Ταξίδια Μέσα Από Τη Λογοτεχνία!

Η Λογοτεχνία είναι για μένα ένα «παράθυρο» σ' έναν μαγικό κόσμο. Κάθε βιβλίο μάς ταξιδεύει σε κόσμους πραγματικούς ή φανταστικούς, τωρινούς, μελλοντικούς ή παρελθοντικούς. Ένα είναι το μόνο σίγουρο, κάθε βιβλίο που μας ενθουσιάζει, μας εντυπωσιάζει ή μας μαγεύει θέλουμε να το μοιραστούμε με άλλους φίλους-αναγνώστες. Έτσι κι εγώ, θέλω να μοιραστώ μαζί σας όσα βιβλία με ενθουσίασαν και με «γέμισαν» με πρωτόγνωρες ιδέες, εικόνες και συναισθήματα. Σαφώς και η άποψη του κάθε αναγνώστη είναι μοναδική και ένα βιβλίο που εμείς λατρέψαμε μπορεί κάποιος άλλος να το αντιπάθησε ή ακόμα και να το μίσησε... Μέσα από αυτήν την οπτική θεωρώ φρόνιμο να μη σχολιάζω όσα βιβλία δεν με εντυπωσίασαν ή με άφησαν αδιάφορη, διότι η άποψή μου είναι απολύτως υποκειμενική. Δεν θα ήθελα να προκαταλάβω αρνητικά κανέναν αναγνώστη, αποτρέποντάς τον από το να διαβάσει ένα βιβλίο το οποίο, ενδεχομένως, να τον ενθουσιάσει. Κάθε βιβλίο απαιτεί το κατάλληλο περιβάλλον, το υπόβαθρο και την ανάλογη διάθεση για να εκτιμηθεί, οπότε καλό θα είναι να μην απορρίπτουμε ποτέ τίποτα. Η έκφραση και αποτύπωση της δικής μου γνώμης για κάθε βιβλίο -αλλά και των απόψεων και σχολιασμών άλλων φίλων-συγγραφέων-αναγνωστών, που αναγράφονται στη σχετική κατηγορία-, έχουν ως μοναδικό σκοπό να εκφράσουν τον θαυμασμό μας για ορισμένα βιβλία που θεωρούμε άξια λόγου και θέλουμε να γίνουν ευρέως γνωστά, βοηθώντας έτσι τους αναγνώστες στην επιλογή του επόμενου βιβλίου που θα διαβάσουν. Πάντοτε με το μεγαλύτερο σεβασμό και θαυμασμό για όλους τους συγγραφείς, που μέσα από τις σελίδες των βιβλίων τους μας «ταξιδεύουν» μακριά από την εκάστοτε πραγματικότητα ή μας βοηθούν να την κατανοήσουμε καλύτερα, αλλά σε κάθε περίπτωση στολίζουν την ψυχή μας, οφείλω ένα μεγάλο ευχαριστώ!

Κλειώ Ισιδ. Τσαλαπάτη

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2015

«ΑΛΚΑΙΟΣ Ο ΛΕΣΒΙΟΣ», του Αλέξανδρου Τσαγκαρέλλη – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

«ΑΛΚΑΙΟΣ Ο ΛΕΣΒΙΟΣ», του Αλέξανδρου Τσαγκαρέλλη – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη
Εκδόσεις: Ν. & Σ. Μπατσιούλας
Σελίδες: 326
Τιμή: 10,08 €

            Η λατρεία μου για τα ιστορικά μυθιστορήματα είναι γνωστή σε όσους με γνωρίζουν. Λατρεύω να μαθαίνω ατόφια ιστορικά γεγονότα δοσμένα με μυθιστορηματικό ύφος μέσα από ελκυστικές μυθοπλασίες. Επίσης, με θέλγει η προσπάθεια των συγγραφέων, που ασχολούνται με αυτό το δύσκολο και απαιτητικό λογοτεχνικό είδος, προσπαθώντας να αναπαραστήσουν την ατμόσφαιρα, τις συνήθειες, τα ήθη και τα έθιμα, καθώς και τις προσωπικότητες ιστορικών προσώπων και εποχών περασμένων και χαμένων στο βάθος του χρόνου. Όσο πιο μακρινό είναι το ιστορικό παρελθόν με το οποίο καταπιάνεται ένας συγγραφέας τόσο δυσκολότερο και πιο απαιτητικό γίνεται το έργο του, κατά την ταπεινή μου άποψη. Όταν δε, ο συγγραφέας αποφασίσει να εντρυφήσει στις ιστορικές πηγές για τρία πρόσωπα που κατέχουν περίοπτη θέση στο πάνθεον των στυλοβατών του ελληνικού πολιτισμού και των Γραμμάτων, τότε το επιχείρημά του αξίζει της δέουσας προσοχής.
            Ο Αλέξανδρος Τσαγκαρέλλης, Λέσβιος και ο ίδιος, μας προσφέρει ένα αρτιότατο ιστορικό μυθιστόρημα με κύριους ήρωές του τρεις σημαντικότατες μορφές που “γέννησε” η πανέμορφη Λέσβος: την μεγαλύτερη ποιήτρια όλων των εποχών, την Σαπφώ, τον ένα από τους Επτά Σοφούς της αρχαιότητας, τον Πιττακό, και έναν από τους γνωστότερους Έλληνες ποιητές, τον Αλκαίο. Οι τρεις αυτές μεγάλες και γνωστές ανά τον κόσμο προσωπικότητες όχι μόνο είχαν την ίδια γενέτειρα, την Λέσβο, αλλά έζησαν, έδρασαν και συνυπήρξαν την ίδια περίοδο, στο τέλος του  7ου  με αρχές του 6ου π.Χ.  αιώνα. Η εποχή αυτή ήταν ιδιαίτερα ταραγμένη για το νησί, καθώς η τότε παλαιά τάξη πραγμάτων, οι ολιγαρχικοί, διαμάχονταν τους εμποροναυτικούς οι οποίοι, έχοντας πρόσφατη κοινωνική καταξίωση λόγω του νεοπλουτισμού τους από το εμπόριο και τη ναυτιλία, απαιτούσαν τη δική τους μερίδα στην διακυβέρνηση του τόπου τους, σε αντίθεση με τους ευγενείς, ολιγαρχικούς, παλαιούς αριστοκράτες, που είχαν μεν την ευγενική καταγωγή αλλά όχι και την υποστήριξη του λαού, ο οποίος αποζητούσε αλλαγή και αποτίναξη του “ζυγού” της ντόπιας αριστοκρατίας.
            Αυτό το δύσκολο και απαιτητικό θέμα ο συγγραφέας το χειρίστηκε με απόλυτο σεβασμό στα ιστορικά γεγονότα και ανεξάντλητη έμπνευση, όσον αφορά στην αναπαράσταση του κλίματος μιας εποχής που σπαρασσόταν από εμφύλιες διαμάχες, κοινό διαχρονικό χαρακτηριστικό της φυλής μας, δυστυχώς. Η γλαφυρότητα του λόγου, η ζωντάνια των περιγραφών, η πιστότατη και σε βάθος σκιαγράφηση των χαρακτήρων αιχμαλωτίζουν το βλέμμα και το μυαλό του αναγνώστη, ο οποίος “κοιτάζει” τον πανέμορφο, αριστοκρατικό και αλαζόνα Αλκαίο να πίνει ανέρωτο κρασί και ταυτόχρονα να εκφράζει με το ξεχωριστό, μοναδικό ποιητικό του ταλέντο τις αντιθέσεις του και το μένος του προς την κυριαρχία του Πιττακού ως Αισυμνήτη της Λέσβου, δηλαδή απόλυτο άρχοντα, τύρρανο, αδιαμφισβήτητο κυβερνήτη ενός νησιού που σπαρασσόταν από τις μακραίωνες εμφύλιες διαμάχες. Κοντά στον Αλκαίο, η Σαπφώ, υποστηρίκτρια του κινήματός του ενάντια στην κυριαρχία του στρατηγού Πιττακού, αλλά ταυτόχρονα και η διασημότερη ποιήτρια όλων των εποχών, προσωπικότητα τόσο λαμπρή όσο και αμφιλεγόμενη, της οποίας όμως τα χαρίσματα και ο ασυνήθιστος χαρακτήρας ξετυλίγονται με εντυπωσιακή εμβάθυνση, σεβασμό και αντικειμενικότητα από το συγγραφέα. Τέλος, ο ίδιος ο Πιττακός, ο «Θρακιώτης» όπως τον αποκαλούσαν οι πολιτικοί του αντίπαλοι –  αναφερόμενοι στην καταγωγή του πατέρα του που δεν ήταν Λέσβιος άρα και μη αποδεκτός –  ο οποίος, πέραν της αξιοζήλευτης θέσης του στο πάνθεον των μεγαλύτερων προσωπικοτήτων της αρχαιότητας ως ένας από τους επτά Σοφούς, υπήρξε ικανότατος στρατηγός, αλλά και τύρρανος, απόλυτος άρχοντας και κυβερνήτης της Λέσβου, ο οποίος διακυβέρνησε πάνω από δέκα συνεχή χρόνια με σοφία και σύνεση, προτιμώντας να οδηγήσει στην προσωρινή εξορία τους πολιτικούς του αντιπάλους όπως τον Αλκαίο και την Σαπφώ, παρά να χύσει το πολύτιμο αίμα τέτοιων αξιόλογων ανθρώπων της Τέχνης, επιτρέποντας έτσι την επικράτηση της ειρήνης και την άνθιση όλων των δραστηριοτήτων στην πολύπαθη Λέσβο.
            Ολοζώντανοι διάλογοι μεταξύ των ηρώων του εξαιρετικού αυτού ιστορικού μυθιστορήματος του Αλέξανδρου Τσαγκαρέλλη, μας μεταφέρουν όσο πιστότερα είναι δυνατόν τα ιστορικά γεγονότα μιας εποχής σχετικά άγνωστης στους περισσότερους από εμάς, καθώς και την διαδρομή των τριών εξεχουσών προσωπικοτήτων - ηρώων στο τότε πολιτικό πλαίσιο και σε ρόλους τους οποίους δεν μπορούσαμε καν να υποψιαστούμε ότι διαδραμάτισαν αυτοί οι άνθρωποι του πνεύματος. Το παρελθόν αναβιώνεται, πρόσωπα υπαρκτά και φανταστικά παίρνουν σάρκα και οστά, ενώ η μυθοπλασία συνυφαίνεται με την ιστορική πραγματικότητα κι εμείς οι αναγνώστες παρακολουθούμε μία χειμαρρώδη διήγηση, σχεδόν έμμετρη και ποιητική, την οποία, εγώ προσωπικά, μπορώ μόνο να συγκρίνω με την ανεπανάληπτη μετάφραση της Ιλιάδας από τον Καζαντζάκη και τον Κακριδή. Τόσο ποιητική, τόσο γλαφυρή και τόσο παραστατική,  με αξεπέραστη ικανότητα να “ζωγραφίζει” πειστικές και αληθοφανείς εικόνες στα μάτια του αναγνώστη και να του δημιουργεί έντονα συναισθήματα και αναλλοίωτες εντυπώσεις.
            Πρόκειται πραγματικά για ένα εξαιρετικό ιστορικό μυθιστόρημα, για το οποίο αξίζουν θερμά συγχαρητήρια στον Αλέξανδρο Τσαγκαρέλλη και το οποίο σας προτείνω ανεπιφύλακτα να διαβάσετε Φίλοι μου!

