάσιμο, βγαλμένο από τους πιο σκοτεινούς ανθρώπινους εφιάλτες.
 
Ένα κακό ξύπνησε και γυρεύει να τραφεί. Κι όταν το κακό πεινάει, μόνο άσχημα πράγματα μπορούν να συμβούν…
 
Μια νουβέλα φαντασίας για μια μοιραία συνάντηση με κάτι αλλόκοτο που καιροφυλακτούσε, προσμένοντας να επιστρέψει στη ζωή, κι ένας ήρωας σε αδιέξοδο. Για να επιβιώσει, οφείλει να αποδεχτεί τη νέα πραγματικότητα, ακόμα κι αν πρέπει ν’ αφήσει πίσω του όλα όσα αγαπάει.

Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 2024

«ΕΤΣΙ ΑΠΛΑ ΣΥΜΒΑΙΝΟΥΝ ΟΛΑ», του Γιάννη Φιλιππίδη – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

«ΕΤΣΙ ΑΠΛΑ ΣΥΜΒΑΙΝΟΥΝ ΟΛΑ», του Γιάννη Φιλιππίδη – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη
Εκδόσεις: Άνεμος
Σελίδες: 256
Τιμή με έκπτωση: 14,27€
 
         Ο Γιάννης Φιλιππίδης είναι «παλιός» μου γνώριμος, καθώς διαβάζω τα βιβλία του περισσότερο από μια δεκαετία τώρα, έχοντας ως σημείο εκκίνησης της περιπλάνησής μου στο δικό του μοναδικό συγγραφικό σύμπαν το πολυαγαπημένο «Μα, το ψάρι είναι φρούτο». Από εκείνο το ανεπανάληπτο και πρωτότυπο βιβλίο του με «κέρδισε» ως συγγραφέας διά παντός, καθώς το ταλέντο του είναι αδιαμφισβήτητο και η φαντασία του μοιάζει ανεξάντλητη. Με το νέο του μυθιστόρημα, που κυκλοφορεί πάντα από την Άνεμος Εκδοτική με τίτλο «Έτσι απλά συμβαίνουν όλα», οι προσδοκίες μου επιβεβαιώθηκαν για ακόμη μία φορά, αφού πρόκειται για ένα καλογραμμένο κοινωνικό μυθιστόρημα που καταπιάνεται με πολλά και φλέγοντα ζητήματα, μέσα από μια μυθοπλασία ευρηματική, συστήνοντάς μας μερικούς ανεπανάληπτους λογοτεχνικούς χαρακτήρες και αποδεικνύοντάς μας πέρα από κάθε αμφιβολία πως «ναι, έτσι απλά συμβαίνουν όλα»…
          Η ιστορία μας τοποθετείται χρονικά στη σύγχρονη Αθήνα, την απρόσωπη τσιμεντένια πρωτεύουσα μιας λαβωμένης Ελλάδας που προσπαθεί να γιάνει τις πληγές της, αφού έχει επιβιώσει από μια οικονομική κρίση πολλών ετών –η οποία, σε πολλές περιπτώσεις, άφησε πίσω της ανθρώπινα συντρίμμια, κυριολεκτικά και μεταφορικά–, αλλά και από μια φονική πανδημία, που ήρθε να αποτελειώσει ό,τι είχε ξεκινήσει η πολυετής κρίση. Πέρα από τις ανθρώπινες ζωές που χάθηκαν, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, οι εναπομείναντες βίωσαν για πρώτη φορά πρωτόγνωρες καταστάσεις: στερήθηκαν αυτονόητες προσωπικές ελευθερίες αλλά και την οικονομική άνεση στην οποία είχαν μέχρι πρότινος καλομάθει, αντιμετώπισαν την αβεβαιότητα, την ανασφάλεια και τον φόβο για το αύριο, με αποτέλεσμα να σταματήσουν να ονειρεύονται και να σχεδιάζουν το μέλλον. Η ανθρώπινη φύση όμως είναι πολύ ανθεκτική και προσαρμόσιμη, ενώ έχει την τάση να αντιμετωπίζει θαρραλέα όσα δεινά συναντά στην πορεία της, να τα αφήνει πίσω της και να προχωρά. Αυτό ακριβώς κάνουν και οι ήρωες του νέου βιβλίου του χαρισματικού Γιάννη Φιλιππίδη, τουλάχιστον οι περισσότεροι από αυτούς…
          Η Ρόζα είναι μια νέα γυναίκα που ασχολείται με το Θέατρο. Ονειρεύεται να γίνει πρωταγωνίστρια σε παραστάσεις αξιώσεων και να ξεφύγει από τα παιδικά θεατρικά έργα και τους περιοδεύοντες θιάσους. Μέχρι τώρα, έχει καταφέρει να διατηρήσει τη σχέση με τον σύντροφό της και να διαμορφώσει τη ζωή της σύμφωνα με τα δικά της πρότυπα και όχι τις κοινωνικές προσταγές· ή, τουλάχιστον, έτσι πιστεύει. Ξεκινώντας, λοιπόν, ένα βροχερό πρωινό για μία οντισιόν σε ένα θέατρο, η ίδια έχει το προαίσθημα πως εκείνη θα είναι μία πολύ καλή μέρα. Όμως η συνέχεια τη διαψεύδει πανηγυρικά, καθώς τίποτα δεν εξελίσσεται όπως προσδοκούσε, αποδεικνύοντας πόσο σοφός είναι ο λαός μας που υποστηρίζει πως «η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται». Οι απογοητεύσεις διαδέχονται η μία την άλλη, ενώ τα σχέδιά της ανατρέπονται, αφού η ίδια η πραγματικότητα την αναγκάζει να επαναπροσδιορίσει τις προτεραιότητές της, όπως και όσα θα πρέπει να θεωρεί δεδομένα. Το μόνο καταφύγιό της είναι η οικογένειά της, όπως και οι φίλες της, που της συμπαραστέκονται σε κάθε δυσκολία, όσο ανυπέρβλητη κι αν μοιάζει αυτή.
    Την ασυμβίβαστη ηρωίδα μας Ρόζα πλαισιώνουν αρκετοί ακόμα εξίσου αξιομνημόνευτοι ήρωες, που συμβάλλουν ο καθένας με το δικό του σημαντικό «λιθαράκι» στην παραπέρα πορεία και εξέλιξή της. Η μητέρα της η Μάρθα, η οποία διατηρεί μαζί με τον άντρα της ένα ψιλικατζίδικο εδώ και πολλά χρόνια, έχει παντρευτεί τον έρωτα της ζωής της και έχει επικεντρωθεί στο μαγαζί τους και στα δυο παιδιά τους, τη Ρόζα και τον Αλέξη. Μια τυχαία ανακάλυψη όμως θα φέρει τα πάνω-κάτω στη ζωή της, θα ανατρέψει κάθε βεβαιότητα και πεποίθησή της και, σε μία και μόνο άτυχη στιγμή, θα διαπιστώσει πως ο καθένας μας είναι δυνατό να κρύβει μέσα του δολοφονικά ένστικτα, όταν νιώθει ότι απειλούνται όλα όσα κοπίασε να δημιουργήσει μια ολόκληρη ζωή.
        Η καλύτερη φίλη και γειτόνισσα της Μάρθας, η Ευδοκία, θα κληθεί να αποφασίσει πώς θέλει να προχωρήσει σε ένα μέλλον που δεν μοιάζει πλέον τόσο βέβαιο ούτε και τόσο ελπιδοφόρο. Θα πολεμήσει για να κερδίσει χρόνο, χωρίς καμία εγγύηση επιτυχίας, αλλά θα προσπαθήσει να θέσει τους δικούς της αδιαπραγμάτευτους όρους σε μια μάχη που εξαρχής φαίνεται άνιση, διεκδικώντας την αυτονόητη αξιοπρέπεια που κανείς δεν μπορεί να της στερήσει. Έχοντας γνωρίσει την αγάπη χωρίς όρους, έχοντας βιώσει έναν έρωτα που είναι ικανός να κρατήσει ακόμα και μετά την επίγεια ζωή, η Ευδοκία μοιράζει απλόχερα την αγάπη της σε όσους κρίνει πως την αξίζουν.
          Ο Αλέξης, ο αδελφός της Ρόζας, έχει επιλέξει από νωρίς τον οριστικό σύντροφο της ζωής του, τον Στέφανο, έχοντας οικοδομήσει μαζί του μια ερωτική σχέση γεμάτη πραγματική αγάπη, αλληλοεκτίμηση και σεβασμό, αποδεικνύοντάς μας πως οι αληθινές σχέσεις και η υποδειγματική οικογένεια δεν καθορίζονται από τα φύλα και τα κοινωνικά «πρέπει» ούτε από τις γενικώς αποδεκτές μορφές ζευγαριών, αλλά από τα αληθινά συναισθήματα, την ειλικρίνεια, την αμοιβαιότητα και τα γερά θεμέλια. Στον αντίποδα αυτών, ο επιπόλαιος Στάθης, ο σύντροφος της Ρόζας, αποδεικνύει περίτρανα πως η ωριμότητα δεν εξαρτάται από την ηλικία, ούτε και η πίστη από τις μεγαλόστομες δηλώσεις. Τα πάντα έχουν τις συνέπειές τους, ιδιαίτερα οι ασυλλόγιστες και ανώριμες πράξεις, ενώ η ευτυχία και η εμπιστοσύνη είναι έννοιες υπερβολικά εύθραυστες και ευάλωτες.
          Ο συγγραφέας κατορθώνει, μέσα σε λίγες σχετικά σελίδες, να συμπυκνώσει αμέτρητα νοήματα και διαχρονικές αλήθειες, συνδυάζοντας ολοζώντανους και αλησμόνητους χαρακτήρες με καταιγιστική πλοκή και γραφή που συνδυάζει το χιούμορ και τη σάτιρα με τον λυρισμό, την ευαισθησία και τη λιτότητα. Συναισθήματα, γεγονότα και πεποιθήσεις μπλέκονται σε έναν αρμονικό συνδυασμό ώστε να τονιστούν όλα εκείνα που κρίνει ο συγγραφέας πως χρειάζεται να επισημάνει. Μερικά από αυτά είναι: η ανεξαρτησία και η αποδοχή, η ειλικρίνεια, η πραγματική αγάπη και η φιλία, το θάρρος απέναντι στο μοιραίο, η αλληλεγγύη και η βοήθεια όταν φτάνει κανείς σε αδιέξοδο, η αντιμετώπιση κάθε δυσκολίας και η συμπαράσταση και προστασία όσων αγαπάμε, ακόμα κι όταν εκείνοι καταφεύγουν σε αδιανόητες πράξεις εν βρασμώ ψυχής.
       Το «Έτσι απλά συμβαίνουν όλα» είναι ένα μυθιστόρημα που συναρπάζει και καθηλώνει τον αναγνώστη χωρίς τυμπανοκρουσίες και άσκοπους εντυπωσιασμούς, αφού η ίδια η ζωή και όλα όσα μας τυχαίνουν –ακόμα και τα πιο ακραία, τραγικά, επώδυνα και ασυνήθιστα–, συμβαίνουν έτσι απλά… Τα θερμά μου συγχαρητήρια στον χαρισματικό Γιάννη Φιλιππίδη για ένα ακόμα εξαιρετικό βιβλίο του, το οποίο και σας προτείνω ανεπιφύλακτα να διαβάσετε!
 
