Ταξίδια Μέσα Από Τη Λογοτεχνία!

Η Λογοτεχνία είναι για μένα ένα "παράθυρο" σε έναν μαγικό κόσμο. Κάθε βιβλίο μας "ταξιδεύει" σε κόσμους πραγματικούς, ή φανταστικούς, τωρινούς, μελλοντικούς, ή παρελθοντικούς. Ένα είναι το μόνο σίγουρο, κάθε βιβλίο που μας ενθουσιάζει, μας εντυπωσιάζει, ή μας μαγεύει θέλουμε να το μοιραστούμε με άλλους φίλους - αναγνώστες. Έτσι κι εγώ, θέλω να μοιραστώ με όλους εσάς όσα βιβλία με ενθουσίασαν και με "γέμισαν" με πρωτόγνωρες ιδέες, εικόνες και συναισθήματα. Σαφώς και η άποψη του κάθε αναγνώστη είναι μοναδική και ένα βιβλίο που εμείς λατρέψαμε μπορεί κάποιος άλλος να το αντιπάθησε, ή ακόμα και να το μίσησε... Μέσα από αυτή την οπτική θεωρώ φρόνιμο να μη σχολιάζω όσα βιβλία δεν με εντυπωσίασαν, ή μου άφησαν αρνητικά συναισθήματα, διότι αυτά είναι απολύτως υποκειμενικά. Δεν θα ήθελα να προκαταλάβω αρνητικά κανέναν αναγνώστη, αποτρέποντάς τον από το να διαβάσει ένα βιβλίο το οποίο, ενδεχομένως, να τον ενθουσιάσει. Κάθε βιβλίο απαιτεί το κατάλληλο περιβάλλον, το υπόβαθρο και την ανάλογη διάθεση για να εκτιμηθεί, οπότε μην αποκλείετε ποτέ τίποτα. Η έκφραση και αποτύπωση της δικής μου γνώμης για κάθε βιβλίο, αλλά και των απόψεων και σχολιασμών άλλων φίλων - αναγνωστών που αναγράφονται στη σχετική κατηγορία, έχουν μοναδικό σκοπό να εκφράσουν το θαυμασμό μας για ορισμένα βιβλία που θεωρούμε άξια λόγου και θέλουμε να γίνουν ευρέως γνωστά, βοηθώντας έτσι τους φίλους - αναγνώστες στην επιλογή του επόμενου βιβλίου που θα διαβάσουν. Πάντοτε με το μεγαλύτερο σεβασμό και θαυμασμό για όλους τους συγγραφείς, που μέσα από τις σελίδες των βιβλίων τους μας "ταξιδεύουν" μακριά από την εκάστοτε πραγματικότητα ή μας βοηθούν να την κατανοήσουμε καλύτερα, αλλά σε κάθε περίπτωση "στολίζουν την ψυχή μας", ένα μεγάλο ευχαριστώ!

Κλειώ Ισ. Τσαλαπάτη

Τρίτη, 31 Μαΐου 2016

«Η ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ ΕΝΟΣ ΒΙΟΛΙΟΥ», του Μιχάλη Μπουναρτζίδη – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

«Η ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ ΕΝΟΣ ΒΙΟΛΙΟΥ», του Μιχάλη Μπουναρτζίδη – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη
Εκδόσεις: Κέδρος
Σελίδες: 496
Τιμή: 14,94 €

            Το έργο του αγαπητού συγγραφέα Μιχάλη Μπουναρτζίδη δεν μου ήταν άγνωστο όταν ξεκίνησα να διαβάζω το νέο του μυθιστόρημα «Η Περιπλάνηση Ενός Βιολιού». Τον είχα ξαναδιαβάσει στο πρώτο του βιβλίο «Μια Προσευχή Για Τις Καινούργιες Πατρίδες». Παρότι με είχε "γοητεύσει" ως αναγνώστρια από τότε, τώρα ομολογώ πως με "κέρδισε" εσαεί. Το νέο του βιβλίο, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος, με αυτό το συγκλονιστικό, αλληγορικό εξώφυλλο το οποίο απεικονίζει τον παράδοξο στρατιώτη πάνω σε ένα τανκ να παίζει το βιολί του εν μέσω μιας βομβαρδισμένης πόλης, προδιαθέτει τον αναγνώστη για ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα και όχι άδικα. Το βιβλίο είναι συγκλονιστικό και, παρά το σχετικά "βαρύ" θέμα του μια και αναφέρεται μέσα από τις ζωές των ηρώων του σε μερικά από τα σημαντικότερα ιστορικά γεγονότα του 20ου αιώνα, είναι δύσκολο να το αφήσει κανείς από τα χέρια του.
            Η περιπλάνησή μας μαζί με τον βασικό ήρωα, τον Θωμά ή Τομάς ή Φαμά – ανάλογα την εθνικότητα όσων τον αποκαλούν με το όνομά του – και το πανταχού παρόν βιολί του να μας κρατά μουσική υπόκρουση, αρχίζει από την Θεσσαλονίκη του 1914. Ο έφηβος ακόμα Θωμάς, ένας από τα πέντε παιδιά του Αλέκο εφέντη, βρίσκει μαζί με την οικογένειά του καταφύγιο στη συνοικία, ή καλύτερα, στον προσφυγικό καταυλισμό του Ζεϊτενλίκ της Σαλονίκης, δηλαδή στη σημερινή Ευκαρπία, μιας πόλης πολύβουης, πολύγλωσσης και πολυεθνικής στο έπακρο εκείνη την εποχή. Ο Αλέκο εφέντης με την οικογένειά του βρίσκει το σθένος, το κουράγιο και την ευρηματικότητα να ξαναστήσει την ζωή όλων τους από την αρχή, εκεί μέσα στον καταυλισμό, μετά από τον βίαιο ξεριζωμό τους από την Φώκαια της Μικρασίας. Ο άνθρωπος είναι ένα έμβιο όν θαυμαστό που προσαρμόζεται σχεδόν σε κάθε αντίξοη συνθήκη ώστε να επιβιώσει, όπως η πλειονότητα των ζωντανών οργανισμών άλλωστε· έτσι και η οικογένεια του Θωμά βρίσκει πρόσφορο έδαφος για να "βυθίσει" τις άδικα αποκομμένες ρίζες της και να ριζώσει εκ νέου σε μία νέα "θετή" μάνα – πατρίδα. Στο πολυπολιτισμικό "χωνευτήρι" της τεράστιας πόλης του ελληνικού Βορρά όλοι χωράνε, χριστιανοί, μουσουλμάνοι, εβραίοι, φραγκολεβαντίνοι, ενώ φυσικό είναι να συγχρωτίζονται μεταξύ τους, θέλοντας και μη.
            Η φτώχεια, όμως, λένε θέλει καλοπέραση κι έτσι σε μιαν απρογραμμάτιστη εκδήλωση στον καταυλισμό των προσφύγων ο δεκαεξάχρονος Θωμάς συναντά για πρώτη φορά τον δεύτερο μεγάλο έρωτα της ζωής του, το βιολί του, το οποίο τότε κατείχε ένας γέρος Μικρασιάτης. Μετά τον θάνατό του το βιολί περνάει στα χέρια του νεαρού συνδέοντας το πεπρωμένο του μαζί του, ενώ τα ιδιαίτερα μαθήματα από την φραγκολεβαντίνα μαντάμ Ζανέτ στον επίδοξο βιρτουόζο του βιολιού Θωμά γίνονται η αφορμή για να γνωρίσει ο έφηβος τον πρώτο και μεγαλύτερο έρωτα της ζωής του, την εβραία, κοκκινομάλλα Ελβίρα. Η ζωή συνεχίζεται για την οικογένεια του Αλέκο εφέντη, μαζί με τα ιστορικά γεγονότα που διαμορφώνουν ολοένα και περισσότερο τις εύθραυστες ισορροπίες και δυνάμεις εν μέσω του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, του Μεγάλου Πολέμου, όπως τον αποκαλούσαν τότε οι άνθρωποι, μην μπορώντας να διανοηθούν ούτε στους πιο φρικτούς εφιάλτες τους ότι σε λίγα χρόνια η μάστιγα του φασισμού θα προκαλούσε έναν δεύτερο, ακόμα μεγαλύτερο και πιο ολέθριο παγκόσμιο πόλεμο.
            Τον Αύγουστο του 1917 ξεσπά η μεγάλη πυρκαγιά στη Σαλονίκη, που αφήνει πίσω της κυριολεκτικά συντρίμμια και αποκαΐδια, ενώ ταυτόχρονα ο έρωτας των δύο νέων φουντώνει ανεξέλεγκτα. Σε λίγο καιρό, το Νοέμβρη του 1918 ο Θωμάς καλείται για στράτευση και αναγκαστικά αποχωρίζεται την απαρηγόρητη αγαπημένη του χωρίς να γνωρίζει εάν και πότε θα την ξανασυναντήσει. Μόνη του συντροφιά το αγαπημένο του βιολί και το αγέρωχο, ανυπότακτο πνεύμα του. Εδώ ξεκινά και η ουσιαστική περιπλάνηση του άντρα με το βιολί σχεδόν σε όλη την Ευρώπη του Μεσοπολέμου, μια Ευρώπη συνεχών αναταραχών, ανακατατάξεων, ζυμώσεων και εξελίξεων που γέννησαν και το αδιανόητο "μικρόβιο" του φασισμού και του μετέπειτα δολοφονικού ναζισμού, που αλλοίωσε και σημάδεψε για πάντα την ελευθερία των λαών και την ορθή κρίση τους.
            Ο συγγραφέας με μία μοναδική, χαρισματική ικανότητα μας ταξιδεύει πότε στις παγωμένες ουκρανικές στέπες και στον φανατισμό του Κόκκινου Στρατού, που κάπου στον δρόμο "αποδύθηκε" τον ρόλο του ελευθερωτή από την τσαρική καταδυνάστευση και "ενδύθηκε" τον κεκαλυμμένο ρόλο του δεσμοφύλακα των νεοσύστατων σοβιέτ· πότε περιπλανιόμαστε στην "μητρόπολη των παθών", το Βερολίνο του Μεσοπολέμου, και την εποχή που "εγκυμονεί" το φίδι του ναζισμού· τέλος, μαζί με τον "ψημένο" και σκληραγωγημένο σωματικά και ψυχικά Θωμά και τον αχώριστο σύντροφό του Ρώσο ταγματάρχη του Κόκκινου Στρατού Μαξίμ, καταλήγουμε στην ταραγμένη Βαρκελώνη του 1936 που σπαράσσεται από τον ισπανικό εμφύλιο και την απόλυτη αναρχία. Εδώ όμως μας περιμένει και η μεγαλύτερη έκπληξη – ανατροπή όλων, αριστοτεχνικά ενορχηστρωμένη από τον Μιχάλη Μπουναρτζίδη και την οποία θα ανακαλύψετε μόνοι σας διαβάζοντας αυτό το πολύ ξεχωριστό βιβλίο.
       Ο συγγραφέας μας προσφέρει ένα ιστορικό μυθιστόρημα αξιώσεων, το οποίο καταπιάνεται με αδιαμφισβήτητα σημαντικές στιγμές – ορόσημα του Μεσοπολέμου τις οποίες αναβιώνουμε μέσα από τα "μάτια" του πολυταξιδεμένου, ανορθόδοξου ήρωά μας, του Θωμά, και όλων όσων συναντά στην περιπλάνησή του αυτός. Είναι ένα μυθιστόρημα γεμάτο αλήθειες που άλλοτε λυτρώνουν και άλλοτε πονάνε βαθιά, Ιστορία από την "καλή" και από την "ανάποδη", έρωτα αληθινό, ασυμβίβαστο, συγκυριακό ή απρόσμενο και, πάνω απ’ όλα, μελωδίες βγαλμένες κατευθείαν από το δοξάρι του υπέροχου και περιπλανώμενου βιολιού του. Πολλά συγχαρητήρια στον Μιχάλη Μπουναρτζίδη και διαβάστε το, Φίλοι μου!