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Στο τέλος του έβδομου π. Χ. αιώνα και τις αρχές του έκτου, στην Μυτιλήνη, η οποία συνταράσσονταν από πολιτικές διαμάχες ανάμεσα στους ολιγαρχικούς και την ανερχόμενη τάξη των εμποροναυτικών που υποστηρίζεται από τον λαό, τρεις καθόλου συνηθισμένοι άνθρωποι, ο ποιητής Αλκαίος, ευδαιμονιστής αριστοκράτης και παθιασμένος ολιγαρχικός, ο Πιττακός, ο στρατηγός που νίκησε τους Αθηναίους στο Σίγειο, ένας απ τους εφτά σοφούς της αρχαιότητας, και η Σαπφώ, η μεγαλύτερη ποιήτρια των αιώνων, ένα σπάνιο συναπάντημα προσωπικοτήτων τέτοιας εμβέλειας σ έναν τόσο μικρό τόπο, βρέθηκαν μέσα στη δίνη αυτών των ταραχών, παίρνοντας θέση ανάλογα με τις αντιλήψεις τους. Όταν αποτυγχάνει η συνωμοσία των ολιγαρχικών για την ανακατάληψη της εξουσίας που είχε περάσει στα χέρια των αντιπάλων τους, ο Αλκαίος, τα αδέλφια του που ήταν ανάμεσα στους αρχηγούς, αλλά και οι υπόλοιποι ομοϊδεάτες τους μεταξύ των οποίων και η Σαπφώ δραπετεύουν από την Μυτιλήνη, αναζητώντας καταφύγιο στο Ιερό του Μέσου, στην Πύρρα, στον σημερινό κόλπο της Καλλονής, στη Λέσβο. Ο Πιττακός, ο οποίος είχε αρχικά συμμετάσχει στην συνωμοσία, αλλά άλλαξε στρατόπεδο την τελευταία στιγμή, μένει πίσω, προκαλώντας την διάπυρη μήνι του Αλκαίου, οργή που εκφράζεται μέσα στα ποιήματά του, τους πρώτους λίβελους που γράφτηκαν ποτέ.
Με προσήλωση στα ιστορικά γεγονότα που λειτουργούν σαν φόντο, αλλά και τις ιδέες και συναισθήματα που διαφαίνονται μέσα στα έργα και λόγια τους -όσα διασώθηκαν- επιχειρείται η "αναστήλωση" της εποχής και των περιπετειών των πρωταγωνιστών, σ ένα μυθιστόρημα γεμάτο πάθη, συγκρούσεις και έρωτα.»

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2015

Συνέντευξη με τον Πασχάλη Πράντζιο - Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

Ο Πασχάλης Πράντζιος
            Τον αγαπητό συγγραφέα Πασχάλη Πράντζιο τον πρωτοσυνάντησα συγγραφικά μέσα από το βιβλίο του «Και Πάντα Με Χείλη Κόκκινα», ένα μικρό – αναφέρομαι στις σελίδες του και μόνο – λογοτεχνικό διαμαντάκι, με καυστικότατο χιούμορ, αστείρευτη φαντασία, ευρηματικούς διαλόγους και βαθιά σάτιρα όλων των καλώς και κακώς κειμένων μέσα σε μια κοινωνία και τους μικρόκοσμούς της. Με πίστη και εμπιστοσύνη πλέον στη γραφή του τον ακολουθώ σε κάθε συγγραφικό του βήμα έκτοτε.  Ο συγγραφέας είχε την καλοσύνη να μου παραχωρήσει μια εκτενή συνέντευξη για τους «Φίλους Της Λογοτεχνίας», απαντώντας με το γνωστό καυστικό χιούμορ και την έμφυτη οξυδέρκεια που τον διακρίνει και σαν συγγραφέα και σαν άνθρωπο.
            Οι απαντήσεις του, όπως θα διαπιστώσετε κι εσείς, είναι ειλικρινείς και εύστοχες καθώς διακρίνεται ο έμφυτος σεβασμός του προς την λογοτεχνία που υπηρετεί και ο ίδιος, αλλά και προς τον αναγνώστη, η εμφανής παιδεία και καλλιέργειά του, η αγάπη του για την ανάγνωση, καθώς θεωρεί πρώτα αναγνώστη τον εαυτό του και μετά συγγραφέα, και η μετριοφροσύνη του για το δικό του λογοτεχνικό έργο, παρά τη δεκαετή ενασχόλησή του με τη συγγραφή, χαρακτηριστικό τόσο σπάνιο και αξιέπαινο στον σύγχρονο λογοτεχνικό κόσμο, όπου συχνά και, συνήθως αδικαιολόγητα, η έπαρση νικά κατά κράτος την δυσεύρετη και πολυπόθητη αυτογνωσία που οφείλουμε όλοι μας να έχουμε. Τον ευχαριστώ θερμά, λοιπόν, για το χρόνο που μου διέθεσε, απαντώ στο τελευταίο ερώτημά του λέγοντάς  ότι μου φαίνεται εξαίρετη η ιδέα μιας συνέχειας του μυθιστορήματός του «Η Πόλη Έχει Ρεπό» και του εύχομαι ολόψυχα καλή επιτυχία στο συγγραφικό και εκπαιδευτικό του έργο.

1) Αγαπητέ κ. Πράντζιο, μας έχετε ήδη χαρίσει τέσσερα εξαιρετικά μυθιστορήματα με διαφορετική θεματολογία το καθένα. Ποιό ήταν το έναυσμα για την ενασχόλησή σας με τον κόσμο της λογοτεχνίας και το αντικείμενο της συγγραφής;

Θα μπορούσα να σας πω ότι το έναυσμα δόθηκε στη Φιλοσοφική Σχολή ή μέσα από την αγάπη που τρέφω για τον έντεχνο λόγο και την Τέχνη ευρύτερα, ωστόσο θα επιλέξω να πω κάτι διαφορετικό. Ο κάθε άνθρωπος γεννιέται για ένα σκοπό κι αν η ζωή και οι επιλογές του τον οδηγήσουν στην αποκάλυψή του αφενός είναι τυχερός και αφετέρου βρίσκει το νόημα και τον προορισμό του. Κοινώς σας λέω πως υπήρξα τυχερός, γιατί βρήκα το κομμάτι που συμπληρώνει το δικό μου κενό. Αυτό είναι το έναυσμα για να γράψω. Από κει κι έπειτα η θεματολογία είναι συγγραφική επιλογή κι ενίοτε επιλεγμένος συγγραφικός στόχος.

2) Από πού αντλείτε την έμπνευση για κάθε έργο σας και πόσο δύσκολο είναι να  συγκεντρώσετε τις απαραίτητες πληροφορίες, ώστε να συνδυάσετε τυχόν ιστορικά γεγονότα, τόπους και μυθοπλασία στα βιβλία σας;

Ξέρετε, η λογοτεχνία είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής, οργανικά δεμένο. Δεν έχουμε δηλαδή από τη μια μεριά τη λογοτεχνία κι από την άλλη τη ζωή. Η λογοτεχνία αποτελεί αντανάκλαση της ζωής. Συνεπώς, η έμπνευση βρίσκεται δίπλα μας κάθε φορά, στην ιστορία μας και στον πολιτισμό μας. Όσον αφορά στη συγκέντρωση πληροφοριών που είναι απαραίτητες για το στήσιμο και το περίγραμμα της εκάστοτε μυθιστορηματικής περιήγησης, αυτό από τη μια συνιστά το σεβασμό στον αναγνώστη και από την άλλη αποτελεί μέρος της συγγραφικής διαδικασίας. Δημιουργικό στάδιο, για μένα τουλάχιστον.  