Υπόθεση οπισθόφυλλου:
 
Στη σύγχρονη Αθήνα, που λαβώθηκε από την πολυετή οικονομική κρίση και εξαιτίας της πανδημίας στερήθηκε όχι μόνο τις ελευθερίες της αλλά κυρίως τη δυνατότητα να ονειρεύεται, κάποιοι άνθρωποι προσπαθούν να ορθοποδήσουν παρά τις αντιξοότητες.
 
Η Ρόζα κυνηγάει το όνειρό της για να πρωταγωνιστήσει στο Θέατρο, αλλά απρόσμενα γεγονότα την προλαβαίνουν και την αναγκάζουν να επαναπροσδιορίσει τις προτεραιότητές της.
Η Μάρθα συνειδητοποιεί πως ο καθένας μας μπορεί να είναι εν δυνάμει δολοφόνος όταν νιώθει πως απειλείται το προσωπικό του σύμπαν.
Η Ευδοκία δίνει την πιο άνιση μάχη της ζωής της, προσπαθώντας να θέσει τους δικούς της αδιαπραγμάτευτους όρους και διατηρώντας την αξιοπρέπειά της.
Ο Στέφανος και ο Αλέξης, απολαμβάνοντας ήδη μία αρμονική ερωτική σχέση και συμβίωση, πορεύονται διεκδικώντας όσα δικαιωματικά τούς αξίζουν.
Ο ανώριμος συναισθηματικά Στάθης διαπιστώνει πως κάθε ασυλλόγιστη πράξη έχει συνέπειες, ενώ η ευτυχία και η εμπιστοσύνη χρειάζονται χρόνο και μόχθο για να χτιστούν, αλλά διαλύονται μέσα σε μια στιγμή.
 
Ένα μυθιστόρημα χειμαρρώδες και ανατρεπτικό που πραγματεύεται, με χιουμοριστική και καυστική ματιά, φλέγοντα ζητήματα όπως την πίστη και την απιστία, την κακοποίηση και τον εκφοβισμό, την αυτοδικία και την ευθανασία, το δικαίωμα στην ευτυχία ανεξαρτήτως φύλου.

