Ταξίδια Μέσα Από Τη Λογοτεχνία!

Η Λογοτεχνία είναι για μένα ένα «παράθυρο» σ' έναν μαγικό κόσμο. Κάθε βιβλίο μάς ταξιδεύει σε κόσμους πραγματικούς ή φανταστικούς, τωρινούς, μελλοντικούς ή παρελθοντικούς. Ένα είναι το μόνο σίγουρο, κάθε βιβλίο που μας ενθουσιάζει, μας εντυπωσιάζει ή μας μαγεύει θέλουμε να το μοιραστούμε με άλλους φίλους-αναγνώστες. Έτσι κι εγώ, θέλω να μοιραστώ μαζί σας όσα βιβλία με ενθουσίασαν και με «γέμισαν» με πρωτόγνωρες ιδέες, εικόνες και συναισθήματα. Σαφώς και η άποψη του κάθε αναγνώστη είναι μοναδική και ένα βιβλίο που εμείς λατρέψαμε μπορεί κάποιος άλλος να το αντιπάθησε ή ακόμα και να το μίσησε... Μέσα από αυτήν την οπτική θεωρώ φρόνιμο να μη σχολιάζω όσα βιβλία δεν με εντυπωσίασαν ή με άφησαν αδιάφορη, διότι η άποψή μου είναι απολύτως υποκειμενική. Δεν θα ήθελα να προκαταλάβω αρνητικά κανέναν αναγνώστη, αποτρέποντάς τον από το να διαβάσει ένα βιβλίο το οποίο, ενδεχομένως, να τον ενθουσιάσει. Κάθε βιβλίο απαιτεί το κατάλληλο περιβάλλον, το υπόβαθρο και την ανάλογη διάθεση για να εκτιμηθεί, οπότε καλό θα είναι να μην απορρίπτουμε ποτέ τίποτα. Η έκφραση και αποτύπωση της δικής μου γνώμης για κάθε βιβλίο -αλλά και των απόψεων και σχολιασμών άλλων φίλων-συγγραφέων-αναγνωστών, που αναγράφονται στη σχετική κατηγορία-, έχουν ως μοναδικό σκοπό να εκφράσουν τον θαυμασμό μας για ορισμένα βιβλία που θεωρούμε άξια λόγου και θέλουμε να γίνουν ευρέως γνωστά, βοηθώντας έτσι τους αναγνώστες στην επιλογή του επόμενου βιβλίου που θα διαβάσουν. Πάντοτε με το μεγαλύτερο σεβασμό και θαυμασμό για όλους τους συγγραφείς, που μέσα από τις σελίδες των βιβλίων τους μας «ταξιδεύουν» μακριά από την εκάστοτε πραγματικότητα ή μας βοηθούν να την κατανοήσουμε καλύτερα, αλλά σε κάθε περίπτωση στολίζουν την ψυχή μας, οφείλω ένα μεγάλο ευχαριστώ!

Κλειώ Ισιδ. Τσαλαπάτη

Τρίτη 16 Αυγούστου 2016

«ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΦΤΑΝΕΙ ΤΟ ΑΡΚΕΤΟ», της Λαμπρίνας Μαραγκού – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

«ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΦΤΑΝΕΙ ΤΟ ΑΡΚΕΤΟ», της Λαμπρίνας Μαραγκού – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη
Εκδόσεις: Άνεμος
Σελίδες: 192
Τιμή: 11,97 €