3) Πιστεύετε πως ο συγγραφέας πρέπει να ταξιδεύει ώστε να έχει κάποια βιώματα από τις χώρες τις οποίες τυχόν περιγράφει στα βιβλία του και πόσο εφικτό είναι αυτό στην πράξη κατά τη γνώμη σας; Θεωρείτε πως τα ταξίδια είναι απαραίτητα, ούτως ή άλλως, και για τη "διεύρυνση των οριζόντων" του;

Κοιτάξτε, τα ταξίδια είναι σημαντικά για κάθε άνθρωπο, ό,τι κι αν έχει επιλέξει να κάνει στη ζωή του. Τα πάντα όλα είναι τα ταξίδια. Στον απολογισμό των σαράντα τεσσάρων χρόνων μου, αν με ρωτήσετε τί θέλω να θυμάμαι, θα σας πω τα ταξίδια μου. Κι όχι γιατί συγγράφω. Η φαντασία εξάλλου έναν συγγραφέα μπορεί να τον πάει οπουδήποτε, ακόμη και έξω από τον ορισμένο χρόνο, βλέπε για παράδειγμα Ιούλιο Βέρν! Από κει κι έπειτα, θεωρώ αυτονόητο πως το βίωμα του οποιουδήποτε πράγματος, μπορεί να σε κάνει να αποδόσεις συγγραφικά βαθύτερα. Είναι σημαντικό επομένως και για έναν συγγραφέα να ταξιδεύει. Τώρα, αν ο συγγραφέας είναι φτωχός, είναι απλώς ένας από τους πολλούς πια Έλληνες που «τους βαστούν τα πόδια», για να μην μπορούνε να τρέξουνε.

4) Έχετε συμπεριλάβει ποτέ σε βιβλία σας κάποια προσωπικά σας βιώματα; Πόσο εύκολο ή επώδυνο ήταν αυτό και πόσο εφικτή ήταν η αντικειμενική προσέγγισή τους συγγραφικά;

Ξέρετε, δεν υπάρχει σε μένα η ανάγκη να κάνω τα βιώματά μου ιστορία βιβλίου. Ο εαυτός μου ούτως ή άλλως υπάρχει σε κάθε σελίδα, αφού εγώ είμαι αυτός που κινεί τα νήματα της εκάστοτε μυθοπλασίας. Άλλωστε, μου αρέσει περισσότερο να παίζω με το μυαλό μου και να δημιουργώ μυθιστορηματικούς χαρακτήρες, παρά να κάνω μυθιστορηματικό ήρωα τον Πασχάλη! Ο κάθε συγγραφέας έχει τη δική του πηγή από την οποία πίνει νερό. Κι ο δρόμος της συγγραφής στον οποίο σε οδηγεί κάθε φορά το βιβλίο που γράφεις είναι από μόνος του  ολισθηρός είτε αναφέρεσαι σε προσωπικά σου βιώματα, είτε διεισδύεις στα  βιώματα των ηρώων που στήνεις. Παντού μέσα είσαι δηλαδή. Άρα, δεν ξεχωρίζω το επώδυνο ως συγγραφικό βίωμα που μπορεί να προέλθει μονάχα από την κατάθεση ενός προσωπικού δράματος για παράδειγμα. Ο συγγραφέας «ματώνει», ό,τι κι αν γράφει.

5) Στα βιβλία σας έχετε καταπιαστεί με ποικίλα θέματα κοινωνικού,  μεταφυσικού, χιουμοριστικού και ερωτικού περιεχομένου. Πιστεύετε πως το επιστημονικό υπόβαθρο είναι απαραίτητο για τη συγγραφή ενός βιβλίου, ή αρκεί το έμφυτο συγγραφικό ταλέντο;

Ο συγγραφέας οφείλει από σεβασμό και μόνο απέναντι στην ιστορία της λογοτεχνίας να μελετά αδιάκοπα, ίσως και περισσότερο από το χρόνο που ενδεχομένως διαθέτει για να ολοκληρώσει ο ίδιος ένα βιβλίο. Είμαστε ό,τι διαβάζουμε. Τώρα, όσον αφορά στο επιστημονικό υπόβαθρο, η επιστήμη είναι από μόνη της σε κάθε περίπτωση  αξία, για όποιον κι αν την κατέχει. Το επιστημονικό υπόβαθρο βέβαια δεν αρκεί από μόνο του για να συγγράψει κανείς, ωστόσο αν ένας συγγραφέας το διαθέτει,  τον βοηθά και να κατανοήσει ορθότερα κάποια γεγονότα και να δει τις προεκτάσεις τους και να υπηρετήσει, ενδεχομένως με μεγαλύτερη σαφήνεια, την Ιδέα που κάθε φορά κρύβεται πίσω από ένα μυθιστορηματικό κείμενο.

6) Υπάρχει κάποιο μοτίβο ως προς το πότε σας "επισκέπτεται" η συγγραφική σας  έμπνευση; Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ώρα, διάθεση, ή τόπος ίσως, που να σας προδιαθέτει να γράψετε, ή είναι κάτι που ‘ρέει’ αβίαστα από μέσα σας συνέχεια;

Ανήκω στους συγγραφείς που δεν γράφουνε συνέχεια, δεδομένου ότι εργάζομαι στα σχολεία και η διδασκαλία απαιτεί και κατανάλωση ενέργειας και την ανάλογη  προετοιμασία. Γράφω κατά περιόδους και μερικές φορές εμμονικά, υπό την έννοια πως έχω μπει τόσο πολύ μέσα στην ιστορία μου που με βρίσκει το ξημέρωμα  με το μολύβι στο χέρι. Πιστεύω πως η μυθιστοριογραφία απαιτεί έμπνευση κυρίως ως προς τη σύλληψη της μυθιστορηματικής Ιδέας, από κει κι έπειτα η έμπνευση ορίζει ενδεχομένως μια στιγμή που θα καταπιαστείς με το βιβλίο σου, κυρίως όμως απαιτείται οργάνωση και επισταμένη δουλειά πάνω στο ίδιο το κείμενο. Έχουν υπάρξει βραδιές ολόκληρες που μπορεί να πειραματίζομαι και να ψάχνω την κατάλληλη για παράδειγμα λέξη, προκειμένου να αποδώσω αυτό που εγώ έχω στο μυαλό μου.

7) Όταν ολοκληρώνετε ένα νέο μυθιστόρημά σας αρκείστε στη δική σας μόνο αξιολόγηση, πριν προχωρήσετε στην έκδοσή του ή αναζητάτε πρώτα τη γνώμη κάποιου οικείου σας προσώπου του οποίου την κρίση εμπιστεύεστε;

Η φιλία είναι από μόνη της μία αυταπόδεικτη αξία και για μένα αποτελεί μία από τις προτεραιότητες των επιλογών μου. Έχω φίλους και αγαπώ τους φίλους μου. Όπως μοιράζομαι επομένως τις σκέψεις μου γύρω από τον εαυτό μου, με τον ίδιο τρόπο μοιράζομαι και τις αγωνίες μου για όσα γράφω. Ναι, υπάρχουν φίλοι κοντά μου κατά τη συγγραφή ενός βιβλίου και φίλοι με τους οποίους συνομιλώ για όσα γράφω και φίλοι που διαβάζουν το βιβλίο μου κάθε φορά που τελειώνει και ακούω με προσοχή όλες τις παρατηρήσεις. Ακόμη κι αν δεν μπορέσω να τις εφαρμόσω στο ολοκληρωμένο βιβλίο, τις λαμβάνω σίγουρα υπόψη στην καινούρια μου δουλειά.

8) Από τα τέσσερα μυθιστορήματά σας υπάρχει κάποιο το οποίο ξεχωρίζετε, στο οποίο ίσως έχετε μεγαλύτερη αδυναμία και γιατί; Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για το καθένα και, γιατί όχι, την ιστορία ‘πίσω από την ιστορία’ του καθενός;

Όλα τα καθορίζει η στιγμή. Η ανάγκη του Πασχάλη να καταπιαστεί μ’ ένα θέμα και να ταξιδέψει μαζί του. Κάθε συγγραφέας αγαπά τα βιβλία του, συνδέεσαι πατρικά με τα έργα που ολοκληρώνεις. Για μένα κάθε καινούριο μυθιστόρημα είναι ένας συγκεκριμένος στόχος που προσπαθώ να φέρω σε πέρας. Αν επί παραδείγματι ο στόχος του πρώτου βιβλίου μου ήταν να δω εάν μπορώ να ολοκληρώσω ένα μυθιστόρημα, στα επόμενα οι στόχοι διαφοροποιήθηκαν, σε άλλο δοκίμασα τον εαυτό μου στην αφήγηση, σε άλλο προσπάθησα να πατήσω πάνω στο είδος της ηθογραφικής ψυχογραφίας, σε άλλο να μετασχηματίσω τη θεατρική τραγωδία ή την κωμωδία σε μυθιστόρημα, σ’ αυτό που ολοκληρώνω αυτό τον καιρό να γράψω δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στην αφήγηση με στοχασμό. Θέλω να πω πως κάθε φορά για μένα η ολοκλήρωση ενός έργου είναι ένας μακρύς δρόμος για την κατάκτηση ενός επιδιωκόμενου στόχου, ένα εισιτήριο για να μπορέσω να πάω συγγραφικά παρακάτω.
Θα μπορούσα να αναφερθώ στο περιεχόμενο και στις κρυμμένες ιστορίες αλήθειας που κρύβονται πίσω από κάθε βιβλίο, μόλα ταύτα όμως, θα επιλέξω να πω ότι ένα βιβλίο όταν είναι καλό, δεν χρειάζεται να πεις τίποτα παραπάνω ως συγγραφέας. Άλλωστε, ένα μυθιστόρημα επιδέχεται τόσες ερμηνείες όσες και οι αναγνώσεις του. Ας αφήσουμε τον αναγνώστη λοιπόν να επιλέξει σε πρώτη φάση να με διαβάσει κι είναι ελεύθερος από κει κι έπειτα να σκεφτεί, να βιώσει, να ταυτίσει καταστάσεις μέσα από το δικό του μυαλό. Περιττό να κατευθύνω τη σκέψη του. Εγώ όσα έχω να πω, τα λέω γράφοντας το βιβλίο. Αν το βιβλίο αξίζει, δεν χρειάζεται καμία απολύτως διάνθιση με λέξεις και ιστορίες γύρω από αυτό.