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Ο Αλέκο εφέντης φτάνει απ’ τη Φώκαια της Μικρασίας, το 1914, στη Θεσσαλονίκη με τη γυναίκα και τα πέντε παιδιά του, ανάμεσά τους και τον έφηβο Θωμά.
Η ζωή του Θωμά θα συνδεθεί μ’ ένα βιολί που προέρχεται κι αυτό από τη Μικρασία. Οι δυο τους ανταμώνουν στα χώματα του προσφυγικού καταυλισμού στο Ζεϊτενλίκ, σ’ έναν απρογραμμάτιστο χορό που ξεσήκωσε η γκάιντα κάποιου Θρακιώτη πρόσφυγα. Το βιολί γίνεται η αφορμή για ένα ακόμη αντάμωμα: ο Θωμάς γνωρίζει την Ελβίρα, τη θυγατέρα ενός Εβραίου υφασματέμπορα, στη Σαλονίκη του Διχασμού και της μεγάλης πυρκαγιάς.
Ύστερα από μερικά χρόνια, ο Θωμάς, άντρας πια, και το βιολί συναντιούνται μ’ έναν ταγματάρχη του Κόκκινου Στρατού στις παγωμένες ερημιές της Ουκρανίας, κατά τη διάρκεια του ρωσικού εμφυλίου.
Ο άντρας και το βιολί περιπλανιούνται στην ταραγμένη Ευρώπη του Μεσοπολέμου. Ζουν παρέα στα χαμαιτυπεία του Βερολίνου, της μητρόπολης των παθών, την εποχή της ανόδου των ναζί. Τα γυρίσματα της μοίρας τούς φέρνουν στην αναρχική Βαρκελώνη του 1936, στα χρόνια του ισπανικού εμφυλίου, την ημέρα της κηδείας του Μπουαναβεντούρα Ντουρούτι.
Περίπου τρία χρόνια μετά, η περιπλάνηση συνεχίζεται…»

Σάββατο, 28 Μαΐου 2016

Συνέντευξη με την ΜΑΡΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΥΡΟΥ - Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

Μαρία Κωνσταντούρου
            Πριν από λίγα χρόνια είχα την χαρά και την τιμή να γνωρίσω την αγαπητή κ. Κωνσταντούρου πρώτα προσωπικά και κατόπιν ως συγγραφέα. Οι εντυπώσεις που αποκόμισα και από τις δύο περιστάσεις ήταν οι καλύτερες. Πριν από λίγες μέρες ολοκλήρωσα και την ανάγνωση του ολοκαίνουριου βιβλίου της που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λιβάνη με τίτλο «Η Άγνωστη Δίπλα Μου» και οφείλω να ομολογήσω πως με ενθουσίασε όσο λίγα τον τελευταίο καιρό. Για το συγκεκριμένο βιβλίο θα ακολουθήσει σύντομα εκτενής κριτική μου, ενώ της οφείλω θερμά συγχαρητήρια για την έμπνευσή της καθώς και για την πολύ πρωτότυπη υπόθεση και τον αριστοτεχνικό χειρισμό αυτής. Περιμένω δε, με ιδιαίτερη ανυπομονησία και χαρά να διαβάσω το δικό της κομμάτι σε ένα συλλογικό έργο αφιερωμένο στην αγαπημένη μου γενέτειρα τη Ρόδο! Την ευχαριστώ θερμά για τον χρόνο που διέθεσε απαντώντας το ερωτηματολόγιο των «Φίλων Της Λογοτεχνίας», της εύχομαι κάθε επιτυχία σε όλα της τα πονήματα και ιδιαίτερα στο πιο πρόσφατο και σας προσκαλώ να διαβάσετε τη συνέντευξή της ώστε να γνωρίσετε κι εσείς λίγο καλύτερα την αγαπητή συγγραφέα κ. Μαρία Κωνσταντούρου!

1) Αγαπητή κ. Κωνσταντούρου, μας έχετε ήδη χαρίσει εννέα εξαιρετικά έργα σας, με πιο πρόσφατο το νέο σας μυθιστόρημα που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λιβάνη με τίτλο «Η Άγνωστη Δίπλα Μου». Ποιό ήταν το έναυσμα για την ενασχόλησή σας με τον κόσμο της λογοτεχνίας και το αντικείμενο της συγγραφής;

Μεγάλωσα μέσα σε ένα σπίτι που θα έλεγα πως ξεχείλιζε από βιβλία και έβλεπα τους γονείς μου να διαβάζουν κάθε βράδυ όταν τελείωναν με τις δουλειές τους. Θυμάμαι τον εαυτό μου μικρό κορίτσι να στέκεται με δέος μπροστά στην τεράστια βιβλιοθήκη μας και να χαζεύω τους τίτλους στις ράχες των βιβλίων. Τραβούσα από το ράφι όποιο κέντριζε το ενδιαφέρον μου, κοίταζα το εξώφυλλο και ξεφύλλιζα τις σελίδες του. Στην πέμπτη δημοτικού, κρυφά από τους δικούς μου, πήρα εκείνο που με είχε τραβήξει περισσότερο και, κρύβοντάς το πίσω από τα μαθητικά βιβλία, άρχισα να το διαβάζω. Αυτό ήταν. Ο μαγικός κόσμος της λογοτεχνίας με παρέσυρε στους ονειρικούς ορίζοντές του. Μεγαλώνοντας ονειρευόμουν πόσο όμορφο θα ήταν από αναγνώστρια να γίνω κι εγώ συγγραφέας, ωστόσο ήταν κάτι που πάντα μου φαινόταν απλώς… ευσεβής πόθος. Οι συγγραφείς για μένα ζούσαν σε έναν εντελώς δικό τους, σχεδόν εξαϋλωμένο, κόσμο έχοντας υπερβεί την ανθρώπινη διάστασή τους. Έτσι συμβιβάστηκα με τον τίτλο της μεταφράστριας. Συνεργάστηκα με έναν μεγάλο εκδοτικό και μετέφρασα πάρα πολλά βιβλία, ώσπου στα σαράντα μου μία σαρωτική ανάγκη με έσπρωξε να γράψω ένα δικό μου μυθιστόρημα. Μόνο για μένα. Δεν είχα σκοπό να επιδιώξω την έκδοσή του. Όμως η τύχη το έφερε να πέσει στα χέρια κάποιας γνωστής γνωστού η οποία εργαζόταν σε έναν εκδοτικό οίκο και… Έτσι ξεκίνησαν όλα.

2) Από πού αντλείτε την έμπνευση για κάθε έργο σας και κάθε χαρακτήρα και πόσο δύσκολο είναι να  συγκεντρώσετε τις απαραίτητες πληροφορίες, όταν αυτές απαιτούνται, ώστε να συνδυάσετε τυχόν ιστορικά γεγονότα, τόπους και μυθοπλασία στα βιβλία σας;

Η έμπνευση μπορεί να έρθει από παντού. Από κάποιο περιστατικό που άκουσα, κάποιο γεγονός που έζησα η ίδια, κάποιον προβληματισμό που επιμένει να με απασχολεί, ακόμη και από κάποιο όνειρο που έτυχε να δω το βράδυ. Το οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει έμπνευση. Όσο για τους χαρακτήρες, σε κάθε μου βιβλίο υπάρχουν χαρακτήρες που τους έχω γνωρίσει προσωπικά αλλά υπάρχουν και άλλοι που τους πλάθω με τη φαντασία μου για να εξυπηρετήσουν τη ροή της ιστορίας. Όσο για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζω όταν χρειάζεται να κάνω έρευνα… Θα ομολογήσω πως δυσκολεύομαι πάρα πολύ και αυτό επειδή η μνήμη μου πολλές φορές με προδίδει, οπότε χρειάζεται να ψάξω και να ξαναψάξω, να διαβάσω και να ξαναδιαβάσω, να κρατώ σημειώσεις που για κάποιον άλλον θα φαίνονταν περιττές. Ωστόσο πρέπει να αναφέρω πως το διαδίκτυο έχει διευκολύνει πολύ τα πράγματα, χωρίς όμως να καλύπτει και τη βοήθεια που πολλές φορές προσφέρει μία βιβλιοθήκη.

3) Συνήθως, οι περισσότεροι συγγραφείς είτε έχουν σπουδάσει κάποιο αντικείμενο, είτε ασκούν ως επάγγελμα κάτι εντελώς διαφορετικό από την συγγραφική τους ιδιότητα, αλλά και τις σπουδές τους. Θα θέλατε να μας μιλήσετε σχετικά με αυτό και να μας πείτε πόσο αρμονικός είναι ο συνδυασμός όλων αυτών και κατά πόσο αλληλοεπηρεάζονται οι επιμέρους ιδιότητές σας;

Είναι αλήθεια πως στη χώρα μας κανένας συγγραφέας δεν μπορεί να ζήσει μόνο από τη συγγραφή γι’ αυτό και αναγκάζεται να έχει παράλληλα μία σταθερή δουλειά. Η συγγραφή στην Ελλάδα θεωρείται περισσότερο χόμπι, και οι άνθρωποι που γράφουν το κάνουν πιο πολύ για να ικανοποιήσουν κάποια εσωτερική ανάγκη τους – δεν περιμένουν να εξασφαλίσουν τα προς το ζειν μέσα από τις πωλήσεις των βιβλίων τους. Στο εξωτερικό είναι αλλιώς τα πράγματα. Ο συγγραφέας κερδίζει αρκετά χρήματα ώστε να ζει με άνεση και χωρίς άγχος, έχει ολόκληρη ομάδα που τον βοηθά στις κάθε είδους έρευνες και συνεπώς έχει τόσο τον χρόνο όσο και την ηρεμία ώστε να αφοσιωθεί πλήρως στην τέχνη του. Στην Ελλάδα γνωρίζω ομότεχνους που έχουν αναγκαστεί να κάνουν δουλειές που ο κόσμος δε θα μπορούσε να πιστέψει – από ντίλερ μέχρι οικιακή βοηθό! Φυσικά, ο συνδυασμός αυτός δεν μπορεί να είναι ούτε στο ελάχιστο αρμονικός – όπως το χαρακτηρίσατε – αλλά αυτός είναι και ένας λόγος που τους βγάζω το καπέλο και σέβομαι ιδιαίτερα πολύ το έργο τους. Και για να μιλήσω με βάση την προσωπική μου εμπειρία μιας κι εγώ είμαι αναγκασμένη να έχω μία μόνιμη εργασία για τον επιούσιο, το βρίσκω πολύ δύσκολο να συνδυαστούν αυτά τα δύο. Πριν από την κρίση που εργαζόμουν σε μία μεγάλη εταιρεία με συγκεκριμένα ωράρια ήταν σαφώς πολύ πιο εύκολα τα πράγματα. Ήξερα πως θα σχολάσω κατά τις πέντε και μετά θα είχα όλο το απόγευμα και βράδυ δικά μου για να αφοσιωθώ στο εκάστοτε βιβλίο μου. Όμως τα τελευταία χρόνια που συμβιβάστηκα με δουλειές πολύ ψυχοφθόρες και χωρίς συγκεκριμένο ωράριο έρχονταν στιγμές που πραγματικά υπέφερα. Η κούραση ήταν μεγαλύτερη, το άγχος απερίγραπτο, το βιολογικό μου ρολόι τρελαμένο από τον ελλιπή και ακατάστατο ύπνο, οπότε… Καταλαβαίνετε. Έγραφα κοιτώντας το ρολόι για να μην καθυστερήσω στη δουλειά. Ή δούλευα κοιτώντας πάλι το ρολόι, ανυπομονώντας να γυρίσω στον δικό μου κόσμο. Εκεί που έπιανα το συναίσθημα των ηρώων, εκεί το έχανα. Και εκεί που το μυαλό μου χανόταν στις δυσκολίες της καθημερινότητας, εκεί έπρεπε να καταφέρω να το αδειάσω από όλα τα πρακτικά προβλήματα. Πολύ δύσκολη όλη αυτή η προσπάθεια και πιστεύω πως οι περισσότεροι συγγραφείς αντιμετωπίζουν ανάλογες καταστάσεις.

4) Έχετε συμπεριλάβει ποτέ στα βιβλία σας κάποια προσωπικά σας βιώματα; Πόσο εύκολο, ή επώδυνο ήταν αυτό και πόσο εφικτή ήταν η αντικειμενική προσέγγισή τους συγγραφικά;

Ναι, αρκετές φορές έχω συμπεριλάβει στις ιστορίες μου προσωπικά βιώματα. Πιστεύω πως αυτό είναι αναπόφευκτο. Θεωρώ βέβαιο πως οι συγγραφείς γράφουν με την ψυχή τους όπως λέγεται, συνεπώς είναι αδύνατο η ψυχή μας να μην εκφράσει και πράγματα που την πόνεσαν ή τη χαροποίησαν πολύ. Δεν ξέρω για τους άλλους, εμένα όμως μου ήταν εύκολο και σχεδόν καθόλου επώδυνο. Έμοιαζε περισσότερο με… ψυχοθεραπεία. Και το καλύτερο ήταν πως εγώ λειτουργούσα σαν ψυχολόγος του εαυτού μου, οπότε νομίζω πως ήμουν αρκετά αντικειμενική. Βέβαια, αυτό είναι προσωπική μου γνώμη, ωστόσο ξαναδιαβάζοντας κάποιο βιβλίο μου πιο αποστασιοποιημένα δεν ήρθα αντιμέτωπη με καμιά αμφιβολία.