           Συνήθως το "αρκετό" φτάνει όταν αναφερόμαστε στα περισσότερα πράγματα και ειδικότερα σε όσα αποτελούνται από ύλη. Τί γίνεται, όμως, όταν αναφερόμαστε σε συναισθήματα; Είναι δυνατόν να υπάρξει "αρκετός πόθος", "αρκετός έρωτας", "αρκετή αγάπη", "αρκετή συντροφικότητα", "αρκετή χαρά" και "αρκετή πληρότητα"; Και πότε η έλλειψη, ο πόνος, η ζήλεια, η αγωνία, η απογοήτευση, η απόρριψη και η απώλεια είναι με την σειρά τους "αρκετά" τόσο ώστε να μην μπορούμε να αντέξουμε ούτε ελάχιστο από αυτά παραπάνω; Στο νέο μυθιστόρημα της Λαμπρίνας Μαραγκού με τίτλο «Ποτέ Δεν Φτάνει Το Αρκετό», που κυκλοφορεί από την Άνεμος Εκδοτική, θα βρείτε απαντήσεις σε όλα τα παραπάνω ερωτήματα, αλλά κι ακόμα περισσότερα, από αυτά που ταλανίζουν ενίοτε τον ανθρώπινο νου και την ευαίσθητη ψυχή. Με μία γραφή πραγματικά πρωτότυπη και αξιοθαύμαστα λυρική, η συγγραφέας ξεδιπλώνει μια ερωτική ιστορία από αυτές που, ίσως, συναντούμε συχνά αλλά με τρόπο σπάνιο και αφήγηση ασυνήθιστη, ενώ θέτει ταυτόχρονα προβληματισμούς και ερωτήματα που κεντρίζουν το μυαλό και την καρδιά.
            Η ανώνυμη ηρωίδα του βιβλίου είναι μία σχετικά νέα ζωγράφος, διαζευγμένη από τον πρώην σύζυγό της Πάτροκλο, άτεκνη και απεγνωσμένα ερωτευμένη με τον, επίσης ανώνυμο, ήρωα, γιατρό στο επάγγελμα, παντρεμένο με την Αφροδίτη, με ενήλικα παιδιά και αρκετά μεγαλύτερό της. Φαινομενικά πρόκειται για μία σχέση απαγορευμένη, κατακριτέα, ατελέσφορη και καταδικασμένη εξαρχής· ή μήπως όχι; Η απουσία ονομάτων των δύο κεντρικών ηρώων δεν φαίνεται να έχει καμία απολύτως σημασία, καθώς η συγγραφέας σκιαγραφεί με περίσσια δεξιοτεχνία και λεπτομερώς κάθε εμφανές και αφανές στοιχείο του χαρακτήρα και της εμφάνισής τους, ώστε να μας γίνουν απόλυτα οικείοι και χειροπιαστοί. "Ενδύεται" με θαυμαστή ευκολία πότε την ψυχοσύνθεση της ζωγράφου και πότε την ψυχοσύνθεση του γιατρού, φωτίζοντας την παρούσα και παρελθοντική ζωή τους και απεικονίζοντας σε βάθος τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τις επιθυμίες, τα όνειρα, τους φόβους, τα πάθη, τις συμπεριφορές και τις στάσεις ζωής και των δύο. Ο κάθε ήρωας μάς αφηγείται την ιστορία από την δική του σκοπιά, όπως θα την κατέγραφε στο προσωπικό του ημερολόγιο, εκείνο που κρατά επτασφράγιστο μυστικό, κρυμμένο από τα αδιάκριτα βλέμματα συγγενών και φίλων, καθώς μέσα υπάρχουν οι πιο μύχιες σκέψεις του.
            Η αφήγηση ξεκινά από το νησί όπου η ηρωίδα μας έχει καταφύγει για να ζωγραφίσει τους πίνακες που χρειάζεται για την επερχόμενη έκθεσή της. Προσπαθεί να ανασυντάξει τις σκέψεις και την φαντασία της, ώστε να ξαναβρεί τον καλλιτεχνικό της οίστρο, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να απομακρύνει από το μυαλό και την καρδιά της τον έρωτα που νιώθει για τον ώριμο γιατρό. Παρόλα αυτά, η καρδιά ενίοτε ενεργεί αυτόβουλα και επαναστατεί ενάντια στην λογική χαράσσοντας την δική της ανεξάρτητη και ανυπότακτη πορεία, αποζητώντας την ολοκλήρωση. Από την άλλη, ο έρωτας που αισθάνεται ο γιατρός για αυτήν, τον αναγκάζει να την αναζητήσει στο νησί αυτό, ενάντια σε όλες τις λογικές προσταγές του μυαλού του που τον διατάζει να κρατηθεί μακριά, καθώς η σχέση αυτή δεν πρόκειται να ευοδωθεί ποτέ. Και οι δύο ήρωες, λοιπόν, αφήνουν κατά μέρος την ψυχρή λογική τους και υποκύπτουν στο συναίσθημα, έστω κι αν αυτό γίνεται για πολύ λίγο.
          Η συγγραφέας στο μυθιστόρημά της αυτό κατορθώνει να μας καθηλώσει με την ξεχωριστή γραφή της, να μας "ξεναγήσει" στον ψυχισμό του κάθε ήρωα και να μας βάλει για λίγο αντιμέτωπους με τις δικές μας κρυφές και ανομολόγητες σκέψεις. Τι θα κάναμε, αλήθεια, εάν ο πραγματικός και ανυπότακτος έρωτας μας παρουσιαζόταν απρόσμενα στο πρόσωπο ενός ανθρώπου δεσμευμένου; Θα υποκύπταμε στο "άπιαστο" όνειρο έστω και για λίγο, ώστε να γευτούμε το ονειρικό πάθος και την ολοκλήρωση, ή θα αφήναμε την λογική μας και "τα πρέπει" να πρυτανεύσουν; Θα δεχόμασταν να αρκεστούμε σε λίγες κλεμμένες, κρυφές στιγμές που μπορεί να είναι αρκετές για μια αιωνιότητα, ή θα κλεινόμασταν στο "καβούκι" μας και στην ασφάλεια των γνωστών και ακίνδυνων συναισθημάτων των νόμιμων συμβίων μας; Η Λαμπρίνα Μαραγκού στο βιβλίο της «Ποτέ Δεν Φτάνει Το Αρκετό» μας παρασύρει σε ένα γοητευτικό "ταξίδι" συναισθημάτων και λογικής, έρωτα και φόβου, εκπλήρωσης και απογοήτευσης, απελπισίας και ευλογίας, αφού η αγάπη και ο έρωτας μόνο ευλογία μπορεί να είναι, όποια μορφή κι αν παίρνουν στην πορεία τους. Πολλά συγχαρητήρια στην συγγραφέα και σας προτείνω να το διαβάσετε, Φίλοι μου!