9) Ο συγγραφέας  Πασχάλης Πράντζιος βρίσκει το χρόνο να διαβάζει και για δική του ευχαρίστηση και όχι μόνο για έρευνα πάνω σε κάποιο μελλοντικό βιβλίο του; Όταν συμβαίνει αυτό, ποιό είδος λογοτεχνίας προτιμάτε περισσότερο ως αναγνώστης και γιατί;

Ο Πασχάλης Πράντζιος, λοιπόν, αν έπρεπε να επιλέξει ανάμεσα στο συγγραφέας ή αναγνώστης, θα έλεγε χωρίς δεύτερη σκέψη «αναγνώστης». Υπήρξα περισσότερο από κάθε τι αναγνώστης στη ζωή μου και αναγνώστης επιθυμώ να παραμείνω. Υπάρχουν αριστουργήματα στο χώρο της ξένης και της ελληνικής λογοτεχνίας που δεν φτάνει μια ζωή για να έρθει κανείς σε επαφή. Τί σημαντικότερο από το να μπορεί να διαβάζει κανείς και να το απολαμβάνει! Όσο και να με αυτοπροσδιορίζει η συγγραφή, κυρίως θέλω να έχω το χρόνο για να μπορώ να διαβάζω. Η αναγνωστική μου πορεία πέρασε και περνά από διάφορα στάδια. Από την άναρχη επιλογή μυθιστορημάτων κατά τη διάρκεια της εφηβείας, που είδα τί μπορεί να κρύβει ένα βιβλίο, μέχρι την τακτοποίηση της λογοτεχνίας μέσα στο χρόνο με συστηματική μελέτη όλων των ειδών κατά τη διάρκεια των σπουδών και την αυστηρή επιλογή λογοτεχνικών κειμένων από κει κι έπειτα. Το κάθε βιβλίο έχει το κοινό του και ικανοποιεί μεταξύ των άλλων συγκεκριμένες ανάγκες του αναγνώστη κάθε φορά. Δεν μπορείς επί παραδείγματι συνεχώς να διαβάζεις βιβλία του βεληνεκούς Τζέιμς Τζόυς. Στο Οδυσσέα αναφέρομαι. Σίγουρα η λογοτεχνία έχει σκαλοπάτια, εκπληρώνει όμως και την ανάγκη που έχει η ψυχή και η φαντασία ενός αναγνώστη να χαθεί μέσα σε μια ιστορία και να ζήσει μέσα από τις σελίδες του βιβλίου. Γι’ αυτό και δεν κρίνω κανέναν για τις μυθιστορηματικές επιλογές που κάνει. Ωστόσο, θα το ξαναπώ. Είμαστε ό,τι διαβάζουμε. Αυτό κατάλαβα στα χρόνια μου ως αναγνώστης.

10) Ποιά είναι τα αγαπημένα σας βιβλία και συγγραφείς; Θεωρείτε ότι έχετε δεχθεί επιρροές από κάποιους ομότεχνούς σας, Έλληνες ή ξένους, σύγχρονους ή κλασσικούς, στο δικό σας τρόπο γραφής, ύφους ή θεματολογίας;

Η λογοτεχνία μέσα στο χρόνο είναι από μόνη της μία αλυσίδα επιρροών. Το ένα λογοτεχνικό ρεύμα ακολουθεί το άλλο μέσα από ένα αλισβερίσι ιδεών. Κάθε συγγραφέας λοιπόν δέχεται επιρροές και δεν αποτελώ εγώ εξαίρεση. Έχω πολλά αγαπημένα βιβλία και συγγραφείς που αποδέχομαι και τους βγάζω το καπέλο. Δεν θα μιλήσω για τη σύγχρονη λογοτεχνία, δεδομένου ότι δεν την έχει κρίνει ακόμη ο χρόνος, παρότι διαβάζω αρκετά σύγχρονους λογοτέχνες. Θα αναφερθώ όμως στα ιερά τέρατα που γέννησε τούτος ο τόπος κι είναι δάσκαλοι για κάθε νεόκοπο συγγραφέα. Να σας πω, ας πούμε, πως ο Παπαδιαμάντης μου έμαθε να γράφω; Πώς ο Καζαντζάκης μου δίδαξε πως όταν περιγράφεις μια καλοκαιρινή μπόρα, μπορείς να κάνεις τον αναγνώστη να μυρίσει το χώμα; Να μιλήσω για τους ποιητές που με έκαναν να σκέφτομαι και να αισθάνομαι ταυτόχρονα; Έναν απέραντο θαυμασμό κρύβω για όλα αυτά τα μεγάλα πνεύματα κι αισθάνομαι ευλογημένος που παραμένουν ακόμη τα πρότυπά μου. Με βοηθούν να αυτοπροσδιορίζομαι, να υπηρετώ με σεμνότητα και σεβασμό αυτό που κάνω και πάνω απ’ όλα να έχω ένα μέτρο σύγκρισης για να μαζεύω την έπαρση που πολλές φορές μπορεί να παρασύρει τους ανθρώπους και να αλλοιώσει την αυτοεικόνα τους.

11) Από την ελληνική και παγκόσμια λογοτεχνία υπάρχει κάποιο βιβλίο το οποίο έχετε λατρέψει και το οποίο "ζηλεύετε" ως λογοτεχνικό έργο και θα θέλατε να έχετε συγγράψει εσείς;

Δεν ζηλεύω ούτε εντός ούτε εκτός εισαγωγικών. Απλώς θαυμάζω. Και υποκλίνομαι. Τί σημασία έχει ποιο βιβλίο θα ήθελα να έχω συγγράψει εγώ; Δεν είναι μονάχα ένα άλλωστε. Το ζητούμενο είναι να γράφεις αυτά που εσύ θέλεις. Και να μπορείς.  

12) Πιστεύετε πως οι συγγραφείς οφείλουν να προβληματίζουν τους αναγνώστες "κεντρίζοντας" τη σκέψη τους, ή ο σκοπός των βιβλίων τους θα έπρεπε να είναι καθαρά και μόνο ψυχαγωγικός; Εσείς, ποιά μηνύματα επιδιώκετε να ‘περάσετε’ στους αναγνώστες σας και σε ποιό είδος αναγνωστικού κοινού, συνήθως, απευθύνεστε μέσα από το συγγραφικό έργο σας;

Ένα μυθιστόρημα δεν μπορεί να είναι μονάχα «θέαμα – ανάγνωση» για ψυχαγωγία. Το καλό βιβλίο έχει πάντοτε ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης κι αυτό δεν εμποδίζει την ψυχαγωγία που μπορεί να προσφέρει. Τι να το κάνεις ένα βιβλίο αν δεν έχει να σου δώσει τίποτε παραπάνω από μια απλή εξιστόρηση πάνω σε μία ευθεία γραμμή σκέψης; Είναι σημαντικό να διαβάζεις και να σκέφτεσαι, να παρατηρείς τον τόπο, τον χρόνο, την πολιτεία κι εκεί μέσα να περιδιαβαίνουν άνθρωποι που αλληλοπροσδιορίζονται μέσα από όλα αυτά. Το είπα και παραπάνω. Δεν έχουμε από τη μια μεριά τη λογοτεχνία και από την άλλη τη ζωή. Κι η ζωή έχει και πόνο και φτώχεια κι ανθρώπους με αδυναμίες που συχνά πυκνά είναι έρμαια των κοινωνικοπολιτικών καταστάσεων και πολλά πολλά άλλα. Γίνεται, επομένως, να μην μιλήσει ο λογοτέχνης για όλα αυτά; Εγώ μιλάω και μιλάω και στους αναγνώστες μου. Πάντοτε όταν γράφω τους έχω νοητά απέναντί μου και τους μιλώ. Από κει κι έπειτα, ο κάθε αναγνώστης είναι αξία αυθύπαρκτη, αυτός επιλέγει, αυτός κρίνει, αυτός σε ξαναδιαβάζει. Τι νόημα έχει να προσδιορίσω εγώ το αναγνωστικό κοινό που προσδοκώ να με διαβάσει; Εγώ μπορεί επί παραδείγματι να πιστεύω πως γράφω για το Χ κοινό. Αυτό δεν σημαίνει πως το Χ συμφωνεί μαζί μου!

13) Θεωρείτε ότι ο συγγραφέας θα πρέπει να ασχολείται με διαφορετικά είδη λογοτεχνίας και να πειραματίζεται θεματολογικά, ρισκάροντας το υπάρχον αναγνωστικό του κοινό, ή θα όφειλε να εμμένει στο είδος που τον έχει καθιερώσει;

Ο συγγραφέας και ευρύτερα ο κάθε καλλιτέχνης πρέπει να είναι ελεύθερος να επιλέγει τις θεματικές του και να τις υπηρετεί με γνώμονα τη δική του  ελευθερία σκέψης  και έκφρασης. Η αναγνώριση και η εμπορικότητα ενός βιβλίου σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί, τουλάχιστον στα δικά μου μάτια, να είναι αυτοσκοπός του συγγραφέα. Ο λογοτέχνης οφείλει να γράφει αυτά που πιστεύει πως πρέπει να γράψει. Αλλιώς, δεν έχει καμία ουσία ο δρόμος της συγγραφής.