Δευτέρα 15 Ιανουαρίου 2024

«ΜΑΜΟΥΣΑ, Η φωνή της σιωπής», του Βασίλη Κασσάρα – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

«ΜΑΜΟΥΣΑ, Η φωνή της σιωπής», του Βασίλη Κασσάρα – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη
Εκδόσεις: Έξη
Σελίδες: 433
Τιμή με έκπτωση: 8,90€
 
          «Γηράσκω αεί διδασκόμενος», είχε πει ένας από τους Επτά Σοφούς της αρχαιότητας, ο νομοθέτης Σόλωνας, και δεν μπορώ παρά να παραδεχτώ πως είχε απόλυτο δίκιο. Παίρνοντας στα χέρια μου το νέο βιβλίο του Βασίλη Κασσάρα, με τίτλο «Μάμουσα, Η φωνή της σιωπής», διαισθάνθηκα ότι κάτι ξεχωριστό μου επιφύλασσε, κάτι ιδιαίτερο που δεν συναντώ πια συχνά στην ελληνική λογοτεχνία. Από τον τίτλο του ακόμα, αυτό το μοναδικό και ασυνήθιστο μυθιστόρημα ξεκίνησε να με «μαθαίνει» λέξεις, έννοιες, αλήθειες και συναισθήματα. Αρχικά, έμαθα ότι «μάμουσα» σημαίνει μαμή, μια λέξη εξ ορισμού συνδεδεμένη με τον ερχομό της νέας ζωής. Ύστερα, έμαθα ότι η σιωπή κάποιες φορές μπορεί να έχει φωνή και, μάλιστα, εκκωφαντική. Στη συνέχεια, έμαθα πως ένας σύγχρονος συγγραφέας μπορεί να συγγράφει στο παρόν, αλλά η γραφή του να αποδεικνύεται ικανή να συναγωνιστεί επάξια εκείνη των παλαιότερων αξιόλογων λογοτεχνών, που αιχμαλώτιζαν τον νου μας με τη γλωσσοπλαστική τους ικανότητα. Αυτά είναι μόνο κάποια λίγα από όσα έμαθα διαβάζοντας αυτό το εξαιρετικό βιβλίο, που θίγει τόσα πολλά και σημαντικά θέματα, ενώ ταυτόχρονα μέσα από την ευρηματική μυθοπλασία του μας θυμίζει την παλιά καλή λογοτεχνία, εκείνη που σπάνια συναντάμε πια στις μέρες μας...
          Σε ένα όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, η Μάμουσα, ή κατά κόσμον Βασιλική, είναι μια νεαρή γυναίκα η οποία επιλέγει την αυτοεξορία της στο Τσιρίγο, τα γνωστά σε όλους μας Κύθηρα. Το παρελθόν δεν στάθηκε γενναιόδωρο ούτε ευγενικό μαζί της. Από πολύ νωρίς, γνώρισε τον ψυχολογικό και σωματικό βιασμό, τον φόβο και την απώλεια, που τελικά την οδήγησαν να διαπράξει ένα έγκλημα επιβεβλημένο· ναι, κάποιες φορές, είναι δυνατόν να χαρακτηριστεί έτσι μια δολοφονία όταν αυτή έχει αποχρώσεις αυτοδικίας ή αυτοάμυνας. Η ηρωίδα μας επιλέγει, λοιπόν, να φύγει μακριά από τον τόπο της –επιδιώκοντας να ξεφύγει από κάθε επώδυνη ανάμνηση και βίωμα του παρελθόντος– και γι’ αυτό ηθελημένα παρουσιάζεται ως μουγκή, «ντύνεται» μια λυτρωτική σιωπή που τη συνοδεύει σε κάθε βήμα της σε αυτήν τη νέα και άγνωστη ζωή που επέβαλε η ίδια στον εαυτό της ως τιμωρία, καλύπτοντας έτσι τις πληγές του παρελθόντος της, που εξακολουθούν να παραμένουν ανεξίτηλες.
          Στον άγνωστο αυτόν τόπο, η νεαρή γυναίκα θα ξεκινήσει τη ζωή της από το μηδέν, προσπαθώντας να συμφιλιωθεί με τους «δαίμονές» της. Στην ανηφορική και γεμάτη εμπόδια πορεία της, η Βασιλική θα βρει αναπάντεχους συνοδοιπόρους που θα γλυκάνουν την ψυχή της ρίχνοντας βάλσαμο στα ανοιχτά τραύματά της –όπως η Ελέσσα, ο Στέλιος, ο παπα-Γιώργης και ο Χασού–, αλλά θα έρθει αντιμέτωπη και με απρόσμενους εχθρούς που αγνοεί πως την επιβουλεύονται, όπως ο Γιάννος. Η πολυπόθητη ευτυχία, η λύτρωση, η εξιλέωση και η αγάπη μοιάζουν με άπιαστο όνειρο, ειδικά για ένα τόσο βασανισμένο πλάσμα, όμως η δύναμη της ψυχής κάποιες φορές μπορεί να ξεπεράσει κάθε εμπόδιο, όσο ανυπέρβλητο και αν μοιάζει.
          Μέσα σε αυτόν τον αδιανόητο «κυκεώνα» των επαναλαμβανόμενων περιστατικών γυναικείας κακοποίησης και γυναικοκτονιών, στον οποίο έχουμε βυθιστεί τα τελευταία χρόνια, ο Βασίλης Κασσάρας προσθέτει το δικό του σημαντικότατο «λιθαράκι» στον επιβεβλημένο αγώνα αφύπνισης των γυναικών. Η εμβληματική ηρωίδα του, η «άλαλη» Βασιλική, ακόμα και αν οδηγήθηκε στην κατακριτέα αφαίρεση μιας ανθρώπινης ζωής, αποδεικνύει «λαλίστατα» πως η γυναικεία ψυχή μπορεί να κρύβει απρόσμενη δύναμη και ανεξάντλητο σθένος, ακόμα και αν έχει αναγκαστεί να υπομείνει τα πάνδεινα. Μας επισημαίνει πως πάντα πρέπει να αναζητάμε δυνατότητα διαφυγής από μια κακοποιητική και βάναυση συμπεριφορά και να μην την υπομένουμε. Πάντα πρέπει να προσπαθούμε να τη σταματήσουμε, ακόμα κι αν δεν μπορέσαμε να την αποτρέψουμε εξαρχής. Πάντα πρέπει να αγωνιζόμαστε να σηκωθούμε και να ξανασταθούμε στα πόδια μας, ακόμα και αν κάποτε αναγκαστήκαμε να γονατίσουμε και να υποταχθούμε. Τέλος, πάντα πρέπει να ψάχνουμε μέσα μας για να αντλήσουμε έστω και τα τελευταία αποθέματα της ψυχικής δύναμης που απαιτείται για να ξεφύγουμε από τα δεσμά μας και να απελευθερωθούμε.
          Ο χαρισματικός συγγραφέας, μέσα από μια γραφή μοναδικά γλαφυρή και παραστατική, μας συμπαρασύρει σε ένα καθηλωτικό αναγνωστικό ταξίδι όχι μόνο στην ελληνική επαρχία των μέσων του 20ου αιώνα, αλλά ταυτόχρονα και σε μια περιπλάνηση στην πολύπλοκη ανθρώπινη ψυχή και στις πιο άγνωστες και σκοτεινές γωνιές της. Την ίδια στιγμή όμως, μας αναγκάζει να αντικρίσουμε κατάματα όχι μόνο τα πιο σκαιά και πρωτόγονα ένστικτα του ανθρώπου, αλλά και την ανεξάντλητη δύναμη που μπορεί να κρύβει μέσα της μια βασανισμένη, εξευτελισμένη και κακοποιημένη ύπαρξη, ώστε να αφήσει για πάντα τα τραύματα του παρελθόντος στη λήθη και να διεκδικήσει την αδιαπραγμάτευτη ευτυχία που αξίζει σε κάθε άνθρωπο. Οφείλω πολλά και θερμά συγχαρητήρια στον εξαίρετο κύριο Κασσάρα για τη συγκλονιστική «Μάμουσά» του, ένα μυθιστόρημα που αξίζει να διαβαστεί από όλους!
 