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Λένε πως ο έρωτας είναι αυτόχειρας... Λένε πως οι ερωτικές ιστορίες είναι λυπητερές στο τέλος τους και ελάχιστες από αυτές έχουν ένα αισιόδοξο φινάλε. Είναι όμως έτσι; Έρωτας, ενθουσιασμός, απελπισία, ένα μεγάλο παιχνίδι που κινεί τον κόσμο, τον γυρνάει σαν σβούρα και τον αφήνει πάλι στο σημείο που τον άρχισε.
Η ηρωίδα του βιβλίου ζει μέσα από τον έρωτα, μαθαίνει να παλεύει με τα αδιέξοδά του και στο τέλος νικά, γιατί καταλαβαίνει πως όλο το ερωτικό παιχνίδι είναι η ίδια η ζωή, η κάθε ανάσα που το σύμπαν, της επιτρέπει να παίρνει, το κάθε ξημέρωμα και ηλιοβασίλεμα, το κάθε δάκρυ και το γέλιο...
Χορεύει μέσα στην δίνη της επιθυμίας για να την μάθει καλύτερα, να την κρατά στην ψυχή της και να την κοινωνεί με τον άλλον αλλά και με τον εαυτό της για να κατανοήσει στο τέλος, πως ο έρωτας είναι πάντα ευλογία.»

Δευτέρα 15 Αυγούστου 2016

«ΑΘΛΟΣ – Τριλογία των ΙΒ’ Βιβλίο ΙΙΙ», της Βίβιαν Φόρτη – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

«ΑΘΛΟΣ – Τριλογία των ΙΒ’ Βιβλίο ΙΙΙ», της Βίβιαν Φόρτη – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη
Εκδόσεις: Momentum Books
Σελίδες: 462
Τιμή: 14,31 €