14) Είχατε κάποιους "ενδοιασμούς" όταν αποφασίσατε να δώσετε το πρώτο σας βιβλίο προς έκδοση; Αγωνιούσατε ως προς την αποδοχή που θα τύχαινε από το αναγνωστικό κοινό; Το χιούμορ και η σάτιρα, που υπάρχουν διάχυτα στα περισσότερα βιβλία σας, πιστεύετε πως παίζουν το δικό τους ρόλο στην αποδοχή αυτή;

Κοιτάξτε, είμαι εκ φύσεως ανασφαλής, οπότε θεωρείστε δεδομένο πως και ενδοιασμούς είχα και αγωνίες. Με το πέρας των ετών αυτά υποχώρησαν όμως και η βαρύτητα δόθηκε στο πώς εγώ θέλω να εξελίσσομαι συγγραφικά.  Αυτό μ’ ενδιαφέρει να δω, τον εαυτό μου να γίνεται βήμα με βήμα συγγραφέας. Όσο για το χιούμορ που με ρωτάτε δεν ξέρω τί να σας πω. Δεν αποτελεί τη συνταγή μου πάντως. Απλώς έτσι γράφω κι έτσι είμαι και ως άνθρωπος για να πω την αλήθεια.

15) Θεωρείτε πως η πραγματικότητα μπορεί να αποτελέσει  πηγή έμπνευσης για ένα συγγραφέα και, ειδικότερα, οι τόσο δύσκολες καταστάσεις που βιώνουμε τελευταία στην πατρίδα μας;

«Κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες
  Κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα».
Τίτος Πατρίκιος

Φυσικά και αποτελεί η πραγματικότητα πηγή έμπνευσης για έναν συγγραφέα, ωστόσο αν η λογοτεχνία μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο, θα ήταν παράνομη!

16) Η ιδιότητά σας ως εκπαιδευτικός στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση κατά πόσο σας επηρεάζει στην αντίστοιχη συγγραφική σας ιδιότητα; Οι μαθητές σας γνωρίζουν την ενασχόλησή σας με την λογοτεχνία και πώς την αντιμετωπίζουν; Έχετε ποτέ σκεφτεί να ασχοληθείτε με την παιδική λογοτεχνία;

Η ιδιότητα του φιλολόγου αποτελεί την επαγγελματική μου ταυτότητα. Την αγαπώ τη δουλειά μου και μου ταιριάζει. Δεν μ’ ενδιαφέρει όμως σε καμία περίπτωση να με τοποθετώ στα σχολεία που εργάζομαι με τη συγγραφική μου ιδιότητα. Επηρεάζομαι από την εργασία μου στο μέτρο που επηρεάζονται όλοι οι άνθρωποι από τη δουλειά τους. Όσο για τους μαθητές μου, φροντίζω να προσπερνούν την παράλληλη ιδιότητά μου και να γίνομαι πάνω απ’ όλα ο δάσκαλός τους. Το ότι εργάζομαι σε γυμνάσιο δεν φτάνει από μόνο του, για να γράψει κανείς παιδική ή εφηβική λογοτεχνία. Έχουμε εξάλλου αξιόλογους μυθιστοριογράφους παιδικής λογοτεχνίας που δεν υπήρξαν εκπαιδευτικοί. Είναι από μόνο του ένα ξεχωριστό είδος το παιδικό ή το εφηβικό μυθιστόρημα, που μέχρι τώρα τουλάχιστον δεν με απασχόλησε στο μέτρο του να γίνει μια δική μου μυθιστορηματική επιλογή.

17) Εσείς, με  την πείρα σας στον χώρο της συγγραφής, τί θα συμβουλεύατε όλους τους νέους επίδοξους συγγραφείς, που ονειρεύονται να δουν κάποτε ένα βιβλίο τους στις προθήκες των βιβλιοπωλείων και, ιδιαίτερα, εν μέσω αυτής της δύσκολης οικονομικής συγκυρίας;

Μου φαίνεται τουλάχιστον αστείο να μου τίθεται εμένα μια τέτοια ερώτηση! Ανήκω κι εγώ στους νέους συγγραφείς, είναι λίγα τα δέκα χρόνια που έχω στο ενεργητικό μου. Η φυσική μου θέση δηλαδή είναι να δέχομαι εγώ συμβουλές και όχι να τις δίνω ο ίδιος.

18) Κλείνοντας και, αφού σας ευχαριστήσω θερμά για την τιμή της παραχώρησης  αυτής της συνέντευξης, θα ήθελα να σας ευχηθώ ολόψυχα καλή επιτυχία σε όλα σας τα βιβλία αλλά, ειδικότερα, στο πιο πρόσφατο εξαιρετικό μυθιστόρημά σας, «Η Πόλη Έχει Ρεπό», και να σας ρωτήσω για τα άμεσα συγγραφικά σας σχέδια. Τι να περιμένουμε από εσάς στο μέλλον;

Σας ευχαριστώ κι εγώ για τις ερωτήσεις που μου κάνατε, δεδομένου ότι μου δώσατε την ευκαιρία να μιλήσω για πράγματα που σκέφτομαι πολλές φορές. Το καινούριο μου βιβλίο είναι σχεδόν έτοιμο να παραδοθεί στον εκδοτικό μου οίκο, είναι ένα διαφορετικό μυθιστόρημα από τα προηγούμενα και σε επίπεδο αφήγησης και σε επίπεδο θεματολογίας, έχει τίτλο «Το Καφενείο»  κι έχει ως θεματική του το χρόνο. Όσο για το επόμενο βήμα, αλήθεια πώς θα σας φαινόταν αν έγραφα τη συνέχεια από το «Η Πόλη Έχει Ρεπό»; Με γαργαλάει η ιδέα!

Πασχάλης Πράντζιος

Βιογραφία Πασχάλη Πράντζιου:

Ο Πασχάλης Πράντζιος γεννήθηκε στην Ανάβρα Καρδίτσας το 1971. Είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση. Από τις εκδόσεις "Ωκεανίδα" έχουν κυκλοφορήσει τα μυθιστορήματά του «Και πάντα με χείλη κόκκινα»(2006) «Περί ανέμων και γάτων»(2009), «Λιωμένο μολύβι» (2012) και «Η Πόλη Έχει Ρεπό» (2014).



Βιβλιογραφία Πασχάλη Πράντζιου:

«Η ΠΟΛΗ ΕΧΕΙ ΡΕΠΟ»
Εκδόσεις: Ωκεανίδα
Σελίδες: 480
Τιμή: 12 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

Ένα e-mail που δημιουργεί παρανόηση στον παραλήπτη γίνεται αφορμή να γράψει ο αφηγητής μια παρωδία αστυνομικού μυθιστορήματος. "Η πόλη έχει ρεπό", μια πραγματικά ξεκαρδιστική ιστορία, όπου η μυθοπλασία μπλέκεται με την πραγματικότητα και οι λογοτεχνικοί ήρωες παίρνουν στα χέρια τους τη ζωή του συγγραφέα. Ο τελευταίος κλείνει το μάτι στον αναγνώστη, παίζει μαζί του χαμογελώντας και κρύβει τα μυστικά του, για να φωνάξει στο τέλος: Σας την έσκασα! Ένα βιβλίο "άλλο" απ' αυτό που δείχνει. Γιατί, όταν η πόλη έχει ρεπό, όλα γίνονται!...

«ΛΙΩΜΕΝΟ ΜΟΛΥΒΙ»
Εκδόσεις: Ωκεανίδα
Σελίδες: 360
Τιμή: 11 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Ένα άδειο κραγιόν, σπασμένα γυαλιά κολλημένα σαν σε καθρέφτη κι ένα λιωμένο μολύβι. Αυτά βρέθηκαν στα χαλάσματα της γκρεμισμένης παράγκας, όπου έζησε η Θεώνη τα τελευταία της χρόνια. Μόνο που στα χαλάσματα εκεί το λιωμένο μολύβι δεν ήταν ένα. Αμέτρητα λιωμένα μολύβια ξεφτισμένα από τη χρήση, μολύβια που λιώσανε μαζί με τη ζωή. Κι ένα χαρτάκι τυλιγμένο σαν σπίρτο, καλά κρυμμένο μέσα στο άδειο κραγιόν, με τρεις ημερομηνίες ξεθωριασμένες: Σάββατο 13 Αυγούστου 1938, Πέμπτη 13 Αυγούστου 1964, Παρασκευή 13 Αυγούστου 1982. Εκεί μέσα ήταν η Θεώνη».

 Ποια ήταν όμως η Θεώνη; Ποιο τρομερό μυστικό της ζωής της σκέπασε το νου της σαν λιωμένο μολύβι;

«ΠΕΡΙ ΑΝΕΜΩΝ ΚΑΙ ΓΑΤΩΝ»
Εκδόσεις: Ωκεανίδα
Σελίδες: 400
Τιμή: 16,15 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Σκεφτήκατε ποτέ πως και η πιο ακραία φαντασία αδυνατεί να συλλάβει την τρέλα που κουβαλά ο κόσμος γύρω μας, πως οι άνθρωποι δρουν συχνά όπως τα ζώα, γεμάτοι πάθη, ένστικτα και άνομες ορμές ... πως θέλουν τη γυναίκα του γείτονα, τον άντρα της φίλης ή το κακό του διπλανού τους, και τις περισσότερες φορές ποθούν όσα δεν «πρέπει»;
Αν σας συνέβη, τότε σίγουρα δεν θα παραξενευτείτε που ένας παπάς κατακυριεύεται εφ' όρου ζωής από το καταστροφικό πάθος του για μια γυναίκα... που η κυρά-Χρυσούλα -κατά κόσμον Τσιαμπάρδω- ανατρέπει τις ζωές των πάντων όσο εύκολα μαθαίνει τα πάντα για τους πάντες ... που η γάτα της μηχανεύεται τρόπους ανθρώπινους για να φάει, να ερωτευθεί, να ζήσει τη δική της ζωή παράλληλα με τη δική μας, χωρίς απαραίτητα να τη ζηλεύει ...
Περί ανέμων και γάτων, λοιπόν...»

«ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ ΜΕ ΧΕΙΛΗ ΚΟΚΚΙΝΑ»
Εκδόσεις: Ωκεανίδα
Σελίδες: 400
Τιμή: 8 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Δυο ιέρειες των "οίκων απωλείας" εποπτεύουν από τον ουρανό το παρόν και αναθυμούνται τον επί γης παράδεισο.
Η ζωή, δεν είναι πάντα ή του ύψους ή του βάθους. Μπορεί να είναι και του ύψους και του βάθους ανά πάσα στιγμή. Αρκεί να ξέρεις να τη διακρίνεις πίσω από δυο χείλη κόκκινα.

«Mεγάλη λέρα ο Διαμαντής. Πουτάνας γιος. Γέννημα θρέμμα. Η μάνα του, λέγανε, είχε κι άλλα μπαστάρδικα, μα τον Διαμαντή είχε αποφασίσει να τον μεγαλώσει η ίδια. Μεγάλη καψούρα με τον πατέρα του, Διαμαντής κι αυτός, κι όταν γκαστρώθηκε ένιωσε ταραχή και λαχτάρα γι’ αυτό που επρόκειτο να συμβεί».

Ο Διαμαντής… Ο γιος της Κούλας και το παιδί της Φανάρας. Η Φανάρα η Σμυρνιά… η αφέντρα των «οίκων της απωλείας». Κι η φιλενάδα της η Μερόπη, που αλώνισαν μαζί σχεδόν ολόκληρο τον προηγούμενο αιώνα. Ο Φόρυς ο Ρίχτερ με τα αγαπητηλίκια του κι ο Λεό ο Τζερεμπράν που έβρισκε τις νότες με τα χέρια του… Ο Βαγγέλας ο Λαλάς με τη φουστανέλα… Η μαντάμ Ρόζα και η Ζηνοβία, η Γιούλα και τα άλλα κορίτσια... Ο κόσμος της Φανάρας, όπως τον άφησε κι όπως τον εποπτεύει από τον ουρανό…

Δεν ήταν ακριβώς πόρνη, δεν ήταν ακριβώς μητέρα, δεν ήταν ακριβώς επιχειρηματίας, κι ας ήταν και πόρνη και μητέρα κι ας είχε στήσει επιχειρήσεις που θα τις ζήλευαν και οι πιο επιτυχημένοι της πιάτσας. Ήταν η Φανάρα με τον μοναδικό της χαρακτήρα και την αμεσότητα της ανθρωπιάς της. Η Φανάρα και όλος ο θίασος που την περιβάλει και μας πάει πίσω στην αξέχαστη εκείνη εποχή που το ειδύλλιο της λογοτεχνίας με την ζωή στηριζόταν στην γνησιότητα των χαρακτήρων.»


«ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΟ ΚΟΥΑΡΤΕΤΟ», του Λόρενς Ντάρελ – Γράφει η Λία Μίλτου

«ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΟ ΚΟΥΑΡΤΕΤΟ», του Λόρενς Ντάρελ – Γράφει η Λία Μίλτου
Εκδόσεις: Μεταίχμιο
Σελίδες: 997
Τιμή: 13,20 €

Ένα αριστουργηματικό φιλοσοφικό μυθιστόρημα, από τα σπάνια που έχω διαβάσει. Από αυτά που αποθηκεύονται στο θησαυροφυλάκιο της μνήμης και δεν διαγράφονται ποτέ, παρά μόνο με τη φθορά του σώματος και της ζωής.
Δεν είναι ευκολοδιάβαστο βιβλίο και η κάθε σελίδα του κυλά αργά και βυθίζει τον αναγνώστη στην απόγνωση, προσπαθώντας να κατανοήσει την πολυπρόσωπη και βαθιά φιλοσοφία του στοχαστή, ποιητή και συγγραφέα. Η πένα του λειτουργεί σαν νυστέρι στην σκιαγράφηση των χαρακτήρων και όλο το κείμενο είναι ένα παραλήρημα, άλλοτε με πανέμορφες λυρικές περιγραφές της ονειρικής Αλεξάνδρειας και άλλοτε με φριχτές, ζοφερές και αποτρόπαιες εικόνες, που σε κάνουν να αισθάνεσαι ένα μούδιασμα σε όλο σου το σώμα σαν να ζεις ένα συγκλονιστικό όνειρο!
Ένα βιβλίο-σταθμός στην Παγκόσμια λογοτεχνία που ακροβατεί ανάμεσα στις ωραίες αλλά και στις άσχημες εκφάνσεις της ζωής των πρωταγωνιστών και θίγει τολμηρά τα κοινωνικά προβλήματα και τις διαπροσωπικές σχέσεις. Υμνεί τη νιότη, την ομορφιά, τον έρωτα, τη φιλία, τη ζωή. Χλευάζει την ασθένεια: [οι αρρώστιες δεν ενδιαφέρονται γι' αυτούς που θέλουν να πεθάνουν] και προκαλεί μιλώντας σαρκαστικά για τον θάνατο ενός ήρωά του: [ο μοναδικός φόβος του είναι να μην ξυπνήσει κάποιο πρωί και βρει τον εαυτό του πεθαμένο στο κρεβάτι!...].
Οι ήρωές του, ο αφηγητής Ντάρλυ, η νυμφομανής Τζαστίν, ο Νεσίμ, η Μελίσα, ο ομοφυλόφιλος εβραίος γιατρός Μπαλτάζαρ, ο Πομπάλ, ο νεαρός Μαουντόλιβ και ο έρωτάς του για τον μέντορά του, την υπερήλικη Λάιλα, ο τυχοδιώκτης και πράκτορας μυστικών υπηρεσιών Σκόμπι, που ντύνεται ακόμα και με γυναικεία ρούχα και σκοτώνεται πέφτοντας από τη σκάλα, ο Περσγουόρντεν που αυτοκτονεί μην αντέχοντας την πίεση, ο Ναρούζ, η ζωγράφος Κλέα με τις προσωπικές ιδιαιτερότητες και πλήθος άλλων μορφών που νομίζεις ότι ξεπήδησαν από θεατρικά έργα του Τένεσσι Ουίλιαμς, με όλα τα χαρακτηριστικά και τις τραγικές, ακατανόητες πτυχές τους, να ικανοποιούν τους παράνομους πόθους τους χωρίς ενοχές!...
Παράλληλα με την πολυφωνία της αφήγησης, γίνονται συχνές αναφορές στον μεγάλο Αλεξανδρινό ποιητή Κων/νο Καβάφη και στα ποιήματά του, με αποκορύφωμα την αποστροφή: «ο Καβάφης λειτουργούσε σαν τράπεζα αίματος και πήγαιναν για μετάγγιση όσοι προσέρχονταν να τον ακούσουν!...».
Η μεγάλη όμως πρωταγωνίστρια σ' αυτό το έργο τέχνης είναι η Αλεξάνδρεια. «Η πόλη μας χρησιμοποίησε σαν την πανίδα της!...», γράφει ο συγγραφέας. Αυτή η κοσμοπολίτικη πόλη, η όμορφη και εξωτική, με τις αντιφάσεις της, τον πλούτο και την πενία, την ομορφιά αλλά και την τερατώδη ασχήμια της. Αυτή η μοναδική πόλη που επιτρέπει κάθε ακρότητα, φυλετική ή ηθική, να συναντηθεί και να ζευγαρωθεί. «Αποχαιρέτα την τήν Αλεξάνδρεια που χάνεις.». Από το «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον» του Καβάφη.
Όσο προχωρώ στην ανάγνωση, δεν μπορώ να διανοηθώ το μέγεθος της έρευνας, στο οποίο έχει αναλωθεί ο τεράστιος αυτός συγγραφέας και πόσες ώρες του έκλεψε από τη ζωή του και τον απομόνωσε σ' αυτή τη μυσταγωγία της γραφής, για να μας αφήσει κληρονομιά αυτό το μνημειώδες επίτευγμα! Πολύ σωστά τονίζει η μεταφράστρια στον πρόλογο του βιβλίου: «Η τέχνη της γραφής είναι οδυνηρά ασκητική». Αλλά και ο Ελύτης έγραψε: «Η μοναξιά της πένας είναι από τις πιο μεγάλες». Αυτή η μοναξιά του στοχαστή συγγραφέα αιωρείται σε όλες σχεδόν τις σελίδες και παρασύρει τον αναγνώστη να συμμετέχει και να συμπάσχει μαζί του και κατ' επέκταση με τους ήρωές του.
Σαν επίλογο σ' αυτό το σχόλιό μου θα παραφράσω τον τίτλο της θρυλικής Οσκαρικής ταινίας του Φρεντ Τσίνεμαν «Όσο Υπάρχουν Άνθρωποι» και θα πω εδώ ότι όσο υπάρχουν αυτά τα μνημεία της λογοτεχνίας, οι άνθρωποι που θα τα μελετούν, θα γίνονται καλύτεροι, πιο συγκαταβατικοί και πιο ανεκτικοί στις παντός είδους προκαταλήψεις.
Κι όσο θα υπάρχει η γυναίκα, τρία πράγματα μπορείς να κάνεις γι' αυτήν, γράφει ο συγγραφέας: «Να την αγαπήσεις, να υποφέρεις για κείνην ή να την κάνεις λογοτεχνία!...».
Ο Ντάρελ τα πέτυχε και τα τρία! Και αν η ζωή είναι μικρή, η τέχνη είναι μακρά, γι' αυτό και τους μεγάλους συγγραφείς η Λογοτεχνία τους περνά στην αιωνιότητα!