5) Στα βιβλία σας έχετε καταπιαστεί με πολλά και διαφορετικά θέματα, ενώ στην θεματολογία σας κυρίαρχο ρόλο παίζει η κοινωνία και οι ανθρώπινες σχέσεις. Θεωρείτε, ίσως, ότι η ίδια η ζωή αποτελεί μια σημαντική "πηγή ιδεών" για έναν συγγραφέα;

Σίγουρα. Η ζωή, σε όποια χρονική περίοδο κι αν την ψάξουμε, δίνει άπειρες αφορμές για προβληματισμούς, αναθεωρήσεις και ψυχαναλύσεις. Το είχα αναφέρει και στο πρώτο βιογραφικό μου πως η ζωή μού δίνει καθημερινά ερεθίσματα. Είναι απίστευτα τα σενάρια που παίζονται κάθε τόσο δίπλα μας. Και είναι τρομερό το πόσοι από εμάς γίνονται πρωταγωνιστές σε ιστορίες που θυμίζουν επιστημονική φαντασία. Η ίδια η ζωή είναι έμπνευση, είτε την περιγράφουμε όπως ακριβώς είναι είτε όπως ονειρευόμαστε εμείς να ήταν.

6) Πιστεύετε πως το επιστημονικό υπόβαθρο είναι απαραίτητο για τη συγγραφή ενός βιβλίου, ή αρκεί το έμφυτο συγγραφικό ταλέντο, η φαντασία και οι εμπειρίες του συγγραφέα;

Σίγουρα είναι απαραίτητα το ταλέντο, η φαντασία και οι εμπειρίες ζωής. Αλλά αυτά από μόνα τους δεν είναι αρκετά. Φανταστείτε έναν άνθρωπο μονίμως κλεισμένο μέσα στους τοίχους του σπιτιού του, χωρίς καμία επικοινωνία με τον κόσμο που ζει και αναπνέει έξω από αυτούς. Με το ταλέντο του θα μπορεί ίσως να περιγράψει άψογα μια μοναχική ζωή, κάποιες καταπιεσμένες επιθυμίες και όση ζωή μπορεί να δει έξω από το παράθυρο του. Αλλά μέχρι εκεί. Θα πρέπει κανείς να "ανακατωθεί" με τους ανθρώπους, να μοιραστεί συναισθήματα και εμπειρίες, να απολαύσει στιγμές ευτυχίας και να βιώσει τον πόνο, να "ακούσει" τον παλμό της κοινωνίας, να αποδεχτεί και να παραδεχτεί όνειρα και πόθους για να καταφέρει να αποτυπώσει στο χαρτί την αληθινή ζωή. Όσο για τη φαντασία, θέλει και αυτή εξάσκηση. Και αυτό πιστεύω πως επιτυγχάνεται καλύτερα με το διάβασμα. Εν κατακλείδι, εκτός από τα προσόντα που αναφέρατε, πιστεύω πως ένας συγγραφέας για να εξελιχθεί πρέπει να μελετά, να παρατηρεί και να ονειρεύεται. Α, και να γνωρίζει πώς να χειρίζεται την πλούσια γλώσσα μας.

7) Υπάρχει κάποιο μοτίβο ως προς το πότε σας "επισκέπτεται" η συγγραφική σας  έμπνευση; Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ώρα, διάθεση, ή τόπος ίσως, που να σας προδιαθέτει να γράψετε, ή είναι κάτι που "ρέει" αβίαστα από μέσα σας συνέχεια;

Σίγουρα δεν είναι κάτι που συμβαίνει συνέχεια. Γι’ αυτό και δεν πιέζομαι να δώσω κάθε χρόνο κι από ένα βιβλίο. Στα δεκαέξι χρόνια που είμαι στον χώρο έχουν εκδοθεί εννέα βιβλία μου. Αλλά ούτε και υπάρχουν συγκεκριμένες συνθήκες για να μου έρθει κάποια έμπνευση. Αυτό μπορεί να συμβεί οπουδήποτε και οποτεδήποτε, είτε βρίσκομαι σε ειδυλλιακό τοπίο είτε περιμένω στην ουρά του σούπερ μάρκετ, είτε ακούω κάποια ωραία μελωδία είτε τις φωνές από το διπλανό σπίτι.

8) Όταν ολοκληρώνετε ένα νέο μυθιστόρημά σας αρκείστε στη δική σας μόνο γνώμη και αξιολόγηση, πριν προχωρήσετε στην έκδοσή του, ή αναζητάτε πρώτα την άποψη κάποιου οικείου σας προσώπου του οποίου την κρίση εμπιστεύεστε;

Ίσως από χαρά ίσως και από κάποια δόση ανασφάλειας συνήθισα να συζητώ την ιδέα και τον τρόπο που θα στήσω την ιστορία μου με μια πολύ καλή μου φίλη που είναι και ομότεχνη. Ακούω προσεκτικά τη γνώμη της και όποτε θεωρώ πως έχει δίκιο αναθεωρώ τις σκέψεις μου. Όμως από τη στιγμή που αρχίζω να γράφω χάνομαι στον κόσμο μου και δεν ακούω πια κανέναν. Για μένα υπάρχουν μόνο οι ήρωές μου και τους δίνομαι ολοκληρωτικά. Όταν πια τελειώσω περιμένω με αγωνία τη γνώμη της επιμελήτριάς μου και, αφού εκδοθεί το βιβλίο, η αγωνία μου κορυφώνεται μέχρι να εισπράξω τις απόψεις των πρώτων αναγνωστών.

9) Από τα μυθιστορήματά σας  υπάρχει κάποιο το οποίο ξεχωρίζετε, στο οποίο ίσως έχετε μεγαλύτερη αδυναμία και γιατί; Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για το κάθε βιβλίο σας και, γιατί όχι, την ιστορία "πίσω από την ιστορία" του καθενός;

Νομίζω πως αφενός δε θα μπορέσω να είμαι αντικειμενική και αφετέρου θα επηρεάσω τους αναγνώστες. Όλα μου τα βιβλία τα αγάπησα και τα αγαπώ, παρόλο που τώρα πια η εμπειρία με έχει κάνει πολύ πιο αυστηρή με τα πρώτα μου. Ωστόσο σέβομαι και θαυμάζω την Ελένη από το «Όταν οι γυναίκες τολμούν», θλίβομαι με τις δύο ηρωίδες του «Σκιές στον χρόνο» και ακολουθώ τους πρωταγωνιστές του «Σε βλέπω παντού» στα ταξίδια της ψυχής τους. Βγάζω το καπέλο στον Ανέστη και την Κατερίνα του «Το πολύ δεν είναι πάντα αρκετό» και ζω παράλληλα με τον Άλκη και την Ηλιάνα από το «Χωρίς εσένα – Δεν υπήρξα ποτέ» της Παράλληλης Λογοτεχνίας που γράψαμε με τη Θάλεια Κουνούνη. Βιώνω τον πόνο αλλά και τη λύτρωση, τη δικαίωση και την τιμωρία των ηρώων του «Μια ανάσα μακριά» και κατανοώ βαθιά την Αννέζα μου από το «Ζωή μου εσύ». Αλλά για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, έχω μια ξεχωριστή αδυναμία στις «Αγεφύρωτες Σιωπές» και νιώθω μια ιδιαίτερη  στοργή για την «Άγνωστη δίπλα μου».

10) Η συγγραφέας  Μαρία Κωνσταντούρου  βρίσκει το χρόνο να διαβάζει και για δική της ευχαρίστηση και όχι μόνο για έρευνα πάνω σε κάποιο μελλοντικό βιβλίο της; Εφόσον συμβαίνει αυτό, ποιό είδος λογοτεχνίας προτιμάτε περισσότερο ως αναγνώστρια και γιατί;

Όσο καιρό γράφω δε διαβάζω τίποτα για να μην επηρεάσει είτε τον τρόπο γραφής μου είτε τα συναισθήματά μου. Αλλά με το που θα ολοκληρωθεί το βιβλίο μου αρχίζω διψασμένα την ανάγνωση άλλων. Διαβάζω σχεδόν τα πάντα, ανάλογα με τη διάθεσή μου, αλλά έχω μεγαλύτερη αδυναμία στα κοινωνικά και τις περιπέτειες και καθόλου στα επιστημονικής φαντασίας.

11) Ποιά είναι τα αγαπημένα σας βιβλία και συγγραφείς; Θεωρείτε ότι έχετε δεχθεί επιρροές από κάποιους ομότεχνούς σας, έλληνες ή ξένους, σύγχρονους ή κλασσικούς, στο δικό σας τρόπο γραφής, ύφους ή θεματολογίας;

Είναι πολύ πιθανό να έχω επηρεαστεί από κάποιους συγγραφείς, ιδιαίτερα της εφηβείας μου, ωστόσο δεν μπορώ να απαντήσω συγκεκριμένα. Μάλλον έγινε χωρίς να το συνειδητοποιήσω. Όσο για τους συγγραφείς που μου αρέσουν… Στα νιάτα μου λάτρευα τον Λουντέμη και αρκετά ποιήματα του Σολωμού – χωρίς αυτό να σημαίνει πως με άφηναν αδιάφορη ονόματα όπως του Καζαντζάκη ή του Βενέζη. Από ξένους θυμάμαι πως είχα ιδιαίτερη αδυναμία στους Τσβάιχ, Καμύ, Κρόνιν, Τολστόι και Φρανσουάζ Σαγκάν. Τώρα ίσως οι προτιμήσεις μου να έχουν αλλάξει. Για παράδειγμα, ενώ απόλαυσα το ίδιο τον Καμύ όταν τον ξαναδιάβασα, δεν άντεξα να φτάσω μέχρι το τέλος τον Ντοστογιέφσκι. Δε διαβάζω πια ένα βιβλίο με κριτήριο ποιος το έγραψε αλλά με το πώς θα με κάνει να νιώσω –δεν ξέρω αν γίνομαι κατανοητή.

12) Από την ελληνική και παγκόσμια λογοτεχνία υπάρχει κάποιο βιβλίο το οποίο έχετε λατρέψει,  το οποίο "ζηλεύετε" ως λογοτεχνικό έργο και θα θέλατε, ή ονειρεύεστε να έχετε συγγράψει εσείς;

Μα ναι, υπάρχουν πολλά που έχω λατρέψει είτε για το θέμα τους είτε για τον τρόπο γραφής τους. Κανένα δεν έχω ζηλέψει με την έννοια να το είχα γράψει εγώ. Άλλωστε, αυτό είναι και ένα είδος πρόκλησης. Να γράψω δηλαδή κάτι που δεν έχει ξαναγραφεί, που δεν έχει απασχολήσει άλλοτε κάποιον δημιουργό. Ωστόσο, αν θέλω να είμαι  απόλυτα ειλικρινής, όταν είδα σε επανάληψη το «Νησί» σκέφτηκα για μια στιγμή πως θα ήθελα να είχα ασχοληθεί πρώτη με το θέμα της Σπιναλόγκα και των άρρωστων κατοίκων της.

13) Πιστεύετε πως ο συγγραφέας πρέπει να ταξιδεύει ώστε να έχει κάποια βιώματα από τις χώρες και τις τοποθεσίες τις οποίες, τυχόν, περιγράφει στα βιβλία του και πόσο εφικτό είναι αυτό στην πράξη κατά τη γνώμη σας; Είναι απαραίτητο κάτι τέτοιο, απλά και μόνο, για την "διεύρυνση των οριζόντων" του;

Οπωσδήποτε τα ταξίδια και η επαφή με άγνωστα μέρη θα μπορούσαν να βοηθήσουν λιγότερο ή περισσότερο έναν συγγραφέα. Όμως στην εποχή μας βοηθάει πάρα πολύ το ίντερνετ. Οι περιγραφές αλλά και οι φωτογραφίες που μπορούμε να βρούμε  είναι μεγάλο όπλο στα χέρια μας. Για παράδειγμα, στην Παράλληλη Λογοτεχνία η ηρωίδα μου πήγε σε τόσα μέρη που εγώ δεν έχω επισκεφτεί ποτέ. Κι όμως, βρέθηκαν αναγνώστες που με ρώτησαν περισσότερες λεπτομέρειες γι’ αυτούς τους τόπους, αφού ήταν πεπεισμένοι πως τους γνώριζα από πρώτο χέρι.