Υπόθεση Οπισθόφυλλου:
 
«Βάραιναν οι πλάτες της. Ασήκωτες της φαίνονταν και δεν ήταν τα χρόνια της. Νέα πολύ ήταν ακόμα. Πρώιμο κορίτσι θα την έλεγες, άμα την έβλεπες καλύτερα. Αν για λίγο ανασηκωνόταν από το έργο της, να δεις το πρόσωπό της…»
 
Κι όμως, η ιστορία της μεγάλη. Διωγμένη από τις τύψεις και τις ενοχές, για ένα κατ’ ανάγκη έγκλημα, η Βασιλική ζητά καταφύγιο σε έναν νέο τόπο. Κρυμμένη πίσω από τις κουρτίνες της ανωνυμίας, προσπαθεί να βρει μια νέα ταυτότητα στο νησί των Κυθήρων.
 
Όμως, τα σημάδια του παρελθόντος δεν θα φύγουν ποτέ από την ψυχή της. Ο βαρύς της όρκος θα την καταδικάσει στη σιωπή και μέσα από αυτή θα βιώσει όσα θα έρθουν.
 
Θα γίνει η μάμουσα, θα δίνει ζωή και θα προσφέρει απλόχερα, χωρίς να έχει τίποτα. Όσους θα συναντήσει θα τους κάνει φίλους, που θα γίνουν οικογένεια, όμως ο εχθρός πάντα θα παραμονεύει…
 
Γιατί η Μάμουσα γεννήθηκε για τον θάνατο, μα μόνο ζωή μπορεί να δώσει. Γιατί η συγχώρεση είναι η μεγαλύτερη μορφή αγάπης.
 
Βιογραφικό συγγραφέα:
 
Ο Βασίλης Κασσάρας γεννήθηκε το 1974. Μεγάλωσε στη Λιβαδειά Βοιωτίας, ενώ πλέον ζει στην Αθήνα ελπίζοντας κάποτε να μετακομίσει μόνιμα στο νησί των Κυθήρων, όπου περνά τα καλοκαίρια του, εξασκώντας τα δύο πράγματα που από παιδί αγαπούσε: να κάνει όνειρα πλάθοντας δικούς του κόσμους και να τους ενσαρκώνει με τη μεταφορά τους στο χαρτί.
Σπούδασε δημοσιογραφία με εξειδίκευση στο διεθνές ρεπορτάζ και σεναριογραφία. Εργάστηκε τόσο στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο ως ρεπόρτερ, συντάκτης και εκφωνητής ειδήσεων, όσο και στον έντυπο τύπο ως αρθρογράφος, μέχρι που αποφάσισε να αλλάξει τις επαγγελματικές του επιλογές, προκειμένου να αποκτήσει «ζωή», και χρόνο, ώστε να φροντίσει περισσότερο το «παιδί μέσα του».
Έργο του ιδίου: «Μοίρες». Για ποιήματά του έχει λάβει τιμητική διάκριση από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Δευτέρα 11 Σεπτεμβρίου 2023

«ΟΠΟΥ ΕΣΥ ΚΑΙ ΕΓΩ», της Θεώνης Μπριλή – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

 «ΟΠΟΥ ΕΣΥ ΚΑΙ ΕΓΩ», της Θεώνης Μπριλή – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη
Εκδόσεις: Έξη
Σελίδες: 539
Τιμή με έκπτωση: 8,90€
 