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Το αριστούργημα του Λόρενς Ντάρελ, ενός από τους δημοφιλέστερους συγγραφείς του Β΄μισού του 20ού αιώνα, είναι ένα ολοζώντανο έργο το οποίο επαινέθηκε όσο λίγα. Τζαστίν, Μπαλτάζαρ, Μαουντόλιβ και Κλέα, τα πρόσωπα που δίνουν το όνομά τους στα βιβλία αυτής της τετραλογίας, διαπλέκονται μεταξύ τους ενώ πέμπτη πρωταγωνίστρια η πόλη της Αλεξάνδρειας, εξωτική και παρηκμασμένη, γεμάτη ομορφιά και γραφικότητα, σύμβολο ενός κόσμου κατεξοχήν ερωτικού.»
Στον Α’ τόμο, την «ΙΟΥΣΤΙΝΗ», τέσσερις μορφές κυριαρχούν: η Ιουστίνη, μια αινιγματική και παράφορη Εβραία, η Μέλισσα, χορεύτρια, ο Νεσσήμ, Κόπτης τραπεζίτης, και ο αφηγητής, ένας Ιρλανδός. Πλάι στα πρόσωπα τούτα, πλήθος άλλα που ο αναγνώστη θα παρακολουθήσει την ιστορία τους στους επόμενους τόμους. Αλλά το κεντρικό πρόσωπο σ όλη την τετραλογία είναι ασφαλώς η Αλεξάνδρεια, πόλη εξωτική και παρακμασμένη, γεμάτη ομορφιά και γραφικότητα, σύμβολο ενός κόσμου κατ εξοχή ερωτικού. Ο έρωτας, το πάθος, η ζήλεια, αλλά και το μυστήριο που υπορρέει τον μύθο, συμβάλλουν στη δημιουργία ενός κλίματος μοναδικού, έντονου και εξαιρετικά αισθησιακού.
Στον Β’ τόμο, τον «ΒΑΛΤΑΣΑΡ», η πλοκή συνεχίζεται: στο ελληνικό νησί, όπου είχε καταφύγει ο αφηγητής μετά την ατυχία του δεσμού του με την Ιουστίνη, εμφανίζεται ένα βράδυ ο Βαλτάσαρ επωφελούμενος από μια απροσδόκητη στάθμευση του βαποριού που τον πήγαινε στη Σμύρνη. Του επιστρέφει, με τις προσωπικές παρατηρήσεις του, το ογκώδες χειρόγραφο που του είχε εμπιστευθεί ο συγγραφέας, κι όπου είχε αφηγηθεί την ιστορία των παιδιών αυτών της Αλεξάνδρειας - της Ιουστίνης, της Μέλισσας, της Κλέας, του Νεσσήμ και μερικών άλλων ακόμη.
Στον Γ’ τόμο, το μυθιστόρημα  «ΜΑΟΥΝΤΟΛΙΒ» - που αποτελεί το τρίτο μέρος της αλεξανδρινής τετραλογίας του Λώρενς Ντάρρελ, έπειτα από την «ΙΟΥΣΤΙΝΗ» και τον «ΒΑΛΤΑΣΑΡ»,-  δίνει το κλειδί σε μερικά αινίγματα, που είχαν ως την ώρα ανεξήγητα, στις σχέσεις και στην συμπεριφορά των ηρώων του Κουαρτέτου, και μας δείχνει μιαν άλλη όψη του παράξενου παιχνιδιού που παίζεται ανάμεσα στον Νεσσήμ, την Ιουστίνη, τη Λάιλα και τον Μαουντόλιβ, κεντρικό πρόσωπο του αλεξανδρινού αυτού χρονικού.
Με την «ΚΛΕΑ», τον Δ’ τόμο, συμπληρώνεται η αλεξανδρινή τετραλογία και τα αινίγματα των προηγουμένων μερών – της «ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ» του «ΒΑΛΤΑΣΑΡ» και του «ΜΑΟΥΝΤΟΛΙΒ» - θα βρουν τη λύση τους. Όταν ο Ντάρλυ, ο αφηγητής, γυρίζοντας από την εκούσια εξορία του σ ένα ελληνικό νησί, θα ξαναβρεθεί στην Αλεξάνδρεια, η τρομακτική γοητεία της πόλης αυτής θα τον συνεπάρει και πάλι, όμως αυτή τη φορά θα δει τα πράγματα στις αληθινές των διαστάσεις.

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2015

«ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΑΣΗΜΙΑ» - ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ, της Μαίρης Κόντζογλου – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

«ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΑΣΗΜΙΑ» - ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ, της Μαίρης Κόντζογλου – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη
Εκδόσεις: Μεταίχμιο
Σελίδες: 680
Ημερομηνία Κυκλοφορίας: 11/11/2015

            Η Μαίρη Κόντζογλου, μια συγγραφέας πολυαγαπημένη από το ελληνικό αναγνωστικό κοινό  από το πρώτο της κιόλας μυθιστόρημα, το «Μέλι Το Θαλασσινό», ολοκληρώνει μία ακόμα τριλογία της μετά τους «Μεσημβρινούς Της Ζωής», μια τριλογία μνημειώδη, σημείο αναφοράς για όσους αναζητούν ξεχωριστά λογοτεχνικά ‘ταξίδια’ στο παρελθόν και στις αλησμόνητες πατρίδες: «Τα Παλιά Ασήμια». Το τρίτο και τελευταίο μέρος με τίτλο «Πέρα Από Τα Παλιά Ασήμια» έρχεται να ολοκληρώσει ένα μυθιστορηματικό έπος με ήρωες που ήδη τους νιώθουμε σαν δικούς μας προγόνους και με τις ιστορίες τους που μας έχουν συγκινήσει, εντυπωσιάσει, συγκλονίσει και συντροφεύσει καθ’ όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης των δύο πρώτων τόμων της τριλογίας των Ασημιών, «Τα Παλιά Ασήμια» και «Μια Προσευχή Για Τα Παλιά Ασήμια».  
            Η συγγραφέας μας ταξιδεύει με τον ξεχωριστό δικό της τρόπο στον χωροχρόνο, ξεκινώντας την περιπλάνησή μας από το τέλος του 19ου αιώνα στην μακρινή και ακμάζουσα Καππαδοκία, συστήνοντάς μας τον Πρόδρομο και τη Σεβαστή, τη Μακρίνα και τον Αβράμη, και φτάνει στις αρχές του 21ου αιώνα στο ίδιο μέρος, το οποίο διατηρεί άσβεστες τις μνήμες, έστω κι αν στην πορεία του χρόνου και των κοσμοϊστορικών γεγονότων μεταβλήθηκαν υποχρεωτικά οι πληθυσμοί και οι αναλογίες τους, ώστε τώρα η Έλσα και ο Άλεξ να επισκέπτονται, μόνο ως τουρίστες πλέον, τα πατρογονικά τους εδάφη.
            Οι πολυάριθμοι ήρωες της επικής αυτής τριλογίας παύουν να έχουν μόνο χάρτινη υπόσταση και ζωντανεύουν μέσα από την χαρισματική πένα της συγγραφέως, παρασύροντάς μας σε ανεπανάληπτες περιπλανήσεις στην Καισάρεια, τη Σινασό, τη Σμύρνη, τον Πόντο και την Καππαδοκία του μακρινού χθες και του χειροπιαστού σήμερα. Η ατμόσφαιρα, το κλίμα και τα χαρακτηριστικά ήθη και έθιμα κάθε εποχής και εθνικότητας αναπαριστώνται με εκπληκτική μαεστρία από την Μαίρη Κόντζογλου η οποία, με τη γλαφυρή γραφή της, την έντονη και σε βάθος σκιαγράφηση των χαρακτήρων και των συναισθημάτων των ηρώων της, τις ολοζώντανες εικόνες, την άρτια και αριστοτεχνικά δομημένη πλοκή της μυθιστορίας της και την ενσωμάτωση της ατόφιας Ιστορίας, μας χαρίζει μία αριστουργηματική, επική τριλογία – φόρο τιμής σε ένα κομμάτι της Ιστορίας το οποίο ακόμα πονάει για τις αδικοχαμένες πατρίδες μας, που δεν πρέπει ποτέ να λησμονηθούν!
            Την ευχαριστώ θερμά για το απόσπασμα που παραχώρησε στους «Φίλους Της Λογοτεχνίας», το οποίο θα σας δώσει μια ‘πρόγευση’ του 3ου και τελευταίου μέρους των «Παλιών Ασημιών», και της εύχομαι ολόψυχα να είναι καλοτάξιδο και να βρει τη θέση που του αξίζει στην καρδιά και τις βιβλιοθήκες όλων των πραγματικών βιβλιόφιλων!

Απόσπασμα «Πέρα Από Τα Παλιά Ασήμια» (Σελίδες: 48-49)