            Το ξεκίνημα έγινε με τον εντυπωσιακό «Μύθο», όπου γνωρίσαμε ένα διαφορετικό είδος λογοτεχνίας φαντασίας, πολύ πιο οικείο προς τα δικά μας ελληνικά "γονίδια μνήμης"· η συνέχεια σηματοδοτήθηκε από το επικό «Έρεβος», όπου η περιπέτεια έφτασε στην κορύφωσή της· το τέλος ήρθε να σφραγίσει ο «Άθλος», με την δικαίωση, την λύτρωση, την ολοκλήρωση και την ωριμότητα να επικρατούν. Το 2012 η πρωτοεμφανιζόμενη τότε συγγραφέας Βίβιαν Φόρτη έκανε το συγγραφικό της ντεμπούτο με το πρώτο μέρος της τριλογίας των Δώδεκα και ο «Μύθος» της άνοιξε έναν καινούριο δρόμο στην λογοτεχνία φαντασίας που έχει τις ρίζες του στην ελληνική μυθολογία. Με τον μέγιστο σεβασμό στους αστείρευτους μύθους και θρύλους των αρχαίων Ελλήνων και με εντυπωσιακό συγκερασμό αυτών και της ευρηματικής μυθοπλασίας της έπλασε ένα μυθιστόρημα φαντασίας πρωτότυπο και διαφορετικό από τα άλλα του είδους. Το 2013 εκδόθηκε το δεύτερο μέρος της τριλογίας αυτής, με τίτλο «Έρεβος», το οποίο "ανύψωσε" την περιπέτεια των ηρώων της σε άλλα ύψη με την συναρπαστική περιπέτειά του και το 2015 η τριλογία των Δώδεκα ολοκληρώθηκε με το τρίτο και τελευταίο βιβλίο της με τον τίτλο «Άθλος».
            Η Δάφνη, η εμβληματική ηρωίδα της τριλογίας, πλέον έχει διανύσει πολύ δρόμο, κυριολεκτικά και μεταφορικά, από τότε που μας πρωτοσυστήθηκε στο πρώτο βιβλίο. Στην ηλικία των τριάντα πια, παντρεμένη με έναν εκ των Δώδεκα, τον Φοίβο, και μητέρα των ημίθεων διδύμων τους, έχει ωριμάσει και έχει αντιμετωπίσει αμέτρητες προκλήσεις και δυσκολίες στην έως τώρα πορεία της. Έχει νιώσει τον αδυσώπητο και σαρωτικό έρωτα, έχει βιώσει την απόλυτη αγωνία και πόνο, έχει αντιμετωπίσει θεούς και ανθρώπους και έχει φέρει σε πέρας εγχειρήματα φαινομενικά αδύνατα για ένα τόσο εύθραυστο και  άπειρο ανθρώπινο πλάσμα όπως αυτή. Όμως, ίσως το πείσμα, η θέληση, το θάρρος και οι καταβολές της καταγωγής της να είναι αυτά που τελικά την βοηθούν να ξεπερνά κάθε φορά τον εαυτό της και να αποδεικνύει πως ο άνθρωπος έχει ανεξάντλητα αποθέματα κουράγιου, δύναμης και σθένους τα οποία είναι ικανά να αγγίξουν – ίσως και να ξεπεράσουν – ακόμα και αυτά των ηρώων.
            Πότε είναι αλήθεια δυνατόν να "πεθάνουν" οι Αθάνατοι, να εξαφανιστούν από το πρόσωπο της γης και να είναι σαν να μην υπήρξαν ποτέ; Μόνο ίσως όταν αυτοί λησμονηθούν και όταν λησμονήσουν και οι ίδιοι το λόγο της ύπαρξής τους και την ιστορία τους. «Κάποιος παύει να υπάρχει μέσα μας όταν τον ξεχάσουμε» λένε, κάτι που πιστεύω πως ισχύει απόλυτα. Η Λήθη, λοιπόν, αναίτια και απρόσμενα διεκδικεί τους Δώδεκα αθάνατους, με αποτέλεσμα άλλες δυνάμεις, υποχθόνιες, να διεκδικούν την δική τους επικράτηση στην ανθρωπότητα. Η μοίρα των ανθρώπων και των θεών επαφίεται πλέον στα χέρια της μυημένης Δάφνης, η οποία καλείται να κατορθώσει το ακατόρθωτο, να ταξιδέψει σε σύμπαντα παράλληλα, από την μυθική Υπερβορεία έως τον σκοτεινό Κάτω Κόσμο, να αποκωδικοποιήσει πανάρχαιους κώδικες, να φτάσει την υπέρτατη Γνώση και να την κάνει "κτήμα" της ώστε να μπορέσει να την μεταλαμπαδεύσει και, τέλος, να προστατεύσει και να πολεμήσει υπέρ του ανθρώπινου γένους και του θεϊκού. Συνοδοιπόροι της και ανεκτίμητοι αρωγοί σε αυτόν τον δύσκολο και φαινομενικά άνισο αγώνα θα είναι ένας σοφός και ανεκτίμητος δάσκαλος–μέντορας, ο τελευταίος των θρυλικών Ατλάντων, ένας Τραντέλληνας που βρίσκεται σε μια ξεχασμένη γωνιά της Γης αλλά φέρει το όνομα και τη χάρη ενός αρχαίου βασιλιά και τέλος, ένας μυθικός ήρωας, συνονόματος του θάρρους και της δύναμης, ο οποίος υπομένει την σκληρή μοίρα του για αιώνες, μέχρι να βρει επιτέλους το νόημα της ζωής σε ένα άλλο ανθρώπινο όν ώστε να λυτρωθεί.
            Η Βίβιαν Φόρτη ολοκληρώνει την τριλογία της με έναν ευφάνταστο και απρόσμενο τρόπο. Αμέτρητα κομμάτια της πλούσιας ελληνικής μυθολογίας –άγνωστα στους περισσότερους από εμάς– ζωντανεύουν και ενσαρκώνονται μέσα από την δύσκολη και γεμάτη προκλήσεις πορεία της ηρωίδας μας προς την αυτογνωσία, την ωριμότητα και τον ηρωισμό. Χώρες θρυλικές, πολιτισμοί χαμένοι, ήρωες μυθικοί, πανάρχαιες κληρονομιές και πολύτιμα αντικείμενα έρχονται στο φως και ο αναγνώστης μαθαίνει ενώ ψυχαγωγείται μέσα από την ευφάνταστη περιπέτεια της Δάφνης, την ευρηματική εμπειρία της Λήθης των Δώδεκα και την ηρωική κορύφωση μιας εντυπωσιακής περιπέτειας που φτάνει στο τέλος της. Η τριλογία των Δώδεκα ολοκληρώθηκε μέσα από τον «Άθλο» με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και αξίζουν συγχαρητήρια στη συγγραφέα για την συμβολή της στη λογοτεχνία φαντασίας με αυτό το τόσο διαφορετικό και πρωτότυπο έργο της.  