         Αν κάποιος μου ζητούσε να χαρακτηρίσω μονάχα με μία λέξη το νέο μυθιστόρημα της Θεώνης Μπριλή με τίτλο «Όπου εσύ και εγώ», που κυκλοφορεί από τις αγαπημένες εκδόσεις Έξη, τότε θα το αποκαλούσα «ανατρεπτικό». Θεωρώ πως ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός αντιπροσωπεύει απόλυτα αυτό το βιβλίο, του οποίου οι ανατροπές ξεκινούν από το εξώφυλλό του ακόμα και σταματούν στις τελευταίες σελίδες του, χωρίς υπερβολή. Ένα τέτοιο πανέμορφο εξώφυλλο –που απεικονίζει κάποιο υπέροχο τοπίο από τη γαλήνια ελβετική εξοχή, ντυμένη στα ζεστά χρώματα του φθινοπώρου–, μόνο κατευναστικά συναισθήματα ηρεμίας, γαλήνης και ισορροπίας θα μπορούσε να μας φέρει στο μυαλό, σωστά; Ε, λοιπόν, δεν μπορώ να σας εκφράσω το πόσο έξω πέφτει κανείς υποθέτοντας κάτι τέτοιο, και εξηγούμαι. Έχοντας πλέον διαβάσει το εξαιρετικό από όλες τις απόψεις μυθιστόρημα της κυρίας Μπριλή, μπορώ να σας διαβεβαιώσω με κάθε ειλικρίνεια πως σε αυτό το βιβλίο τίποτε δεν ήταν όπως το περίμενα, αλλά σαφώς τα πάντα ήταν πολύ καλύτερα από όσο θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ!
          Η κύρια ηρωίδα μας, η νεαρή Όλγα, έχοντας αψηφήσει τα «θέλω», τις προτροπές και τις «κατευθύνσεις» της οικογένειάς της –που είναι στενά συνδεδεμένη, λόγω επαγγελματικής ιδιότητας του πατέρα και της θείας της, με το Σώμα της αστυνομίας–, εγκαθίσταται στη γραφική Ελβετία κάνοντας το όνειρο και το πάθος της πραγματικότητα. Έχει στήσει από το μηδέν ένα εργαστήριο σοκολάτας, όπου φτιάχνει η ίδια μοναδικές πραλίνες, οι οποίες έχουν κερδίσει την αναγνώριση και την εκτίμηση της απαιτητικής –και, όπως είναι γνωστό, με πολύχρονη εμπειρία στη σοκολάτα– ελβετικής πελατείας της. Η δουλειά της Όλγας πηγαίνει από το καλό στο καλύτερο, ενώ η συνεργασία της με μία Ελβετίδα, τη Ζακλίν, της έχει αποφέρει πέρα από μία αναντικατάστατη συνεργάτιδα και μία πολύτιμη φίλη.
      Όλα φαίνονται να βαίνουν καλώς, καθώς η νεαρή γυναίκα βιώνει μία καλοδεχούμενη και ήρεμη καθημερινότητα, μέχρι που μια φαινομενικά αναίτια επίθεση στην επιχείρησή της γυρνάει τον κόσμο της ανάποδα. Κάποιος προσπαθεί να τη βλάψει, διαλύοντας τη βιτρίνα του καταστήματός της, χωρίς εκείνη να γνωρίζει τον λόγο. Ταυτόχρονα, η κατά τα φαινόμενα τυχαία «εισβολή» του Σέργιου στη ζωή της διαταράσσει ακόμα περισσότερο την πολύτιμη ηρεμία της. Αποκεί και πέρα όλα θα αλλάξουν, χωρίς κανείς να μπορεί να προβλέψει την εξέλιξη ούτε τις συνέπειες, που θα αποδειχτούν τραγικές.
        Η συγγραφέας χειρίζεται με εξαιρετική μαεστρία τους πολυπληθείς χαρακτήρες της, εμφυσώντας πνοή ζωής στον καθένα από αυτούς και αποτυπώνοντας τα χαρακτηριστικά και τις συμπεριφορές τους με απόλυτη αληθοφάνεια και συνέπεια, καθιστώντας τους ταυτόχρονα προσιτούς και κατανοητούς σε εμάς τους αναγνώστες. Άλλοι παρουσιάζονται συμπαθείς και καλοπροαίρετοι, οδηγώντας μας στο σημείο να δικαιολογούμε εύκολα και χωρίς δεύτερη σκέψη τις αποφάσεις και τις πράξεις τους, ενώ άλλοι μάς γίνονται αντιπαθείς τόσο γρήγορα ώστε βιαζόμαστε να ρίξουμε επάνω τους το φταίξιμο για όποιο δεινό βρίσκει την ηρωίδα μας και την οικογένειά της. Αν όμως, στην πραγματικότητα, δεν είναι όλα όπως φαίνονται; Αν σκόπιμα η χαρισματική κυρία Μπριλή έχει κατορθώσει να μας «παραπλανήσει», ώστε να επιτύχει στη συνέχεια την απόλυτη ανατροπή και να μας αφήσει άφωνους από την απρόσμενη εξέλιξη της ιστορίας της;
        Αυτό είναι το απαιτητικό «στοίχημα» που επιτυγχάνει να κερδίσει πανηγυρικά η συγγραφέας, με κάθε στοχευμένη αποκάλυψη ενός ακόμα «ψηφιδωτού» της καλοστημένης πλοκής της. Παλιές καταδικασμένες αγάπες έρχονται στο φως διεκδικώντας δικαίωση, όπως και επτασφράγιστα μυστικά του παρελθόντος, που είναι ικανά να ανατρέψουν όλα όσα πίστευε μέχρι πρότινος η καλοπροαίρετη Όλγα. Η αλήθεια για το παρελθόν της οικογένειάς της, για τους πιο κοντινούς της ανθρώπους, όπως και για όσα νέα πρόσωπα εισβάλλουν στην ήσυχη και αδιατάρακτη καθημερινότητά της, είναι ικανά να κλονίσουν την ψυχική ισορροπία ακόμα και του πιο ψύχραιμου ανθρώπου. Η ανυποψίαστη Όλγα θα αναμετρηθεί με τον εαυτό της και με τις δυνάμεις της, με τις μέχρι πρότινος ακλόνητες πεποιθήσεις της, με παλιές βεντέτες που έρχονται στο φως για να τη στοιχειώσουν, αλλά και με τον ίδιο τον έρωτα, που συνήθως δεν συναντάται στα πρόσωπα που είναι αναμενόμενο, αλλά προκύπτει και ανθίζει μέσα από τις πιο απρόσμενες περιστάσεις και δοκιμασίες. Συνειδητοποιεί με τον πιο δύσκολο και επώδυνο τρόπο πως είναι στο χέρι της εάν θα υποκύψει στις βουλές και στα χτυπήματα της Μοίρας ή εάν θα εναντιωθεί και θα παλέψει, προσπαθώντας να διεκδικήσει τη ζωή που της αξίζει πραγματικά.
        Οφείλω πολλά και ολόψυχα συγχαρητήρια στην εξαίρετη Θεώνη Μπριλή για το μυθιστόρημά της «Όπου εσύ και εγώ», που συνδυάζει επιτυχημένα την περιπέτεια με το συναίσθημα, το παρελθόν με το παρόν, τις προκαταλήψεις και την εκδικητικότητα με τη συγχώρεση και την αγάπη, τις τραγικές απώλειες με την άσβεστη ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον. Διαβάστε το, Φίλοι μου, και είμαι βέβαιη ότι θα το απολαύσετε κι εσείς όσο κι εγώ!
 
Υπόθεση Οπισθόφυλλου:
 
Κόντρα στα θέλω της οικογένειάς της, η Όλγα ζει το όνειρό της στην Ελβετία, κάνοντας το πάθος της επάγγελμα. Μοναχοκόρη αστυνομικού, μεγαλωμένη σε ένα προστατευμένο περιβάλλον, δεν είχε βιώσει τραγικές απώλειες.
 
Τα δεδομένα και οι σταθερές της ανατράπηκαν τη στιγμή που εισέβαλε στη ζωή της, φαινομενικά τυχαία, ο Σέργιος. Τόσο θρασύς, παράτολμος, γεμάτος αυτοπεποίθηση και γοητευτικά ωραίος.
 
Έκτοτε τίποτα δεν θα είναι το ίδιο. Η προσωπική τους ιστορία άνοιξε την πόρτα στο παρελθόν. Ένα παρελθόν που αφορά δύο εντελώς διαφορετικούς κόσμους και σημάδεψε για πάντα τις ζωές πολλών ανθρώπων. Η αλήθεια του ενός συγκρούεται με την αλήθεια του άλλου. Μια αλήθεια που είναι μοιρασμένη σε κομμάτια αιχμηρά, θαμμένα στην Κρήτη, στον Πειραιά, στη Γενεύη. Μια οικογενειακή τραγωδία ξετυλίγεται στο παρόν και αναζητά απαντήσεις.
 
Όμως κανείς δεν ξέρει ποιος κινεί τα νήματα… Μέχρι τη στιγμή που θα βρεθούν αντιμέτωποι.
 
Tο σκοτάδι και το φως συναντιούνται, εκείνο μιας θαμμένης αλλά όχι ξεχασμένης βεντέτας, εκείνο μιας αγάπης που τολμά να ανθίσει. Όμως στη μάχη ανάμεσα στην αγάπη και το μίσος δεν υπάρχουν μόνο νικητές και ηττημένοι αλλά και εκείνοι που κατάφεραν έστω και την ύστατη στιγμή να λυτρωθούν.