14) Θεωρείτε ότι ο συγγραφέας θα πρέπει να ασχολείται με διαφορετικά είδη λογοτεχνίας και να "πειραματίζεται" θεματολογικά, ρισκάροντας το υπάρχον αναγνωστικό του κοινό, ή θα όφειλε να εμμένει στο είδος που τον έχει καθιερώσει;

Ο συγγραφέας θα πρέπει απλώς να είναι αυθόρμητος και ειλικρινής. Το σημαντικό είναι όταν γράφει κάτι να το γράφει επειδή πραγματικά το θέλει, επειδή "του βγαίνει" και όχι να πιέζεται για κάτι συγκεκριμένο. Συνεπώς, όχι, δεν πιστεύω πως πρέπει να εμμένει στο είδος με το οποίο καθιερώθηκε αλλά ούτε και να πειραματίζεται σε διαφορετική θεματογραφία απλά και μόνο για να το κάνει. Αν η έμπνευση και η διάθεσή του τον οδηγούν σε διαφορετικά λογοτεχνικά μονοπάτια, ας τα ακολουθήσει. Ακόμα κι αν υπάρχει φόβος αποτυχίας. Όλοι οι άνθρωποι έχουμε δικαίωμα στην αποτυχία, δε θα μας κρεμάσει κανείς γι’ αυτό. Τα "πρέπει" δένουν το μυαλό μας. Η ψυχή μας πρέπει να είναι ελεύθερη και να μας καθοδηγεί.

15) Πιστεύετε πως οι συγγραφείς οφείλουν να προβληματίζουν τους αναγνώστες "κεντρίζοντας" τη σκέψη τους, ή ο σκοπός των βιβλίων τους θα έπρεπε να είναι καθαρά και μόνο ψυχαγωγικός; Εσείς, ποιά μηνύματα επιδιώκετε να "περάσετε" στους αναγνώστες σας και σε ποιό είδος αναγνωστικού κοινού, συνήθως, απευθύνεστε μέσα από το συγγραφικό έργο σας;

Εμένα προσωπικά μου αρέσει να διακρίνω μηνύματα και προβληματισμούς στα βιβλία που διαβάζω, χωρίς αυτό να σημαίνει πως θα περιφρονήσω ή θα μειώσω τα αμιγώς ψυχαγωγικά. Είναι και θέμα διάθεσης. Κάποιες φορές επιδιώκω να διαβάσω χιουμοριστικό για να ξεφύγω από την ένταση και να περάσω καλά. Το χρειάζομαι και αυτό όπως όλοι μας. Όμως ούτε εδώ θα απαντήσω με κάποιο "πρέπει", αφού ήδη σας είπα πως τα "πρέπει" δε χωρούν στην τέχνη – σε οποιαδήποτε μορφή τέχνης. Το θέμα είναι ο συγγραφέας να γράφει όπως και ό,τι αισθάνεται τη δεδομένη στιγμή και ο αναγνώστης να επιλέγει να διαβάσει αυτό που έχει ανάγκη κάθε φορά. Όσο για τα δικά μου μηνύματα, συνήθως είναι ανθρωπιστικά–κοινωνικά, και όταν γράφω δεν έχω ποτέ στο μυαλό μου κάποια συγκεκριμένη ομάδα αναγνωστών. Ούτως ή άλλως πιστεύω πως τα όσα λέω αφορούν σε όλους όσους ενδιαφέρονται.

16) Θεωρείτε πως η σύγχρονη πραγματικότητα μπορεί να αποτελέσει  πηγή έμπνευσης για ένα συγγραφέα και, ειδικότερα, οι τόσο δύσκολες καταστάσεις που βιώνουμε τελευταία στην πατρίδα μας; Ή μήπως το ζητούμενο από τους αναγνώστες είναι ακριβώς η "φυγή" από αυτήν την ζοφερή πραγματικότητα;

Η έμπνευση ξεφυτρώνει από παντού, ακόμα και από τη σύγχρονη πραγματικότητα, όπως λέτε. Αλλά γιατί να την διαχωρίζουμε; Ναι, είναι αλήθεια πως τα τελευταία χρόνια βιώνουμε όλο και πιο δύσκολες καταστάσεις, όμως πάντα δεν ήταν έτσι; Θυμάστε κάποια εποχή που να ήταν όλα τέλεια; Φτώχια, αρρώστια, δυστυχία, αδικία υπήρχαν ανέκαθεν στον κόσμο, άρα…; Το μυστικό για μένα είναι όταν θα κλείσει ο αναγνώστης ένα βιβλίο να μην του μείνει η πικρή γεύση της απελπισίας. Ο συγγραφέας κουβαλάει μια μεγάλη ευθύνη που δεν πρέπει να ξεχνά: Καλώς ή κακώς επηρεάζει μία μεγάλη μερίδα των αναγνωστών του γι’ αυτό, όσο τραγική κι αν είναι η ιστορία του, δεν πρέπει να ξεχνά να ρίχνει και μια φωτεινή αχτίδα στο όλο σκοτάδι. Να αφήνει μια προοπτική, μία εναλλακτική. Να γλυκαίνει όσο μπορεί ακόμα και το πιο φαρμακερό αγκάθι της ζωής μας. Αυτή είναι η πιο ρεαλιστική αλλά και πιο ωφέλιμη "φυγή".

17) Είχατε κάποιους "ενδοιασμούς" όταν αποφασίσατε να δώσετε το πρώτο σας βιβλίο προς έκδοση; Αγωνιούσατε ως προς την αποδοχή που θα τύχαινε από το αναγνωστικό κοινό; Η θεματολογία των περισσοτέρων βιβλίων σας, πιστεύετε πως παίζει τον δικό της ρόλο στην αποδοχή αυτή;

Όπως προείπα, το ότι βρέθηκε το πρώτο μου βιβλίο στα χέρια κάποιου εκδότη ήταν εντελώς τυχαίο. Εγώ μάλλον δε θα το τολμούσα ποτέ. Αλλά, από τη στιγμή που δόθηκε, θα ήταν ψέμα αν έλεγα πως δεν είχα αγωνία για τη γνώμη των ειδικών. Όσο για την αποδοχή που θα είχε από το αναγνωστικό κοινό, ήταν τόση η χαρά και η ηθική ικανοποίηση που είχα νιώσει όταν έμαθα πως θα έμπαινε στο τυπογραφείο ώστε δε σκεφτόμουν καθόλου τα περαιτέρω. Δεν ήξερα κιόλας τι να σκεφτώ. Ήμουν εντελώς άσχετη με τον χώρο και τόσο σίγουρη πως δε θα προχωρούσα σε έκδοση δεύτερου βιβλίου ώστε προτίμησα να απολαύσω τα σίγουρα συναισθήματα της προσωρινής μου "επιτυχίας". Όσο για την τελευταία σας ερώτηση, δεν ξέρω να απαντήσω με σιγουριά όμως πιστεύω πως εκείνοι που με αποδέχονται το κάνουν περισσότερο για τον τρόπο γραφής μου και την ειλικρινή κατάθεση της ψυχής μου παρά για το ίδιο το θέμα του κάθε βιβλίου μου. Αν κάνω λάθος, θα περιμένω μηνύματά τους για να με διορθώσουν…

18) Εσείς, με  την έως τώρα πείρα σας στον χώρο της συγγραφής, τί θα συμβουλεύατε όλους τους νέους επίδοξους συγγραφείς, που ονειρεύονται να δουν κάποτε ένα βιβλίο τους στις προθήκες των βιβλιοπωλείων και, ιδιαίτερα, εν μέσω αυτής της δύσκολης οικονομικής συγκυρίας;

Είναι αλήθεια πως με τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σαν χώρα αλλά και σαν λαός, μαζί με όλους τους άλλους τομείς έχει επηρεαστεί και ο χώρος των εκδόσεων. Οι οίκοι δε διακινδυνεύουν εύκολα να επενδύσουν σε νέους δημιουργούς και οι απορρίψεις είναι πολύ περισσότερες απ’ ότι παλιότερα. Ωστόσο, αυτό που θα ήθελα να πω στους εν δυνάμει συγγραφείς είναι να μην απογοητεύονται. Να επιμένουν, να διορθώνουν και να βελτιώνουν το έργο τους και να δοκιμάζουν ξανά. Για να πετύχεις τα όνειρά σου χρειάζεται επιμονή, υπομονή και πίστη στις ικανότητες σου. Και αν αυτά τα όνειρά έχουν αξία θα πραγματοποιηθούν κάποια στιγμή. Τελειώνοντας, και ασχέτως με τη σημερινή κατάσταση, ο κάθε συγγραφέας – ανερχόμενος ή ήδη φτασμένος – πρέπει να διαβάζει όσο μπορεί περισσότερο και να κυνηγά εμπειρίες. Να έχει σε επαγρύπνηση όλες τις αισθήσεις του, να "ρουφάει" τη ζωή σε κάθε ευκαιρία.

19) Κλείνοντας και, αφού σας ευχαριστήσω θερμά για την τιμή της παραχώρησης  αυτής της συνέντευξης, θα ήθελα να σας ευχηθώ ολόψυχα καλή επιτυχία σε όλα σας τα βιβλία αλλά, ειδικότερα, στο νέο  μυθιστόρημά σας «Η Άγνωστη Δίπλα Μου», και να σας ρωτήσω για τα άμεσα συγγραφικά σας σχέδια. Τί να περιμένουμε από εσάς στο μέλλον;

Εγώ ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου τόσο για την όμορφη ευχή όσο και για την υπέροχη φιλοξενία που την απόλαυσα πραγματικά. Η ιδέα για το επόμενο βιβλίο μού έχει χτυπήσει την πόρτα από καιρό και το μυαλό μου ήδη «γράφει» την ιστορία. Ωστόσο, για την ώρα τελειώνω το δικό μου κομμάτι σε ένα συλλογικό έργο με κεντρικό θέμα την πανέμορφη Ρόδο, το οποίο θα αποτελέσει τη βάση για μια μεγάλη γιορτή-αφιέρωμα στο μοναδικό νησί του Ήλιου. Περισσότερες λεπτομέρειες προς το τέλος Ιουνίου.

Βιογραφία Μαρίας Κωνσταντούρου:

Γεννήθηκα στην Αθήνα, όμως πάντα νιώθω νησιώτισσα και διατυμπανίζω πως είμαι από τη Χίο, το νησί της μητέρας μου. Οι γονείς μου ήταν δυο υπέροχοι άνθρωποι• το καλύτερο πρότυπο που θα μπορούσα να έχω.
Τα παιδικά μου χρόνια, ανέμελα κι ευτυχισμένα, με εφοδίασαν με τις ωραιότερες αναμνήσεις της ζωής μου. Η περίοδος της εφηβείας μου, γεμάτη υπαρξιακούς προβληματισμούς και αναποτελεσματικές επαναστάσεις, με πέρασε γλυκά κι ανώδυνα στον περίπλοκο κόσμο της αμφισβητούμενης ωριμότητας.
Τα μάτια μου παρέμειναν ίδια, όμως άλλαξε σημαντικά ο τρόπος που κοιτάζουν. Η φωνή μου υπερασπίζεται πάνω κάτω τα ίδια πράγματα, ωστόσο απέκτησε άλλο πάθος και διαφορετική χροιά. Τ’ αφτιά μου, πάντα τεντωμένα, κέρδισαν την ικανότητα να ακούν και όσα αποφεύγουμε –ή και φοβόμαστε– να ομολογήσουμε. Τα χέρια μου αγγίζουν την επιφάνεια, όμως έχουν πια τη δύναμη να αισθάνονται το βάθος των πραγμάτων. Και η γεύση μου έμαθε να ξεχωρίζει την αληθινή νοστιμιά της αλήθειας από την παραπλανητική απόλαυση του ψεύδους.
Τώρα πια μπορεί να ακούγονται ωραία όλ’ αυτά, όμως οφείλω να ομολογήσω ότι πλήρωσα ακριβά τα μαθήματα που με βοήθησαν να περάσω στην τάξη των «μυαλωμένων ενηλίκων», των αξιοσέβαστων «μεγάλων».
Κι είναι πολλές οι φορές που με πιάνει η ακατανίκητη επιθυμία να γυρίσω τον χρόνο πίσω, να ξαναβρεθώ στην αθώα εποχή της ευπιστίας και του ονειροπολήματος...
Μοιραία, κάποια στιγμή άρχισα να γράφω. Στην αρχή ημερολόγιο, έπειτα σκέψεις, αργότερα αναλύσεις συναισθημάτων και συμπεριφορών. Η Έκθεση ήταν το αγαπημένο μου μάθημα κι εγώ η αγαπημένη των φιλολόγων μου. Έκανα όνειρα για μένα κι οι καθηγητές μου στοιχημάτιζαν πάνω μου. Τους έβγαλα ασπροπρόσωπους όταν πέρασα στη Φιλοσοφική, αλλά τους απογοήτευσα οικτρά όταν παράτησα τις σπουδές μου για να παντρευτώ. Ωστόσο, κράτησα πάντα σαν εραστή μου τη λογοτεχνία.
Συνέχισα να γράφω και εργάστηκα ως μεταφράστρια βιβλίων για πάνω από δώδεκα χρόνια. Κι όταν ο γάμος μου τελείωσε, έκανα την κίνηση να αποτυπώσω τις εμπειρίες μου στο χαρτί. Έτσι, δημιουργήθηκε το πρώτο μου μυθιστόρημα, Όταν οι Γυναίκες Τολμούν, κι έτσι βρήκα τον δρόμο που πάντα γύρευα. Μέχρι τότε, δεν πίστευα ότι θα διεκδικούσα ποτέ τον τίτλο του «συγγραφέα», όμως η αγάπη μου για το γράψιμο και τα απίθανα σενάρια που συνθέτει καθημερινά η ίδια η ζωή με παροτρύνουν να μπερδεύομαι κάθε τόσο με τις νεράιδες και τους δράκους, τους όμορφους πρίγκιπες και τις καλοσυνάτες δεσποσύνες των παραμυθιών που συντροφεύουν αέναα και πεισματικά την ενηλικίωσή μας.