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Η Λήθη διεκδικεί τους Δώδεκα και η Δάφνη ξεκινά μία μοναχική πορεία αυτογνωσίας και ωριμότητας από την Υπερβορεία έως τον Κάτω Κόσμο, αναζητώντας το πανάρχαιο αντικείμενο που θα διαλύσει το επικείμενο έρεβος.
Αυτός είναι ο δικός της Άθλος. Δίπλα της θα σταθούν ο τελευταίος των Ατλάντων, ένας Τραντέλληνας που φέρει το όνομα ενός αρχαίου βασιλιά και ένας μυθικός ήρωας που αντέχει αιώνες τώρα μια σκληρή μοίρα...
Μια αρχαία κληρονομιά θα έρθει στο φως. Μια απελπισμένη μάχη θα δοθεί για να σωθεί η ανθρωπότητα. Κι ένας έρωτας θα γεννηθεί και θα πεθάνει, γιατί "Ο Άθλος και ο Κίνδυνος είναι να κρατήσεις δικιά σου την καρδιά που κέρδισες, πρίγκιπα".
Μια επική περιπέτεια σε γνωστούς και άγνωστους κόσμους, σε παράλληλα σύμπαντα και σε ξεχασμένες από το χρόνο γωνιές της Γης, που ολοκληρώνει την τριλογία των Δώδεκα της Βίβιαν Φόρτη.»

Κυριακή 14 Αυγούστου 2016

Συνέντευξη με την ΝΙΝΕΤΤΑ ΒΟΛΟΥΔΑΚΗ - Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