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2022

«ΦΟΝΙΚΗ ΕΚΔΙΚΗΣΗ», της Μιράντας Καλλιάνου – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

«ΦΟΝΙΚΗ ΕΚΔΙΚΗΣΗ», της Μιράντας Καλλιάνου – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη
Εκδόσεις: Άνεμος
Σελίδες: 306
Τιμή με έκπτωση: 13,80€
 
          Είναι ακλόνητη πεποίθησή μου ότι η αστυνομική λογοτεχνία δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση, αλλά αντίθετα ιδιαίτερα απαιτητική. Θεωρώ πως σε ένα μυθιστόρημα του είδους αυτού θα πρέπει να υπάρχει μια καλοστημένη υπόθεση, οι ένοχοι να μην είναι εύκολα ανιχνεύσιμοι από τους πιο παρατηρητικούς και έμπειρους αναγνώστες και το ενδιαφέρον να διατηρείται αμείωτο μέχρι και την τελευταία σελίδα. Έχοντας διαβάσει αρκετά μυθιστορήματα αυτής της κατηγορίας –και αναγνωρίζοντας ως μοναδική και αδιαφιλονίκητη βασίλισσα του είδους την αξεπέραστη Αγκάθα Κρίστι, παρόλο που υπάρχουν πολλοί άξιοι διάδοχοί της–, δεν αποδέχομαι εύκολα τους νεότερους εκπροσώπους και ίσως εκφράζω μεγαλύτερη δυσπιστία απέναντί τους απ’ όσο χρειάζεται. Όταν όμως ήρθε στα χέρια μου το πρώτο μυθιστόρημα της Μιράντας Καλλιάνου με τίτλο «Φονική εκδίκηση», που κυκλοφορεί από την αγαπημένη Άνεμος Εκδοτική, ομολογώ ότι αναίρεσα αρκετές από τις προκαταλήψεις μου και αποσόβησα πολλούς από τους αρχικούς δισταγμούς μου. Για πρώτη της και αξιοπρεπέστατη συγγραφική απόπειρα, η κ. Καλλιάνου με εντυπωσίασε με την πρωτότυπη υπόθεση και το εξαιρετικό στήσιμό της, τους πολυάριθμους καλοδουλεμένους χαρακτήρες και τις γλαφυρές περιγραφές σκηνικών και καταστάσεων, αλλά και το αδιάκοπο σασπένς μέχρι και την τελική αποκάλυψη. Στο τέλος, η συγγραφέας με κέρδισε απόλυτα με το πρωτόλειο αυτό έργο της, το οποίο δίκαια της εξασφαλίζει μία θέση ανάμεσα στους υπόλοιπους εκπροσώπους του είδους, αφού μας προσφέρει ένα αστυνομικό μυθιστόρημα αξιώσεων.
          Φανταστείτε, λοιπόν, ένα υπέροχο χριστουγεννιάτικο σκηνικό στο γραφικό Μέτσοβο, με τις γύρω βουνοκορφές χιονοσκέπαστες, τις καμινάδες να αχνίζουν ευωδιαστό καπνό από τα τζάκια που καίνε αδιάκοπα και τα πάντα γύρω στολισμένα γιορτινά. Όσοι έχετε επισκεφτεί τον πανέμορφο εκείνον τόπο δεν θα είναι δύσκολο να το καταφέρετε, ενώ προσωπικά διατηρώ πανομοιότυπες αναμνήσεις, αφού είχα την τύχη να το επισκεφτώ την ίδια ακριβώς εποχή. Φέρετε τώρα στο μυαλό σας κι έναν χλιδάτο αλλά παραδοσιακό ξενώνα, κλεισμένο αποκλειστικά από έναν επιφανή και πάμπλουτο επιχειρηματία, τον Λεωνίδα Μαρόγλου, για τις γιορτινές μέρες, μόνο για τον ίδιο και τους οικείους του. Πάνω όμως που αρχίζετε να κάνετε εικόνα αυτήν την ειδυλλιακή γιορτινή ατμόσφαιρα, έρχεται η απρόσμενη και στυγερή δολοφονία του εν λόγω επιχειρηματία για να ταράξει την επίπλαστη θαλπωρή και να φέρει τους αναγνώστες, αλλά και τις αστυνομικές αρχές του τόπου, μαζί με αστυνόμους και ιδιωτικούς ερευνητές από την Αθήνα, αντιμέτωπους με ένα σχεδόν άλυτο πρόβλημα: πώς κατόρθωσε να μπει ο δολοφόνος στο δωμάτιο του Μαρόγλου και να τον μαχαιρώσει μέχρι θανάτου –αφού ο ίδιος είχε κλειδώσει από μέσα την πόρτα του και έξω από το παράθυρό του δεν υπήρχαν καθόλου ίχνη πάνω στο χιόνι–, ενώ οι οικείοι του βρίσκονταν στον ακριβώς από κάτω όροφο, αλλά δεν αντιλήφθηκαν απολύτως τίποτα!
          Έτσι δυναμικά ξεκινάει το καθηλωτικό αστυνομικό βιβλίο της κ. Καλλιάνου και κατά τον ίδιο τρόπο συνεχίζει, παρασύροντάς μας έντεχνα να υποψιαστούμε σχεδόν όλους τους ήρωες –αν εξαιρέσουμε φυσικά τους δύο ντετέκτιβ, τον Ντίνο και τον θείο του Βελισάριο, αλλά και τους αστυνομικούς–, όμως μέχρι το τέλος να μην μπορούμε να πούμε με σιγουριά ποιος τελικά είναι ο ένοχος. Καθώς οι έρευνες εξελίσσονται, αποκαλύπτονται άγνωστα στοιχεία για τις ζωές όλων, αλλά κυρίως για το παρελθόν του ίδιου του θύματος. Μυστικά καλά κρυμμένα για χρόνια έρχονται στο φως, ενώ οι δύο ιδιωτικοί ερευνητές προσπαθούν να ρίξουν φως σε κάθε σκοτεινή πτυχή της πορείας όχι μόνο του δολοφονημένου επιχειρηματία αλλά και όσων τον περιστοίχιζαν. Τα φαινόμενα συχνά απατούν, ενώ οι καταστάσεις ολοένα περιπλέκονται καθώς νέα πρόσωπα έρχονται στο προσκήνιο, για να διαταράξουν ακόμα περισσότερο τις ήδη εύθραυστες ισορροπίες, κάποιες φορές απειλώντας ακόμα και την ίδια τη ζωή των ερευνητών. Ταυτόχρονα, η συγγραφέας ρίχνει άπλετο φως στο παρελθόν κάθε χαρακτήρα ξεχωριστά, αιτιολογώντας πλήρως, ερμηνεύοντας σε βάθος και δικαιολογώντας απόλυτα τις αποφάσεις, τις συμπεριφορές και τις πράξεις του καθενός, έτσι ώστε να μην πλανάται ούτε μία απορία και να μην υπάρχει ούτε ένα κενό στη σφιχτοδεμένη και καλοστημένη πλοκή του βιβλίου της.
          Η «Φονική εκδίκηση» της Μιράντας Καλλιάνου είναι ένα από εκείνα τα καλοδουλεμένα αστυνομικά μυθιστορήματα που μένουν χαραγμένα στη μνήμη μας για πάντα, χωρίς περιττές σοκαριστικές σκηνές φρίκης, αλλά με έντονο σασπένς και μυστήριο αρκετό για να ιντριγκάρει διαρκώς το ενδιαφέρον των αναγνωστών, χαρακτήρες άρτια σκιαγραφημένους που μεταλλάσσονται διαρκώς από θύτες σε θύματα και μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πλοκή που ακόμα και οι πιο έμπειροι αναγνώστες του συγκεκριμένου είδους δεν μπορούν εύκολα να προβλέψουν. Προσωπικά, απόλαυσα την ανάγνωσή του στο έπακρο, ενώ περιμένω με μεγάλη ανυπομονησία το επόμενο πόνημά της –γνωρίζοντας εκ των προτέρων με βεβαιότητα πως δεν πρόκειται να με απογοητεύσει– και σας προτείνω ανεπιφύλακτα να το διαβάσετε κι εσείς, ιδιαίτερα τώρα που οι γιορτινές μέρες πλησιάζουν…!
 