Από τις Εκδόσεις Λιβάνη κυκλοφορούν επίσης τα βιβλία της «Όταν οι Γυναίκες Τολμούν» (2009), «Σε Βλέπω Παντού» (2008), «Το Πολύ δεν Είναι Πάντα Αρκετό» (2010), «Σκιές στο Χρόνο» (2010), «Ζωή μου, Εσύ…» (2011), «Αγεφύρωτες Σιωπές» (2013), «Χωρίς Εσένα» (2014) (παράλληλη λογοτεχνία με το βιβλίο «Δεν Υπήρξα Ποτέ» της Θάλειας Κουνούνη), «Μια Ανάσα Μακριά» (2015).

Μπορείτε να επικοινωνήσετε με τη συγγραφέα στους ακόλουθους συνδέσμους:
http://www.facebook.com/mkwnstandourou1
meraki4@yahoo.gr
http://www.facebook.com/groups/496949890351571/

Βιβλιογραφία Μαρίας Κωνσταντούρου:

«Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΔΙΠΛΑ ΜΟΥ»
Εκδόσεις: Λιβάνη (2016)
Σελίδες: 464
Τιμή: 13,50 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«"Όσο μεγαλώνει η ηλικία, τόσο μικραίνουν τα όνειρα.
Το σεντούκι του χρόνου στενεύει και δεν τα χωράει όλα μέσα".
Σοφά λόγια. Αληθινά. Όμως η Μελίνα ήταν νέα ακόμα και το δικό της το σεντούκι ξεχείλιζε από όνειρα. Για να τα πραγματοποιήσει, αποφασίζει να εγκαταλείψει την Αθήνα και όσα την πονούσαν εκεί και να κάνει μια καινούρια αρχή μακριά, σε ένα πανέμορφο ορεινό χωριό της βορειοδυτικής Ελλάδας. Αλλά, όπως κάθε τόπος, έτσι και το Αιθερικό είχε τα δικά του μυστικά, τις δικές του πληγές, τα δικά του φαντάσματα...
Μια παράξενη παρουσία που ο καθένας προσπαθούσε να εξηγήσει σύμφωνα με τους προσωπικούς του ορίζοντες και τις ψυχικές αντοχές του...
Μια δυνατή φιλία που λύγισε κάτω από το βάρος μιας αναπόδεικτης προδοσίας...
Ένα βαρύ μυστικό που καταδικάστηκε σε απροσπέλαστα σκοτάδια... Ένας ξαφνικός θάνατος που ποτέ δε βρήκε τη δικαίωση που του άξιζε...
Και έρωτες... Έρωτες δυνατοί, τρυφεροί, απελπισμένοι, εμμονικοί... Έρωτες που ο καθένας τους ζητούσε τη δική του αχτίδα ήλιου για να ανθίσει στο φως της ζωής...»

«ΜΙΑ ΑΝΑΣΑ ΜΑΚΡΙΑ»
Εκδόσεις: Λιβάνη (2015)
Σελίδες: 448
Τιμή: 16,39 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Η εντεκάχρονη Πιερίνα μεγαλώνει σε μια φτωχογειτονιά της Κέρκυρας. Εγκαταλειμμένη και μόνη. Κανείς δεν της έδειξε πώς να ξεγελάει τη μοίρα της, κανείς δεν της έμαθε πώς να μετράει την απουσία όσων αγαπούσε. Έκλεινε τα μάτια, έπαιρνε βαθιά ανάσα και άφηνε το όνειρο να μικραίνει τις αποστάσεις. Ώσπου μια μέρα τα βήματά της τη φέρνουν μέχρι το Κανόνι, έξω από μια επιβλητική έπαυλη. Ο γιος των ιδιοκτητών, ένα νεαρό και όμορφο αγόρι, την παίρνει υπό την προστασία του και τότε η Πιερίνα καταλαβαίνει ότι το πεπρωμένο τής ορίζει να ζήσει εκεί, μαζί του... Για πάντα...
Αρκετά χρόνια αργότερα, σε ένα όμορφο θέρετρο της Σύρου, η Μαρία, χήρα και άκληρη, διευθύνει με αγάπη και μεράκι τον ξενώνα της. Η ζωή της κυλάει ήρεμα, χωρίς εκπλήξεις, με μοναδική συντροφιά τις αναμνήσεις και τη μοναξιά. Μέχρι που... εκείνο το καλοκαίρι, ανάμεσα στους πελάτες της εμφανίζονται πρόσωπα καινούρια από διαφορετικά σημεία της γης. Όλοι ξένοι μεταξύ τους, άγνωστοι, όμως όλοι άρρηκτα συνδεδεμένοι με ένα κοινό μυστικό...
Κέρκυρα και Σύρος.
Δυο πανέμορφα ελληνικά νησιά, τόσο μακριά το ένα από το άλλο, όπου διαδραματίζεται μια συγκλονιστική όσο και αινιγματική ιστορία αγάπης.
Δυο νησιά, μια ανάσα μακριά, που τα ενώνουν η λύτρωση και η συγγνώμη...»

«ΧΩΡΙΣ ΕΣΕΝΑ»
Εκδόσεις: Λιβάνη (2014)
Σελίδες: 352
Τιμή: 8,87 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Όλα ξεκινούν σε μία έπαυλη με ένα ιδιαίτερο παιχνίδι. Εκείνη δεν περίμενε ποτέ πως ένας άγνωστος θα στοίχειωνε από εδώ και πέρα τη ζωή της. Ο στόχος του αντιμέτωπος με την απόγνωσή της. Οι ζωές τους προχωρούν παράλληλα κι εκείνη κάνει τα πάντα για να τις ενώσει, θα το καταφέρει;
Γιατί όλοι ξέρουμε πως τα παράλληλα δε συναντιούνται ποτέ παρά μόνο όταν τα βλέπεις από μακριά, από μια άλλη οπτική γωνία. Είναι τα φτερά της φαντασίας που το κάνουν αυτό; Είναι ο πόθος για τη συνάντηση;
Κανείς δεν ξέρει. Ίσως πάλι αυτό να μπορεί να το απαντήσει μία γυναίκα που αποφασίζει να χαρίσει λίγο από το άρωμα γαρδένιας που φοράει σε ένα γυμνό και ξεραμένο ευκάλυπτο.
ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟ ΕΜΑΘΕΣ. ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΗΝ ΞΕΡΕΙΣ;
Ένα άλλο βιβλίο σε περιμένει...
Για πρώτη φορά δύο συγγραφείς ενώνουν τις πένες τους δημιουργώντας Παράλληλη Λογοτεχνία και έρχονται για να προσφέρουν στον αναγνώστη το απόλυτο μυστήριο κεντημένο με πάθος και έρωτα.»

«ΑΓΕΦΥΡΩΤΕΣ ΣΙΩΠΕΣ»
Εκδόσεις: Λιβάνη (2013)
Σελίδες: 400
Τιμή: 8,36 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Ένα μυστικό που το ξέρουν δύο παύει να είναι μυστικό...
Πόσο βαρύ είναι για ένα πληγωμένο παιδί το δικό του μυστικό; Πόσο απάνθρωπο είναι το μυστικό ενός εγκληματία; Πόση αγάπη κρύβει το μυστικό ενός ερωτευμένου; Πόσο αιώνια είναι τα σκοτεινά μυστικά που κρύβονται στην καρδιά μιας γέφυρας;
Μια τραγική ιστορία του 17ου αιώνα ξετυλίγεται δίπλα στις όχθες του ποταμού Άραχθου και αφήνει μέσα από τους ήρωές της να ζωντανέψει ο θρύλος του γεφυριού της Άρτας. Παράλληλα, μια ιστορία του σήμερα, με ήρωες που δε φαίνεται να διαφέρουν, αντίθετα μοιάζουν να κουβαλούν μαζί τους τον ίδιο πόνο, την ίδια αγάπη, τα ίδια λάθη, τα ίδια μυστικά... Κι όλα αυτά αγκιστρωμένα πάνω σε παιδικές ψυχές
που πληγώθηκαν και δε μεγάλωσαν ποτέ. Κι αυτές που το κατάφεραν, ήταν μόνο για να πληγώσουν με τη σειρά τους, παίρνοντας έτσι τη δική τους εκδίκηση που -τι ειρωνεία!- δεν κατόρθωσε ποτέ να τους χαρίσει ούτε την ευτυχία που στερήθηκαν, αλλά ούτε τη λύτρωση που αναζητούσαν…»

«ΖΩΗ ΜΟΥ, ΕΣΥ…»
Εκδόσεις: Λιβάνη (2011)
Σελίδες: 448
Τιμή: 11,46 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Ο χρόνος κυλά, τα δευτερόλεπτα τρέχουν και η ζωή... συνεχίζεται. Πάντα! Με ήλιο ή με βροχή, με γέλιο ή με δάκρυ, με κάποιους να φεύγουν και με άλλους να έρχονται, η ζωή παίρνει τις μοίρες αγκαλιά και συνεχίζει το ταξίδι... Εγώ είμαι η Αννέζα και στη ζωή μου δεν έλειψαν τα βάσανα, τα δάκρυα κι ο θάνατος. Όσοι βρέθηκαν στο δρόμο μου ρούφηξαν όλη μου την ενέργεια και μάδησαν όλα τα φύλλα της ψυχής μου. Όμως, παρά τα τόσα χρόνια που είμαι σ' αυτή τη γη, δε δέχομαι να καθορίσει κανείς και τίποτα τη ζωή μου. Υπήρξαν φορές που έχασα τον έλεγχο του τιμονιού. Υπήρξαν φορές που το πηδάλιο της ζωής μου το πήραν στα χέρια τους άλλοι. Ωστόσο η καπετάνισσα είμαι πάντα εγώ και εγώ είμαι εκείνη που θα χαράζει πάντα την πορεία... Αυτή που εγώ ήθελα πάντα να ακολουθήσω. Η δική μου η ζωή είναι τα ανέμελα χρόνια της νιότης μου... Οι πέντε μέρες του έρωτά μου... Η καλοσύνη της Ρηνιώς και η αγάπη της Ειρήνης... Το λουλούδι που άνθισε έπειτα από μισό αιώνα στο ραγισμένο γλαστράκι... Το βλέμμα που κρύβει μια παλιά φωτογραφία... Καμιά φορά όταν την κοιτάζω, νιώθω πως υπάρχει ακόμη μέσα μου λίγη ψυχή. Καμιά φορά όταν την κοιτάζω, τη χαϊδεύω και ψιθυρίζω: "Ζωή μου, εσύ..."»

«ΣΚΙΕΣ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ»
Εκδόσεις: Λιβάνη (2010)
Σελίδες: 288
Τιμή: 11,26 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Έρωτας, γάμος, η γοητεία του απαγορευμένου, παιδιά, καριέρα, η αγκαλιά εκείνου που ελευθερώνει την καρδιά τους. Κι ένα παρελθόν γεμάτο απογοητεύσεις που γονατίζουν: χωρισμοί, ορφάνια, ταπείνωση, βάναυση κακοποίηση. Γυναίκες που αναζητούν τον εαυτό τους, την αποδοχή, τη δικαίωση, την ολοκλήρωση του "είναι" τους. Μια ζωή γεμάτη αγώνες, μια ζωή γεμάτη πάλη για ψήγματα ευτυχίας. Κι οι άνθρωποι που χρωμάτισαν τη ζωή τους, οι άνθρωποι που μάτωσαν την ψυχή τους, σύζυγοι κι εραστές, "Σκιές στο χρόνο", που άφησαν βαθιά αποτυπώματα στην καρδιά τους, αλλά όμως τις έμαθαν να κοιτάζουν κατάματα τον ήλιο και να κάνουν "όνειρα" για το αύριο. Ένα αύριο όπως οι ίδιες το επέλεξαν - δίχως ανώφελο πόνο και βαριές σκιές.»