Φιλήθηκαν με πάθος για ώρα και, σαν ξεδίψασαν κάπως, μπόρεσαν να μιλήσουν, να πούνε αυτά που τους έκαιγαν.
“Πώς ήρθες;…”
“Μ’ έφερε η Ιππολύτη, άνεμος έγινε και έτρεξε μέσα στα σκοτάδια… Θέλω να την κρατήσεις… Δώσε μου ένα μουλάρι, ένα άλλο άλογο… ό,τι θέλεις… είναι δική σας… είναι του Πρόδρομου…”
“Όχι, είναι δική σου και… δεν έπρεπε να έρθεις, ήταν επικίνδυνο αυτό που έκανες…”
“Δεν άντεχα, ήθελα να σε δω… Αλλά… γιατί δεν φύγατε;…”
“Μας καθυστέρησαν πάλι… αύριο ξεκινάμε… αν δεν σε έβλεπα… τώρα πια τέλειωσαν τα ψέματα, έχουμε τα χαρτιά στα χέρια μας… Χωρίζουμε, άσκουμ* …”
“Ποτέ δεν θα χωρίσουμε, εσύ πότε θα ξεκινήσεις;…”
“Δεν ξέρω, σε λίγες μέρες, ακόμη περιμένω… κάθε μέρα στέλνω τον Αποστόλη στην Καισάρεια, τίποτα ακόμη…”
“Θα συναντηθούμε στη Μερσίν, αγάπη μου, όλα, όλοι αργούνε, να το δεις που θα συναντηθούμε στη θάλασσα, θα αργήσει να φτάσει το δικό μας πλοίο και θα συναντηθούμε εκεί…”
“Μακάρι να ανταμώσουμε εκεί… φοβάμαι… βουνό μπροστά μου τα προβλήματα…”
“Λυπάμαι, κορίτσι μου, έπρεπε να είμαι δίπλα σου αυτές τις στιγμές…”
“Είσαι δάσκαλος, αυτό που κάνεις είναι το καθήκον σου…”
“Θα σε περιμένω και μετά δεν θα χωρίσουμε ποτέ, να δεις που και με το ίδιο πλοίο θα ταξιδέψουμε, να το θυμάσαι αυτό!… γιατί δεν μιλάς;… δεν με πιστεύεις;”
“Σε πιστεύω, άσκουμ…*”
Ύστερα σώπασαν. Το φεγγάρι είχε κρυφτεί και η νύχτα έγινε κατάμαυρη. Μακριά λαλούσαν πάλι τα κοκόρια και οι βραχνές τους φωνές μάζευαν το κουβάρι του σκοταδιού. Σε λίγο η μέρα θα έφτανε καλπάζοντας στο κόκκινο άτι της, μικρές οι νύχτες του Αυγούστου και μεγάλα τα πάθη του.
«Θέλω να γίνω γυναίκα σου…» ψιθύρισε στο αυτί του Έλμερ το κορίτσι. Κρεμόταν από τον λαιμό του και αγνάντευε το απόλυτο σκοτάδι που απλωνόταν πέρα από την αυλή τους. Αισθάνθηκε το σώμα του να σκληραίνει, ο τράχηλός του, έτσι όπως τα χέρια της τον τύλιγαν, μούδιασε. Τον πόθο κατάφερνε να τον τιθασεύει, χρόνια τώρα, είχε ορκιστεί… είχε υποσχεθεί… μόνο νύφη… είχε ορκιστεί πως μόνο νύφη θα την έκανε δική του… οι καιροί… της το ’χε πει τόσες φορές… ήταν δύσκολοι… Έχανε τις σκέψεις και τα λόγια του δεν μπορούσαν να βγούνε, σκάλωναν στο φράγμα των δοντιών, που κρατούσε σφιγμένα καθώς η Σεβαστή τού φιλούσε το λακκάκι στη βάση του λαιμού του και τα χέρια της χάιδευαν την πλάτη του όπως ποτέ πριν…
«Είναι οι καιροί δύσκολοι…» κατάφερε να ψιθυρίσει βραχνά. Ο πόθος φυλάκιζε τις φωνητικές του χορδές και το σώμα του αντιδρούσε με πόνο και έναν σπασμό που μακάρι να μην καταλάβαινε εκείνη.
«Είπες πως δεν θα χωρίσουμε ποτέ» του αντέτεινε και ακούμπησε το σώμα της, που έκαιγε, πάνω στο στήθος του.
«Είπες πως θα ταξιδέψουμε με το ίδιο πλοίο… Δεν το είπες;» Οι δαντέλες του νυχτικού που προοριζόταν –ίσως…– για την πρώτη νύχτα του γάμου της, οι δαντέλες στο στήθος της σκλήραιναν και έσχιζαν το λευκό του υποκάμισο.

(* Αγάπη μου)

Βιογραφικό Μαίρης Κόντζογλου:

Μαίρη Κόντζογλου
Η Μαίρη Κόντζογλου γεννήθηκε, µεγάλωσε και συνεχίζει να µεγαλώνει στη Θεσσαλονίκη. Έχει σπουδάσει Πολιτικές Επιστήµες στο Πάντειο Πανεπιστήµιο και έχει εργαστεί σε µεγάλες ελληνικές εταιρείες, µε αντικείµενο πάντα την Επικοινωνία. Έχει εκδώσει τα μυθιστορήματα "Το Μέλι Το Θαλασσινό" (2008), "Περπάτα Με Τον Άγγελό Σου" (2009), "Χίλιες Ζωές Απόψε" (2013), "Τα Παλιά Ασήμια" (2014), "Μια Προσευχή Για Τα Παλιά Ασήμια" (2015) και "Πέρα Από Τα Παλιά Ασήμια" (2015), καθώς και την τριλογία "Οι Μεσημβρινοί Της Ζωής" (2011) που αποτελείται από τα βιβλία "Στους Ήλιους Του Έρωτα", "Στα Φεγγάρια Της Αλήθειας", "Στη Γη Της Αγάπης". 
Επισκεφθείτε τη σελίδα της στο facebook για να επικοινωνήσετε μαζί της.

Διαβάστε ολόκληρη τη συνέντευξη με τη συγγραφέα στον ακόλουθο σύνδεσμο: http://filoithslogotexnias.blogspot.gr/2015/04/blog-post_19.html

Η τριλογία των "Παλιών Ασημιών", της Μαίρης Κόντζογλου
«ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΑΣΗΜΙΑ», της Μαίρης Κόντζογλου
Εκδόσεις: Μεταίχμιο
Σελίδες: 648
Τιμή: 16,84 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Υπάρχει τέλος σε έναν έρωτα που καίει σαν τη λάβα των ηφαιστείων της Καππαδοκίας;
Ποιο είναι το μυστικό της Μονής των Παλιών Ασημιών;
Ποια μάγια κρατούν την αλήθεια τυλιγμένη σφιχτό κουβάρι;
Καππαδοκία, χώρα µαγική, γεµάτη θρύλους και παραδόσεις.
Εκεί, ανάµεσα στα βουνά µε τα αιώνια χιόνια και τις κοιλάδες µε τα ανάγλυφα βράχια, ένας ελληνισµός ξεχασµένος στα έσχατα της Ανατολίας ζει και προκόβει, ερωτεύεται, γεννάει, προσεύχεται, λιτανεύει, γερνάει και πεθαίνει κάτω από τη σκιά των ηφαιστείων.
Καισάρεια, Σινασός, Σµύρνη και Πόντος, ο καµβάς που πάνω του κεντιέται η ιστορία του έρωτα της Σεβαστής Χατζηαβράµογλου µε τον Έλµερ Αλεξάντερ Κάρτερ στα χρόνια του Μεγάλου Πολέµου, ο οποίος άλλαξε τα σύνορα του κόσµου. Η ανταλλαγή των πληθυσµών το 1924 χωρίζει για πάντα τους δυο νέους ένα αιµατοβαµµένο βράδυ  στο λιµάνι της Μερσίνας.
Ογδόντα χρόνια αργότερα, η Έλσα κάνει ένα ταξίδι στα προγονικά χώµατα, κουβαλώντας µαζί της το ηµερολόγιο της γιαγιάς Σεβαστής. Ο αµερικάνος φωτογράφος Άλεξ πηγαίνει στην Καππαδοκία να αναζητήσει τα χνάρια του καθηγητή Έλµερ Αλεξάντερ Κάρτερ.
Υπόγειες πολιτείες, απόκρυφες εκκλησιές, περιστρεφόµενοι δερβίσηδες και ένα µοναστήρι µε τη χαµογελαστή Παναγία µπλέκουν στις προσωπικές ιστορίες και µοναξιές των ηρώων, σκαλίζοντας στους βράχους  µια παλιά ραψωδία στην οποία εκείνοι καλούνται να γράψουν τους στίχους του τέλους.»


Διαβάστε ολόκληρη την κριτική για «Τα Παλιά Ασήμια» στον ακόλουθο σύνδεσμο:
http://filoithslogotexnias.blogspot.gr/2014/11/blog-post_24.html

«ΜΙΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΑΣΗΜΙΑ», της Μαίρης Κόντζογλου
Εκδόσεις: Μεταίχμιο
Σελίδες: 656
Τιμή: 16,84 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Μια προσευχή για τα Παλιά Ασήμια, μια ιστορία για αλησμόνητες πατρίδες και αλησμόνητους έρωτες

Καισάρεια, Σινασός, Σμύρνη και Πόντος, στα πέτρινα χρόνια της Μικρασιατικής Καταστροφής και της ανταλλαγής των πληθυσμών: ο καμβάς που πάνω του κεντιέται η ιστορία του έρωτα της Σεβαστής Χατζηαβράμογλου με τον Έλμερ Αλεξάντερ Κάρτερ.
Στο πλευρό της Σεβαστής, η μάνα και η αδελφή της, η εύθραυστη Μακρίνα και η σημαδεμένη από τη μοίρα Ελισσώ, θα πληρώσουν βαρύ φόρο αίματος και θα κληθούν να ξεπεράσουν τραγικά αδιέξοδα λαμβάνοντας αποφάσεις ζωής και θανάτου.
Κυρίαρχος όμως ο υπερβατικός έρωτας που ανοίγει πόρτες στις πετρόχτιστες αυλές της Ανατολίας, στα αγριεμένα παράλια του Ατλαντικού και στα ήρεμα νερά του Αιγαίου, που θα εκμηδενίσει τις αποστάσεις και θα αφήσει ανεξίτηλα τα αποτυπώματά του στον χρόνο.
Ογδόντα χρόνια μετά ελκύει την Έλσα, που κάνει ένα ταξίδι στα προγονικά χώματα κουβαλώντας μαζί της το ημερολόγιο της γιαγιάς Σεβαστής, και τον Άλεξ, που αναζητά τα χνάρια του καθηγητή Έλμερ Αλεξάντερ Κάρτερ. Δυο ανθρώπους από τόσο διαφορετικούς κόσμους που θα ’λεγε κανείς πως ούτε μια κοινή ματιά δεν θα μπορούσαν να ρίξουν στο λαξευμένο στον βράχο μοναστήρι της Παναγιάς που χαμογελάει, στην απόκοσμη Μονή των Παλιών Ασημιών…»


Διαβάστε ολόκληρη την κριτική για το «Μια Προσευχή Για Τα Παλιά Ασήμια» στον ακόλουθο σύνδεσμο:
http://filoithslogotexnias.blogspot.gr/2015/07/blog-post_27.html