Υπόθεση Οπισθόφυλλου:
 
Παραμονές Χριστουγέννων στο γραφικό χιονοσκέπαστο Μέτσοβο και ένας απομονωμένος παραδοσιακός ξενώνας φαντάζει σαν τον ιδανικό γιορτινό προορισμό για τον επιφανή επιχειρηματία Μαρόγλου και τους οικείους του. Τίποτα, όμως, δεν θα μπορούσε να προετοιμάσει την ολιγομελή και εκλεκτή συντροφιά για όσα τους επιφυλάσσει η Μοίρα ή ένα δαιμόνιο εγκληματικό μυαλό. Το νήμα της ζωής του γνωστού επιχειρηματία κόβεται βίαια και η στυγερή δολοφονία του απαιτεί άμεση διαλεύκανση.
Οι αστυνομικές αρχές βρίσκονται μπροστά σε έναν πολύπλοκο γρίφο και αναζητούν τη βοήθεια των ιδιωτικών ντετέκτιβ στους οποίους είχε απευθυνθεί το θύμα λίγο καιρό πριν από τον θάνατό του. Η υπόθεση περιπλέκεται συνεχώς και το έγκλημα μοιάζει άλυτο, καθώς οι ύποπτοι είναι πολλοί, αλλά τα άλλοθί τους φαίνονται ακλόνητα. Οι σκόρπιες ενδείξεις και τα φαινομενικά ασύνδετα στοιχεία που εντοπίζουν οι ερευνητές οδηγούν σε παρελθόντα γεγονότα και στην αναζήτηση καλά κρυμμένων μυστικών. Οι θύτες εναλλάσσονται διαρκώς με τα θύματα, ενώ το παρελθόν επιστρέφει αμείλικτο για να εκδικηθεί.
 
Ένα αριστοτεχνικά δομημένο αστυνομικό μυθιστόρημα το οποίο καθηλώνει με την πρωτότυπη και καταιγιστική πλοκή, τους άρτια ψυχογραφημένους χαρακτήρες και τις διαρκείς ανατροπές, που καθιστούν αδύνατη την οποιαδήποτε πρόβλεψη μέχρι την τελευταία σελίδα του.

Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2022

«Μαμά, κοίτα, χωρίς χέρια», της Έλενας Ακρίτα – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

«Μαμά, κοίτα, χωρίς χέρια», της Έλενας Ακρίτα – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη
Εκδόσεις: Διόπτρα
Σελίδες: 304
Τιμή με έκπτωση: 14,94€
 