«ΤΟ ΠΟΛΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΑΡΚΕΤΟ»
Εκδόσεις: Λιβάνη (2010)
Σελίδες: 304

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«"Η νεανική ομορφιά του Άκη είχε νικήσει την ψυχική γοητεία του Ανέστη και η εκθαμβωτική Νεφέλη είχε υποσκελίσει τη χαρισματική αδερφή της. Για χρόνια ατελείωτα θαύμαζε την αστραφτερή επιφάνεια και δεν έκανε τον κόπο ν' αναζητήσει αυτό που κρυβόταν στο βάθος, χάνοντας έτσι την πραγματική αξία των ανθρώπων, αλλά και της ίδιας της ζωής. Γιατί; Ίσως επειδή, όπως είχε διαβάσει κάποτε σ' ένα από τα βιβλία του άντρα της, το ουσιαστικό είναι αόρατο στο μάτι".»





«ΟΤΑΝ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΛΜΟΥΝ»
Εκδόσεις: Λιβάνη (2009)
Σελίδες: 321

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Έκλεισα τα μάτια κι άφησα το μυαλό μου να ταξιδέψει στην κλεψύδρα του χρόνου. Εικόνες από τη ζωή μου πέρασαν μπροστά από τα μάτια μου: ο γάμος μου, οι καβγάδες, οι γέννες, ο αγώνας μου να μεγαλώσω τα παιδιά μου, η μοναξιά μου. . . Προσπάθησα να διακρίνω κάποιες εικόνες από το μέλλον. Τίποτα! Ένα μαύρο χρώμα σαν καμένο φιλμ. Και δάκρυα. Τι είχα καταφέρει; Και τι μπορούσα να περιμένω από την υπόλοιπη ζωή μου; Μόνο αβεβαιότητα, μοναξιά και συμβιβασμούς. Ήμουν μόνη. Κι έπρεπε να τολμήσω. Να πραγματοποιήσω τα όνειρά μου. Να ψάξω το μεγαλείο της αγάπης και να κάνω την κάθε μου μέρα μέρα χαράς.»






«ΣΕ ΒΛΕΠΩ ΠΑΝΤΟΥ»
Εκδόσεις: Λιβάνη (2008)
Σελίδες: 552

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Πρόσωπα γυναικεία, σύγχρονα, που ζουν δίπλα μας. Γυναίκες που παλεύουν καθημερινά με τα συναισθήματα, τα βιώματα και τη μοναξιά τους. Γυναίκες που φοβούνται να αφεθούν, να ονειρευτούν, να ζήσουν... (...) Πρόσωπα που ακολουθούν διαφορετικά μονοπάτια με έναν κοινό προορισμό: την αγάπη, την αποδοχή, την ίδια τη ζωή...» 

Παρασκευή, 27 Μαΐου 2016

«ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΝΟΜΠΕΛ – Μια Αληθινή Ιστορία», του Κώστα Αρκουδέα – Γράφει η φιλόλογος-ψυχολόγος Έφη Μπουκουβάλα – Κλώντζα

«ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΝΟΜΠΕΛ – Μια Αληθινή Ιστορία», του Κώστα Αρκουδέα – Γράφει η φιλόλογος-ψυχολόγος Έφη Μπουκουβάλα – Κλώντζα
Εκδόσεις: Καστανιώτη
Σελίδες: 576
Τιμή: 17,17 €

«Το Νόμπελ της καρδιάς μας»