          Η Έλενα Ακρίτα φυσικά και δεν χρειάζεται συστάσεις. Είναι γνωστή με πολλές ιδιότητές της, όπως αυτές της δημοσιογράφου, της αρθρογράφου, της ραδιοφωνικής παραγωγού, της παρουσιάστριας εκπομπών της τηλεόρασης, της σεναριογράφου τηλεοπτικών σειρών, της μεταφράστριας θεατρικών έργων και, βεβαίως, της συγγραφέως. Αν και δεν έχω διαβάσει ακόμα όλα τα βιβλία της –πράγμα που σκοπεύω να κάνω στο μέλλον οπωσδήποτε–, με έχει ήδη κερδίσει η μοναδική πένα της, με το καυστικό χιούμορ, με την ντόμπρα, λιτή και αφτιασίδωτη γραφή, με την ολοζώντανη απεικόνιση της κοινωνίας μας και όλων των στοιχείων που την αποτελούν, καθώς και με την εμβάθυνση στην πολυπλοκότητα των ανθρώπινων σχέσεων. Με το νέο της βιβλίο, που κυκλοφορεί από τις αγαπημένες εκδόσεις Διόπτρα με τίτλο «Μαμά, κοίτα, χωρίς χέρια», η εξαίρετη κυρία Ακρίτα, κατά την ταπεινή μου άποψη, κερδίζει και μία άλλη ιδιότητα: εκείνη της αληθινής και εντυπωσιακά ειλικρινούς προσωπικότητας που δεν διστάζει να μιλήσει για την πολυκύμαντη ζωή της με εντιμότητα και ευθύτητα, χωρίς να ωραιοποιήσει ή να αλλοιώσει κάποια από τα σημαντικότερα γεγονότα που τη σημάδεψαν. Αυτή ίσως είναι και η πιο ουσιαστική ιδιότητα που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος, αφού είναι εξαιρετικά δύσκολο –αν όχι πραγματικά ακατόρθωτο, για τους περισσότερους από εμάς– να κοιτάξουμε τον εαυτό και τη ζωή μας με ειλικρίνεια, χωρίς προκαταλήψεις και μεροληψία, αποδίδοντάς του ακριβοδίκαια «τα του Καίσαρος τω Καίσαρι».
          Η χαρισματική συγγραφέας στο νέο της πόνημα μας εξομολογείται εξαρχής πως «τα πρώτα εξήντα χρόνια είναι δύσκολα. Μετά συνηθίζεις…» και δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω απόλυτα μαζί της. Η ίδια η ζωή είναι μια συνεχής πρόκληση, αφού μας προκαλεί να φτάσουμε και συχνά να ξεπεράσουμε τα όρια και τις αντοχές μας, ενώ ταυτόχρονα είναι και μία διαρκής πρόσκληση, αφού μας προσκαλεί να ζήσουμε όσο χρόνο μάς αναλογεί και να τον αξιοποιήσουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, διεκδικώντας όλα όσα πιστεύουμε πως μας αξίζουν. Μη φανταστείτε ούτε για μια στιγμή πως η συγγραφέας υποστηρίζει ότι η ζωή μας είναι μια πορεία εύκολη ή «αναίμακτη», καθώς τα εμπόδια, οι δυσκολίες και οι αναποδιές δεν έχουν σταματημό· σημασία όμως έχει να μην το βάζουμε κάτω, να μην παραιτούμαστε, αλλά να συνεχίζουμε την προσπάθεια και τον αγώνα μας με όσες δυνάμεις μάς απομένουν.
          Η ιστορία του βιβλίου αυτού –που αποτελεί ουσιαστικά την αυτοβιογραφία της κ. Ακρίτα– ξεκινάει από την αρχή, από τη γέννησή της. Με ματιά ψύχραιμη και ειλικρινής, η συγγραφέας μάς ξεναγεί στο παρελθόν της, στις ρίζες της και την οικογένειά της, διατηρώντας πάντοτε το παροιμιώδες καυστικό της χιούμορ, την εντιμότητα και την απενοχοποίηση στιγμών και γεγονότων που την έκαναν αυτήν που είναι, που διαμόρφωσαν και καθόρισαν την προσωπικότητά της. Γνωστά και άγνωστα γεγονότα, στιγμές άλλοτε αστείες κι άλλοτε συγκινητικές, περνούν μπροστά από τα μάτια μας σαν κινηματογραφική ταινία, αναγκάζοντάς μας να αναπολήσουμε κι εμείς στιγμές και συμβάντα του δικού μας παρελθόντος. Γιατί, ακόμα κι αν οι καταβολές ή οι τοποθεσίες και οι ιδιαίτερες συνθήκες του καθενός μας διαφέρουν, όλοι προερχόμαστε από την ίδια πατρίδα, έχουμε τα ίδια ακούσματα, την ίδια Ιστορία και, αρκετά συχνά, τις ίδιες εμπειρίες, ακόμα και αναμνήσεις. Γεγονότα ιστορικά, αντιλήψεις του παρελθόντος, περασμένες δεκαετίες, που πάντα διατηρούμε ζωντανά στη μνήμη μας, ζωντανεύουν προκαλώντας μας να τα δούμε όλα ξανά με άλλη ματιά, τη σύγχρονη και απενοχοποιημένη ματιά, που ως επί το πλείστον λέει τα πράγματα με το όνομά τους και βάζει τον καθένα στη θέση που του αξίζει. Για παράδειγμα, «αθώα» πειράγματα του παρελθόντος, σήμερα θεωρούνται και είναι σεξουαλική παρενόχληση. Τότε όμως πιθανότατα να τα αποσιωπούσαμε, ίσως να τα ανεχόμασταν ως φυσιολογικά ή ακόμα και κάποιες από εμάς να κολακεύονταν από αυτά, ενώ σήμερα «μπαίνουν» στη θέση που πραγματικά τους αρμόζει και καταδικάζονται απερίφραστα ως ανεπίτρεπτες σεξιστικές παρενοχλήσεις.
          Η συγγραφέας, μέσα από τις σελίδες του νέου βιβλίου της, δεν διστάζει να μας μιλήσει, με τη γνωστή χειμαρρώδη γραφή της, για αρκετές προσωπικές στιγμές της, για ψυχικά τραύματα από μια φαινομενικά ευτυχισμένη και ανέφελη παιδική ηλικία, για τις πρόωρες ανεπανόρθωτες απώλειες που βίωσε και τη στιγμάτισαν, για τους πρώτους έρωτες, για τις δυνατές αγάπες και τις καθοριστικές σχέσεις της ζωής της που κρατούν χρόνια, ακόμα και για τις «αθώες» κατά το παρελθόν εξαρτήσεις της από φαρμακευτικές ουσίες –που τελικά αποδείχτηκαν εξίσου επικίνδυνες με άλλες, αντικειμενικά περισσότερο καταδικαστέες–, αλλά και για την αξιοθαύμαστη δύναμη να παλέψει με όσα την πλήγωσαν και το ανεξάντλητο κουράγιο να κάνει νέες αρχές όποτε αυτό ήταν απαραίτητο.
        Θεωρώ πως η αλήθεια στις μέρες μας –στον επίπλαστο και φτιασιδωμένο κόσμο μας, που έχει γεμίσει από «φίλτρα» κάθε είδους, και όπου το «φαίνεσθαι» συνήθως υπερισχύει του «είναι»– μπορεί να αξιολογηθεί μόνο ως κάτι σπάνιο, πολύτιμο, δυσεύρετο και ανεκτίμητο. Αυτό, λοιπόν, που μου άφησε ως συνολική εντύπωση το νέο εξαιρετικό βιβλίο της κ. Ακρίτα «Μαμά, κοίτα, χωρίς χέρια» είναι η δική της αλήθεια –μία εκ βαθέων εξομολόγησή της, έχοντας κατορθώσει να αποτινάξει από πάνω της ταμπού, προκαταλήψεις και μεροληψίες–, και πιστεύω πως αυτό είναι όντως ό,τι πιο γενναίο μπορεί να πράξει ένας άνθρωπος. Της οφείλω τα ειλικρινή και θερμά μου συγχαρητήρια για μία ακόμα φορά και σας προτρέπω ανεπιφύλακτα να το διαβάσετε, Φίλοι μου!
 
Υπόθεση Οπισθόφυλλου:
 
Δεν ξέρω αν κρατάτε στα χέρια σας ένα καλό ή ένα κακό βιβλίο. Ξέρω μονάχα πως αυτή η εξομολόγηση είναι ό,τι πιο γενναίο έχω κάνει στην ασήμαντη ζωή μου.
Έλενα
«Μαμά, κοίτα, χωρίς χέρια!» φώναξε το κοριτσάκι κι έπεσε από το ποδήλατο. Ξανασηκώθηκε κι έπεσε ξανά. Και ξανά και ξανά. Μέχρι που πέταξε τις βοηθητικές ρόδες και συνέχισε τον δρόμο του.
Έτσι έζησα.
 
Με γρατζουνισμένα γόνατα πορεύτηκα, μεγάλωσα, πένθησα τους αγαπημένους μου, ερωτεύτηκα, γέλασα πολύ, αγάπησα πολύ, δούλεψα σκληρά, πάλεψα χρόνια ολόκληρα με τους δαίμονές μου. Οι απώλειες των παιδικών χρόνων, ο πρόωρος θάνατος του πατέρα μου, η φυλάκιση της μάνας μου στη Χούντα, τα κλάματα και τα τραύματα των παιδικών μου χρόνων με οδήγησαν στην κατάθλιψη, στις άγρυπνες νύχτες και στα υπνωτικά χάπια.
Το βιβλίο αυτό ξεδιπλώνει τις σκοτεινές σελίδες πίσω από μια φαινομενικά λαμπερή ζωή. Πολλές φορές ξεκίνησα κι άλλες τόσες σταμάτησα να το γράφω. Ή θα τα πω όλα ή τίποτα – αποφάσισα. Όσα έκρυψα, όσα φοβήθηκα, για όσα ντράπηκα, θα τα εξομολογηθώ όλα.
 
«Μαμά, κοίτα, χωρίς χέρια!» Έτσι συνεχίζω και σήμερα πάνω στο ξεβαμμένο μου ποδήλατο. Κι όπου με βγάλει... Δεν ξέρω αν κρατάτε στα χέρια σας ένα καλό ή ένα κακό βιβλίο. Ξέρω μονάχα πως αυτή η εξομολόγηση είναι ό,τι πιο γενναίο έχω κάνει στην ασήμαντη ζωή μου.
Έλενα