«Ο δημιουργός παλεύει με ουσία σκληρή, αόρατη, ανώτερη του»,  γράφει στο κύκνειο άσμα του, στη μυθιστορηματική  αυτοβιογραφία του, «Αναφορά στον Γκρέκο», ο Νίκος Καζαντζάκης.
            Ισόβιος αγώνας και ασίγαστη αγωνία του δημιουργού να προσδώσει μορφή στην άυλη ιδέα. Ζεύοντας  στη δούλεψή του, δαμάζοντας τα 24 μολυβένια στρατιωτάκια, να σμιλέψει την ακατέργαστη ύλη, να τη λαξέψει, να την μετουσιώσει σε πνεύμα, να μεταλλάξει το πηχτό έσω σκοτάδι σε φως. Αφοσιωμένος, απόλυτα εστιασμένος στο έργο, πασχίζει  ο πνευματικός εργάτης να ανιχνεύσει κάτω από την κρούστα, την επιδερμίδα, το επικαιρικό περίβλημα των πραγμάτων, μιαν ουσία πυρηνική, αιώνια, ακατάλυτη στον διάβα του χρόνου. Αέναος άθλος, που η ουσία του αποτυπώνεται εναργέστατα στην παραστατικότατη ποιητική αυτοπεριγραφή που ακολουθεί, συντεθειμένη από σύμβολα προσφιλή στον  Καζαντζάκη: «Είμαι σαν ένας μεταξοσκώληκας» γράφει ο Καζαντζάκης στον στενό φίλο του, ποιητή Άγγελο Σικελιανό,  από το Ηράκλειο το 1924,  «που έφαγε όλα τα φύλλα της μουριάς που του αναλογούσαν, τα μετέτρεψε σε μετάξι και τώρα κουνάει το κεφάλι του δεξιά ζερβά, και ξετυλίγει από το σπλάχνο του και στερεώνει στον αέρα την πολύτιμη ουσία.»
            Χαρακτηριστική τάση ενός άλλου μεταξοσκώληκα, του Κώστα Αρκουδέα, αποτελεί η περιδιάβαση σε διαφορετική περιοχή της λογοτεχνίας με κάθε νέο του βιβλίο. Έχει περιηγηθεί στο ιστορικό μυθιστόρημα, επιστημονικό νουάρ, παιδικό, διήγημα, νουβέλα, παραμύθι. Με την τελευταία συγγραφική δουλειά του πραγματοποιεί στροφή από τη μυθοπλασία στο ντοκουμέντο, στον δοκιμιακό λόγο, στη λογοτεχνική, μυθιστορηματική τεκμηριωμένη πραγματεία, στην τεκμηριωτική πεζογραφία. Πρόκειται για γοητευτικό είδος γραφής, που  συμβάλλει στην πολυπρισματική θεώρηση και στον  ολόπλευρο φωτισμό ενός θέματος που έως τώρα έχει παραμείνει στο ημίφως ή στο σκοτάδι.
Θεματικός πυρήνας του έργου η υπόθεση ενός χαμένου για τα ελληνικά γράμματα Νόμπελ, το χρονικό μιας πραγματικής ιστορίας, της υποψηφιότητας του Νίκου Καζαντζάκη, κατά τη δεκαετία 1946 ως 1957 για το Νόμπελ λογοτεχνίας. Το διεθνώς αναγνωρισμένο βραβείο θεωρείται ότι εξασφαλίζει στον διακριθέντα μια θέση στο πάνθεον των αθανάτων.             Όπως αναφέρει ο συγγραφέας: «Η συμβολική αξία του Νόμπελ είναι ανυπολόγιστη, τόσο για εκείνον που βραβεύεται όσο και για τη χώρα που εκπροσωπεί. Στο πρόσωπό του αναγνωρίζεται η καλλιτεχνική παράδοση της χώρας του, η οποία με τον τρόπο αυτό τονώνει την αυτοπεποίθησή της και ανεβάζει τις μετοχές της στο λογοτεχνικό χρηματιστήριο, ανοίγοντας παράλληλα τον δρόμο στους νεότερους δημιουργούς.»
            Για όλους αυτούς τους λόγους,  καθώς και από  αδήριτη, προαιώνια ανάγκη κάθε δημιουργού να αφήσει τα απέθαντα, ανεξίτηλα χνάρια του στον αέναο χρόνο, ο Νίκος Καζαντζάκης, μεταξύ άλλων Ελλήνων λογοτεχνών, επιδίωξε με όλες του τις δυνάμεις την κατάκτησή του. Η υποψηφιότητά του, ωστόσο,  προκάλεσε εμφύλιο πόλεμο στον χώρο των ιδεών, συσπειρώνοντας συντονισμένα εναντίον του το αρτηριοσκληρωτικό, συντηρητικό κατεστημένο της εποχής, εκκλησιαστικό, πολιτικό και ακαδημαϊκό, το οποίο αναγνωρίζει στο πρόσωπο του Κρητικού συγγραφέα μια φοβερή απειλή, έναν από τους μεγαλύτερους εχθρούς του, έναν υπαρκτό δημόσιο κίνδυνο και του προσάπτει τις κατηγορίες του άθεου, του κομμουνιστή και του διαφθορέα των νέων, κηρύσσοντάς τον κυριολεκτικά υπό διωγμόν. Εναντίον του επιστρατεύονται όλα τα μέσα, θεμιτά και αθέμιτα, προκειμένου να αποφευχθεί η βράβευσή του, όποτε η πλάστιγγα της Σουηδικής Ακαδημίας έδειχνε να γέρνει προς το μέρος του.
Ο Κώστας Αρκουδέας ανασύρει οδηγία του Υπουργείου Παιδείας προς την Ακαδημία Αθηνών, στις 11 Ιουνίου του ’46, χρονιά που συζητούνταν το ενδεχόμενο κοινής υποψηφιότητας για Νόμπελ των Καζαντζάκη και Σικελιανού. Στο σχετικό έγγραφο δηλωνόταν ξεκάθαρα ότι το πρόσωπο που θα προτεινόταν από ελληνικής πλευράς επισήμως, πέρα από το πνευματικό του έργο, έπρεπε να τυγχάνει "γενικής αναγνωρίσεως" και "δια την εθνικήν του αντίληψιν": «…πρόσωπον αντάξιον καθ’ όλα της τιμητικής ταύτης υποψηφιότητος και απολαύον της γενικής αναγνωρίσεως, τόσον διά το πνευματικόν έργον του, όσον και διά την εθνικήν του αντίληψιν.»
            Η Ακαδημία Αθηνών υπάκουσε στα κυβερνητικά κελεύσματα, παραγνωρίζοντας ενδεχομένως την αισθητική αξία λογοτεχνικών έργων υψηλής ποιότητας, επειδή ο δημιουργός τους δεν έφερε την εθνικόφρονα βούλα, ως σφραγίδα γνησιότητας και εγγύησης. Οι  παρεμβάσεις της Ακαδημίας Αθηνών, αλλά και της επίσημης ελληνικής πολιτείας εν κρυπτώ θα επεκταθούν και εκτός Ελλάδας, προς τη Σουηδική Ακαδημία τη δεκαετία που θα ακολουθήσει,  γεγονός που «θα παραμείνει ένα πνευματικό αίσχος για τους νεοέλληνες», όπως έγραψε ο – ενημερωμένος από έγκυρες πηγές σχετικά με το παρασκήνιο – Καζαντζάκης, εκφράζοντας την πίκρα του στον επιστήθιο φίλο του Παντελή Πρεβελάκη. Ξεκάθαρη εντολή από ελληνικής πλευράς προς τη Σουηδική Ακαδημία: «…να μη δοθεί το βραβείο Νόμπελ σε ριζοσπαστικούς Έλληνες, γιατί κάτι τέτοιο θα’ ναι βλαβερό για την ειρηνική πολιτική των Αγγλοσαξόνων».
Πνευματικός εμφύλιος πόλεμος ακήρυχτος που βαθαίνει την πληγή του εμφύλιου σπαραγμού των όπλων, με την οποία συμπίπτει χρονικά. Η  εμφύλια έριδα, ο φατριασμός, ο διχασμός, αυτό το αρχέγονο ανεπούλωτο τραύμα της ράτσας μας, το στίγμα του Κάιν, που μας ακολουθεί σαν κατάρα, σαν προπατορικό αμάρτημα. «Θέλει, λέει, να ’ναι λεύτερος. Σκοτώστε τον!», αντλούμε χαρακτηριστικά από τους  «Αδελφοφάδες» του Καζαντζάκη, φράση πασίδηλα αυτοαναφορική.
Η πνευματική πραγματικότητα, ως γνωστόν, δεν λαμβάνει χώρα σε κοινωνικό κενό, σε πολιτικά ανενεργό χώρο, αντίθετα εύλογα  αναπαριστά το ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι. Πνευματική και πολιτική πραγματικότητα διαπλέκονται αξεδιάλυτα ανατροφοδοτούμενες αμοιβαία, ως συγκοινωνούντα δοχεία, οπότε οι ίντριγκες, οι δολοπλοκίες, οι μηχανορραφίες, οι διαξιφισμοί, ολόκληρο το παρασκήνιο της εμφύλιας πνευματικής έριδας για αποτροπή της βράβευσης του Νίκου Καζαντζάκη εγγράφεται στο ιστορικοκοινωνικό πλαίσιο που την παράγει. Στα ταραγμένα, πέτρινα χρόνια, της εμφυλιακής και μετεμφυλιακής Ελλάδας, όπου γράφονται επονείδιστες σελίδες  της σύγχρονης Ιστορίας μας, κηλιδωμένες από νωπό αδελφικό αίμα. Υπό το κράτος οξυμμένων πνευμάτων και εξημμένων παθών, μέσα σε κλίμα  φόβου, πόλωσης,  φανατισμού, ακροτήτων, μέσα στην ατμόσφαιρα της φρίκης του καθημερινού θανάτου, όπου άνισοι, ασύμμετροι συσχετισμοί δυνάμεων επιβάλλουν το άσπρο – μαύρο, χωρίς ενδιάμεσες αποχρώσεις από τη νηφάλια σύνθεση,  από τον συγκερασμό των αντιθέσεων. Σε μια τέτοια τεταμένη ατμόσφαιρα η  ανθρωπιστική καζαντζάκεια κραυγή, που αγωνιά να ανυψώσει τον άνθρωπο από τη χαμέρπεια και τον εκπεσμό του σε κτήνος, ηχεί  αιρετική, ύποπτη, λίαν επικίνδυνη και βάλλεται πανταχόθεν.
« Αν απαντούμε στο μίσος με το μίσος, ποτέ δε θα σβήσει από τον κόσμο το μίσος».
«…θα φτάσει σίγουρα η μέρα της τέλειας φίλιωσης, δηλαδή της αναγνώρισης και του αντιπάλου και της λεύτερης συμμετοχής του στη μεγάλη σύνθεση, που τη λένε κόσμο, πάει να πει αρμονία ».
            Έτσι, γύρω από τον άξονα του Νόμπελ, με όχημα την πνευματική εμφύλια διαμάχη γύρω από την άκαρπη εν τέλει διεκδίκηση του διεθνώς αναγνωρισμένου βραβείου λογοτεχνίας από τον Καζαντζάκη, σε ένα πρώτο επίπεδο, παρακολουθούμε τη γλαφυρή εξιστόρηση της διαδρομής του κορυφαίου Έλληνα πνευματικού δημιουργού, των σημαντικών  σταθμών της ζωής του, των περιπετειών του προσωπικού βίου και της  πνευματικής του οδύσσειας. Γινόμαστε μάρτυρες του αγώνα και της αγωνίας του. Μέσα από πολυφωνική, πολυπρισματική θεώρηση που μας επιτρέπουν η αλληλογραφία, αποσπάσματα από τα έργα του, οι βιογράφοι του, αλλά και οι μαρτυρίες στενών συνεργατών, φίλων, αγαπημένων προσώπων, αλλά και του απλού λαού σκιαγραφείται και φωτίζεται ολόπλευρα η προσωπικότητα του Κρητικού συγγραφέα.
Ταυτόχρονα,  σε ένα δεύτερο επίπεδο αναβιώνει η  πολυσύνθετη ιστορικο – κοινωνική ατμόσφαιρα μιας εποχής. Συντίθεται το πολιτικο – κοινωνικο – λογοτεχνικό  ψηφιδωτό της εμφυλιακής και μετεμφυλιακής Ελλάδας.
            Έτσι το ειδικό εντάσσεται στο γενικό και μαζί με την υπόθεση του χαμένου βραβείου Νόμπελ για τα ελληνικά γράμματα έχουμε το παράλληλο αφήγημα μιας πολυδαίδαλης όσο και οδυνηρής εποχής, της οδύσσειας του πνευματικού και πολιτικού κόσμου της Ελλάδας που διήλθε μέσα από τις συμπληγάδες των αντιθέσεων και διαμόρφωσε τις συνθήκες των ημερών μας.
            «Το Χαμένο Νόμπελ» πέφτει ως απροσδόκητο, μη αναμενόμενο βότσαλο στη λίμνη της ατάραχης, ανυποψίαστης συνείδησής μας, διαγράφοντας ομόκεντρους κύκλους γύρω από αυτόν τον κεντρικό θεματικό άξονα, που όλο και ξεμακραίνουν, αλαργεύουν, καλύπτοντας τομείς πέραν της λογοτεχνίας, όπως η Ιστορία και η πολιτική, ενώ ταυτόχρονα απλώνονται στον χώρο και στον χρόνο, συνθέτοντας την ιστορική, πολιτικοκοινωνική και  λογοτεχνική πραγματικότητα, όχι μόνο της εμφυλιακής/μετεμφυλιακής Ελλάδας, αλλά ολόκληρου του 20ού αιώνα, καθώς αγκαλιάζει ό, τι σημαντικό συνέβαινε τότε στην εγχώρια και τη διεθνή πνευματική σκηνή. Έτσι, στο βιβλίο αυτό  παρελαύνουν προσωπικότητες όπως οι  Παλαμάς,  Καβάφης,  Παπαδιαμάντης,  Σικελιανός,  Σεφέρης,  Ελύτης, Ρίτσος, αλλά και διάσημοι νομπελίστες όπως οι, Έσσε, Ζιντ, Έλιοτ, Χέμινγουεϊ, Καμύ.
            Εμβληματικές μορφές της παγκόσμιας διανόησης και των γραμμάτων που κατέκτησαν ή όχι το Νόμπελ λογοτεχνίας, με τη ζωή και το έργο τους εύληπτα παρουσιασμένα, από την αφηγηματική δεξιότητα του δημιουργού, ο οποίος έχει διυλίσει και μας προσφέρει το απόσταγμα της πνευματικής παραγωγής τους, την πεμπτουσία, με διεισδυτικό κριτικό πνεύμα και λογοτεχνικότητα ύφους που γοητεύει, παρασύρει και μαγνητίζει.  
Ο Κώστας Αρκουδέας συμπεριλαμβάνοντας στο έργο του κορυφαίες μορφές, "ιερά τέρατα", γίγαντες της παγκόσμιας λογοτεχνίας,  που δεν έχουν  αξιωθεί με την εξέχουσα διάκριση του Νόμπελ, αλλά έχουν τιμηθεί με μια περίοπτη θέση στο πάνθεον του αναγνωστικού κοινού, θέτει έναν καίριο προβληματισμό: αν έχει απονεμηθεί τελικά το Νόμπελ λογοτεχνίας πάντα στους αξιότερους, με τον πιο εξελιγμένο λογισμό, που το έργο τους διαπνέεται από ιδεαλισμό, σε όσους δημιουργούν έργο έξοχο με ιδεολογικές προεκτάσεις, όπως ήταν η αρχική πρόθεση του Σουηδού Άλφρεντ Νόμπελ, που το εμπνεύστηκε και το θεσμοθέτησε.
Κραυγαλέα η απουσία από τον κατάλογο των βραβευθέντων με νόμπελ, αλλά τιμηθέντων στη συνείδηση της ανθρωπότητας συγγραφέων όπως οι:  Άντον Τσέχοφ,  Λέο Τολστόι. Χένρι Τζέιμς, Φραντς Κάφκα, Χέρμαν Μπροχ, Ρόμπερτ Μούζιλ, Τζόζεφ Κόνραντ, Βιρτζίνια Γουλφ, Μπέρτολτ Μπρεχτ, Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Φερνάντο Πεσσόα, Τζορτζ Όργουελ, Ντίλαν Τόμας, Χούλιο Κορτάσαρ. Μεταξύ  αυτών και ο Νίκος Καζαντζάκης.
Χωρίς φόβο, αλλά με πάθος, ο συγγραφέας, δίχως να απαξιώνει, βέβαια, τον διεθνή θεσμό και την απονομή του κορυφαίου αυτού βραβείου εν γένει,  τονίζει ότι δεν  δόθηκε σε όλες τις μορφές που τους άξιζε και αποκαλύπτει αιχμηρές αλήθειες: τις μεγάλες αστοχίες, τις αδικίες, τις  πολιτικές σκοπιμότητες που ενίοτε εξυπηρετεί σε διεθνές επίπεδο, τα αμφιλεγόμενα, επισφαλή κριτήρια απονομής του και την αποστασιοποίησή τους από τις αρχικές προθέσεις των θεμελιωτών του θεσμού, την παρείσφρηση του υποκειμενικού στοιχείου στην επιλογή, την πρόκριση συχνά ενός λογοτέχνη, όχι στη βάση της υψηλής αισθητικής αξίας του έργου του, αλλά ανάλογα με τον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων, τις ιστορικές συγκυρίες και το κλίμα της εποχής. Έτσι, ο συγγραφέας ευθαρσώς υπογραμμίζει τη μέσω άδηλων διεργασιών διαφοροποίηση των κριτηρίων της Σουηδικής Ακαδημίας, και την προσαρμογή τους εν πολλοίς με χαμαιλεόντειο τρόπο στο πνεύμα των καιρών.
Ο συγγραφέας δεν καταθέτει απλώς την προσωπική του άποψη και υποκειμενική ερμηνεία, αλλά προς επίρρωση των θέσεών του, με τη νηφαλιότητα και την αντικειμενικότητα ενός λογοτέχνη – μελετητή  παρέχει πλουσιότατο ερευνητικό υλικό, τεκμήρια, αδιαμφισβήτητες αποδείξεις. Έτσι, εξαντλητική βιβλιογραφική αναζήτηση, αξιολογότατο αρχειακό υλικό, διασταύρωση πηγών για την εγκυρότητα και αξιοπιστία τους, έγγραφα–ντοκουμέντα, προσωπικές μαρτυρίες, ιστορικοφιλολογικές παρεκβάσεις, εγκιβωτισμό βιογραφιών έγκριτων λογοτεχνών, επιστολές, άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά, αποσπάσματα από βιβλία, συνθέτουν ένα πολύχρωμο ψηφιδωτό, που θα μπορούσε να αποτελεί ένα ευφάνταστο μυθιστόρημα, αλλά δεν είναι παρά η ιστορική αλήθεια.
Με την αφειδώλευτη παράθεση όλων αυτών των διακειμενικών αναφορών, εύλογα παρακάμπτεται η γραμμική χρονικά διαδοχή  των γεγονότων και η αφήγηση ανελίσσεται σπειροειδώς, μέσα από παλινδρομήσεις και χρονικά άλματα, περιελισσόμενη, ωστόσο, γύρω από σταθερό θεματικό άξονα: την υπόθεση του χαμένου Νόμπελ του Νίκου Καζαντζάκη και την παράλληλη αφήγηση της διαδρομής του.
            Έτσι το υλικό συνειρμικά, θεματικά διασυνδεδεμένο και οργανωμένο πάνω σε σταθερό ακρογωνιαίο λίθο, χτίζει στιβαρό αρχιτεκτονικό οικοδόμημα γερά αρμολογημένο, με συνεκτικό ιστό τον λόγο. Λόγο, τεκμηριωμένο  εμπεριστατωμένο, δοκιμιακό, ρωμαλέο λόγο, σφριγηλή και νευρώδη γραφή, που ισοζυγιάζει και συνταιριάζει αρμονικά τετράγωνη, λογική επιχειρηματολογία, αλλά και ακραιφνή, γνήσια, ατόφια ευαισθησία, χωρίς ωστόσο εξάρσεις και  συναισθηματική υπερχείλιση. Γιατί, ακόμη και σε ακραίες, έντονα φορτισμένες, συγκλονιστικές στιγμές, η γραφίδα τηρεί αντιστικτικά το μέτρο, κορυφώνοντας έτσι τη συγκινησιακή απήχηση.
            Πρόκειται για  σοβαρότατο ανάγνωσμα, πολλαπλώς ενδιαφέρουσα μελέτη, άκρως διδακτική αφήγηση που υποβάλλει γόνιμους, εποικοδομητικούς προβληματισμούς πάνω στη διαχρονική μας φυσιογνωμία, καθιστώντας φανερό ότι ο πολιτικός και κοινωνικός εκπεσμός έχει την αντίστοιχη πνευματική του αντανάκλαση. 
Ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με όλες εκείνες τις βασικές κακοδαιμονίες της σύγχρονης Ελλάδας: εμπάθεια, μετριοκρατία, αναξιοκρατία, θεσμούς σε εσχάτη ανυποληψία και σε αγαστή διαπλοκή, διαγκωνισμούς, παρεμβάσεις του ξένου παράγοντα, επιτροπεία, κηδεμόνευση, «μνημόνια». Καθώς, «Βίγλα αψηλή στα φρένα μας η μνήμη», όπως λέει ο Νίκος Καζαντζάκης,  επιβεβλημένη η στροφή στο παρελθόν, η ανακίνηση της ιστορικής μνήμης, της «μνήμης που καίει», κατά τον Οδυσσέα Ελύτη, για εναργέστερη κατανόηση του παρόντος και για δυναμική επανεκκίνηση προς τα εμπρός.
Σύγγραμμα εκτενές που διαβάζεται,  όμως, απνευστί. Με τρεμάμενη καρδιά, διατρέχοντάς το, αναγνώρισα ξεχωριστά αποσπάσματα που με συγκίνησαν και τα υπογράμμισα, όταν διάβαζα την «Αναφορά στον Γκρέκο» και άλλα έργα του Νίκου Καζαντζάκη. Πρόκειται για άρτια σύνθεση. Είναι μια ολοκληρωμένη, τεκμηριωμένη πραγματεία. Μια αληθινή ιστορία, ειπωμένη με αψεγάδιαστη μυθιστορηματική πλοκή, κλιμάκωση αγωνίας και δραματική κορύφωση. Αλλά και κάθαρση. Γιατί,  ο Κώστας Αρκουδέας με τεκμήρια και αποδείξεις, προπάντων με υψηλό αίσθημα ευθύνης και ευσυνειδησία, αναψηλαφώντας μια υπόθεση απροκάλυπτης εθνικής αναξιοπρέπειας, αναδεικνύει ένα ιστορικό λάθος, ανασκευάζοντας τις ανερμάτιστες κατηγορίες σε βάρος του Καζαντζάκη, αυτές του άθεου, του κομμουνιστή και του διαφθορέα των νέων, του δημόσιου κινδύνου, αποκαθιστά εκ των υστέρων το γόητρό του, και αποτίει φόρο τιμής, χωρίς να αγιοποιεί πρόσωπα και χωρίς να ωραιοποιεί ή να εξιδανικεύει καταστάσεις.
            Και, καθώς οι ποιητές με την ευρύτερη σημασία του όρου είναι οι μη αναγνωρισμένοι νομοθέτες, οι άτυποι, ανεπίσημοι δικαστές αυτού του κόσμου, ο συγγραφέας μας απονέμει δικαιοσύνη... Απονέμει δικαιοσύνη σε έναν κορυφαίο δημιουργό που το μόνο λογοτεχνικό βραβείο που αξιώθηκε ήταν το ’56,  στο χείλος όντας του θανάτου, ένα χρόνο πριν πεθάνει, το βραβείο Ειρήνης, αλλά στην απονομή που πραγματοποιήθηκε στη Βιέννη, παρουσία όλων των μελών του Παγκοσμίου Συμβουλίου Ειρήνης, η Ελλάδα έλαμψε διά της απουσίας της, αφού ούτε καν ο  πρέσβης μας δεν παρευρέθηκε.
Απονέμει ακόμη δικαιοσύνη σ’ έναν άνθρωπο που όταν η επίσημη ελληνική πολιτεία τον κατέτρεχε και τον ανάγκαζε σε αυτοεξορία στη Γαλλία, αρνήθηκε την προσφορά βοήθειας από τη Νορβηγική κυβέρνηση που του παραχωρούσε υπηκοότητα και διαβατήριο, ώστε να μετακινείται με την άνεσή του, λέγοντας για την Ελλάδα που τον πλήγωνε, την Ελλάδα που συχνά πληγώνει τα άξια τέκνα της: «Ζω στην ξενιτιά, μα η καρδιά μου περιφέρεται στην Ελλάδα. Όπου πάω, την κρατώ ανάμεσα στα δόντια μου σαν φύλλο δάφνης».
        Ένας ιδεαλιστής, ανθρωπιστής που όπως λέει: «…ονειροπολώ μια καλύτερη ανθρωπότητα και  μάχομαι να τη διατυπώσω. Διατυπώνοντάς τη, την ευκολύνω  θαρρώ να ’ρθει…. Ξυπνώ ξημερώματα. Ζεύγομαι στη δουλειά, βιάζομαι  να διατυπώσω ολάκερη την ψυχή μου πριν πεθάνω, να μην αφήσω παρά λίγα κόκαλα στον Χάρο, να πάρει κόκαλα και διόλου ψυχή». Που έχει απόλυτη επίγνωση της ηθικής ευθύνης του πνευματικού ανθρώπου, ευθύνης με διαχρονική ισχύ: «Σήμερα ο συγγραφέας, αν είναι πραγματικά ζωντανός, είναι ένας άνθρωπος που υποφέρει και ανησυχεί βλέποντας την πραγματικότητα. Συνεργάζεται με όλες τις δυνάμεις του φωτός, που επιζούν ακόμα, για να προχωρήσει λίγο το βαρύ πεπρωμένο του ανθρώπου. Ο συγγραφέας σήμερα, εφόσον μένει πιστός στην αποστολή του, είναι ένας μαχητής». Ένας πνευματικός δημιουργός που έχει ακόμη απόλυτη επίγνωση των αδικιών που έχει υποστεί: «Αν υπήρχε δικαστήριο τιμής στις πνευματικές αδικίες που γίνονται, θα έκανα αγωγή για να μη χαθεί το δίκιο. Μα τέτοια δικαστήρια δεν υπάρχουν. Δικαζόμαστε, λοιπόν, ενώπιον του καιρού».  
Μόνος κριτής, ο καιρός. Το ανώτατο αγαθό κατά τον Καζαντζάκη,  αυτός ο αδυσώπητος, άτεγκτος, αλλά τόσο αντικειμενικός και αμερόληπτος δικαιοκρίτης, που άλλοτε δικαιώνει και άλλοτε καταβαραθρώνει το έργο  των δημιουργών. Και στην περίπτωση του Καζαντζάκη έδρασε αναλόγως, επιδαψιλεύοντας, παρέχοντάς του αφειδώλευτα διεθνή ακτινοβολία, αναγνώριση και απήχηση του έργου του.
Δια στόματος  Νικηφόρου  Βρεττάκου, του ποιητή της αγάπης και της ειρήνης, αναγνωρίζεται το χρέος απέναντι στο μεγάλο Κρήτα δημιουργό: «Νομίζω όμως πως υπάρχει ένα χρέος ανεξόφλητο απέναντι σ’ αυτή τη μορφή. Όχι χρέος ατομικά δικό μου. Ένα χρέος που πέφτει σε όλους όσοι μπορούν, κι όσο το χρέος  μένει ανεξόφλητο, γίνεται τόσο και πιο πολύ δικό του για όποιον μπορεί… Ο Καζαντζάκης  δεν αποτελεί συνηθισμένο φαινόμενο. Δεν είναι ένας συγγραφέας που έχει αρχή και τέλος, που κρίνεται από το κάθε βιβλίο του χωριστά ή και μόνο από το σύνολο των βιβλίων του, αν θέλετε. Προεκτείνεται και πέρα από αυτά. Τα βιβλία του βρίσκονται σε συνάρτηση  με μια αλληλουχία καταστάσεων, εννοιών και πραγμάτων,  και πρέπει να εξεταστούν κάτω από ένα ειδικό φως». Και συνεχίζει ο Νικηφόρος Βρεττάκος: «Ο Καζαντζάκης… απόμεινε ένας καλής προαίρεσης και αναμφισβήτητης καθαρότητας ανθρωπιστής. Υπήρξε ένα από τα ειλικρινέστερα παιδιά του αιώνα του».
            Κι από άλλα σημεία αντιγράφουμε χαρακτηρισμούς που του αποδόθηκαν: «ήταν ένας συγγραφέας που ενδιαφερόταν για τον άνθρωπο στο σύνολό του»,  «καρδιά μικρού παιδιού», λέει η αφοσιωμένη σύντροφός του Ελένη, κι ακόμη  "μια άγρυπνη συνείδηση" «με έντονες μεταφυσικές αναζητήσεις», "άνθρωπος με εξελιγμένο λογικό".
 Και πόσο σπαρακτική, συγκλονιστική ανατριχιαστική η αναγνώριση όταν προέρχεται από τον απλό άνθρωπο του λαού, «έναν ηλικιωμένο άντρα με λεβέντικη κορμοστασιά, με μουστάκες και στιβάνια, τον καπετάν Μανούσακα, βγαλμένο θαρρείς από τις σελίδες του Καπετάν Μιχάλη», που στον αποχαιρετισμό του Καζαντζάκη, «άρπαξε την κάσα και την κράτησε λέγοντας: «Τουτουσές τσ’ ανθρώπους δεν τσοι θάβουνε νεκροθάφτες».
            Είναι ο ίδιος που ρίχνει σπονδή στον τάφο του Καζαντζάκη, ψιθυρίζοντας: «Λίγο χώμα απ' τα χανιώτικα βουνά, για να σου κρατά συντροφιά. Ήσουνα καλός Κρητικός,  άνθρωπος δικός μας, ένα κομμάτι από τη σάρκα μας. Η μάνα Κρήτη είναι περήφανη για σένα». Και με τι συναισθήματα να δεχτεί κανείς την τιμητική θέση Νορβηγού κριτικού  σε εφημερίδα ότι:  «Ο Καζαντζάκης δεν χρειάζεται το Νόμπελ. Αυτό που νιώσαμε όλοι εμείς διαβάζοντας τα βιβλία του είναι η ανταμοιβή του». 
«Το Χαμένο Νόμπελ», καταλήγει ο Κώστας Αρκουδέας, «είναι το άυλο τρόπαιο της αμάθειας και του φανατισμού απέναντι στο ταλέντο και τη δημιουργικότητα».  

                                                                                                Έφη Μπουκουβάλα – Κλώντζα,     
                                                                                                      φιλόλογος–ψυχολόγος
                                                                                                    boukouvala.e@gmail.com
Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Την άνοιξη του 1947, ενώ η Ελλάδα σπαράσσεται από τον Εμφύλιο, ο Νίκος Καζαντζάκης θέτει από κοινού υποψηφιότητα με τον Άγγελο Σικελιανό για το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Η υποψηφιότητά του συσπειρώνει το συντηρητικό κατεστημένο της εποχής, που βλέπει στο πρόσωπο του Κρητικού συγγραφέα έναν από τους μεγαλύτερούς του εχθρούς. Εναντίον του επιστρατεύονται όλα τα μέσα, θεμιτά και αθέμιτα, προκειμένου να αποφευχθεί η βράβευσή του. Από την άλλη, ο Καζαντζάκης προσπαθεί μόνος του για μια δεκαετία να κατακτήσει το Νόμπελ, αντιμετωπίζοντας θεούς και δαίμονες.
Προσωπικές μαρτυρίες, επιστολές, άρθρα, αποσπάσματα από βιβλία και έγγραφα-ντοκουμέντα συνθέτουν ένα πολύχρωμο παζλ, που θα μπορούσε να αποτελεί ένα ευφάνταστο μυθιστόρημα, αλλά δεν είναι παρά η ιστορική αλήθεια. Στο βιβλίο αυτό συναντάμε προσωπικότητες όπως ο Παλαμάς, ο Καβάφης, ο Σεφέρης, ο Ελύτης και ο Ρίτσος, αλλά και διάσημους νομπελίστες όπως ο Έσσε, ο Ζιντ, ο Έλιοτ, ο Χέμινγουεϊ και ο Καμύ. Πάνω απ' όλα, όμως, γινόμαστε μάρτυρες της οδύσσειας του πνευματικού και πολιτικού κόσμου της Ελλάδας στον 20ό αιώνα, που διήλθε μέσα από τις συμπληγάδες των αντιθέσεων και διαμόρφωσε τις συνθήκες των ημερών μας.»

Βιογραφία Κώστα Αρκουδέα:

Ο Κώστας Αρκουδέας γεννήθηκε στην Αθήνα την Καθαρά Δευτέρα του 1958. Μετά από πολλές περιπλανήσεις, επέστρεψε στην πρωτεύουσα και εργάστηκε στο Υπουργείο Πολιτισμού, στο οποίο παραμένει μέχρι σήμερα. Δημοσίευσε για πρώτη φορά το 1986 τη συλλογή ιστοριών «Άσ’ τον Μπομπ Μάρλεϋ να περιμένει». Στη συνέχεια εξέδωσε την τριλογία «Η πόλη με τα χίλια πρόσωπα» (1987) και το μυθιστόρημα με εγκιβωτισμένα διηγήματα «Το τραγούδι των τροπικών» (1988). Ακολούθησαν τα μυθιστορήματα «Τα κατά Αιγαίον πάθη» (1994), «Ποτέ τον ίδιο δρόμο» (1999), «Ο πειρατής» (2003), «Ο Μεγαλέξανδρος και η σκιά του» (2004), «Ο αριθμός του Θεού» (2008) και «Παράφορο πάθος» (2013). Εξέδωσε ακόμα τις νουβέλες «Και πρόσεχε να μην πετρώσεις» (1996), «Και τώρα δεν είναι αργά» (2014), τη συλλογή διηγημάτων «Όλες οι μέρες Κυριακή» (2000), το απάνθισμα μικρών κειμένων «Τα σιγκλάκια» (2010) και το παραμύθι «Η πολύχρωμη σβούρα» (2013). «Το χαμένο Νόμπελ – Μια αληθινή ιστορία» (2015) είναι η τελευταία του δουλειά.