Νινέττα Βολουδάκη
           Πάντοτε θεωρούσα απορίας άξιο το γεγονός ότι λατρεύω τα ιστορικά μυθιστορήματα, ενώ –τουλάχιστον ως μαθήτρια– απεχθανόμουν το μάθημα της Ιστορίας… Ίσως ο στείρος και άνευρος τρόπος διδασκαλίας της στα σχολικά μου χρόνια δεν με βοήθησε να την αγαπήσω, ενώ αντίθετα για τα βιβλία που συνδυάζουν ατόφια ιστορικά γεγονότα και μυθοπλασία τρέφω μια ιδιαίτερη αδυναμία. Είναι, λοιπόν, ιδιαίτερη χαρά και τιμή για μένα η παραχώρηση της παρούσας συνέντευξης στο ιστολόγιό μου από την κ. Νινέττα Βολουδάκη, μια συγγραφέα που ασχολείται κυρίως με το ιστορικό μυθιστόρημα, μεταξύ άλλων. Η αγαπητή συγγραφέας βρήκε το χρόνο να απαντήσει στο ερωτηματολόγιο των «Φίλων της Λογοτεχνίας» με τον δικό της πηγαίο, ειλικρινή και μεστό τρόπο. Της εύχομαι καλή επιτυχία σε κάθε πόνημά της – ιδιαίτερα στην τριλογία της «Βασιλίς Ειρήνη η εξ Αλαμανών» – και σας προσκαλώ να διαβάσετε τις απαντήσεις της, ώστε να γνωρίσετε κι εσείς λίγο καλύτερα την εξαίρετη Νινέττα Βολουδάκη!

1) Αγαπητή κ. Βολουδάκη μας έχετε ήδη χαρίσει πολλά εξαιρετικά βιβλία σας, λογοτεχνίας ενηλίκων, παιδικής αλλά ακόμα και θεατρικά έργα, με πιο πρόσφατο το δεύτερο μέρος της τριλογίας σας «Βασιλίς Ειρήνη η εξ Αλαμανών» με τίτλο «Τα Σύννεφα Μαζεύονται Στη Δύση». Ποιό ήταν το έναυσμα για την ενασχόλησή σας με τον κόσμο της λογοτεχνίας και το αντικείμενο της συγγραφής;

Δεν υπήρξε συγκεκριμένο έναυσμα. Από τότε που έμαθα ανάγνωση και γραφή, το γράψιμο ήταν για μένα κάτι τόσο αυτονόητο όσο και η αναπνοή. Η πραγματικότητα ίσχυε μόνον όταν την κατέγραφα! Το ίδιο απαραίτητο μου ήταν και το διάβασμα κι έτσι, λίγο-λίγο άρχισα να γνωρίζω τον κόσμο μέσα από τα μάτια των συγγραφέων που κατέγραφε ο καθένας τη δική του πραγματικότητα. Άλλοι κόσμοι από αυτούς που γνώριζα με συνάρπαζαν, άλλοι με απωθούσαν. Και οι δύο κατηγορίες, όμως με μάθαιναν.

2) Από πού αντλείτε την έμπνευση για κάθε έργο σας και κάθε χαρακτήρα και πόσο δύσκολο είναι να συγκεντρώσετε τις απαραίτητες πληροφορίες, όταν αυτές απαιτούνται, ώστε να συνδυάσετε τυχόν ιστορικά γεγονότα, τόπους και μυθοπλασία στα βιβλία σας;

Η ιστορική έρευνα είναι η δουλειά που κάνω πολλά χρόνια. Όταν γνωρίζει κανείς καλά το αντικείμενό του, καταλήγει να αισθάνεται ότι έχει ζήσει κι ο ίδιος τα γεγονότα που περιγράφει. Στα κενά, μπορεί να χρησιμοποιώ τη φαντασία μου, αλλά πάντα με βάση τα πραγματικά στοιχεία που έχω. Οι χαρακτήρες των πραγματικών ηρώων διαγράφονται μέσα από τις πράξεις τους. Οι χαρακτήρες των φανταστικών ηρώων, διαγράφονται από την παρατήρηση ανθρώπων της καθημερινής ζωής.

3) Συνήθως, οι περισσότεροι συγγραφείς είτε έχουν σπουδάσει κάποιο αντικείμενο, είτε ασκούν ως επάγγελμα κάτι εντελώς διαφορετικό από την συγγραφική τους ιδιότητα. Θα θέλατε να μας μιλήσετε σχετικά με αυτό και να μας πείτε πόσο αρμονικός είναι ο συνδυασμός όλων αυτών και κατά πόσο αλληλοεπηρεάζονται οι επιμέρους ιδιότητές σας;

Οι δικές μου σπουδές είναι ένας κύκλος που αλληλοσυμπληρώνεται. Ουσιαστικά, η μάθηση, δεν μπορεί να τελειώσει ποτέ για έναν άνθρωπο, όποιο κι αν είναι το επάγγελμά του. Δεν μπορώ να διανοηθώ το να παίρνει κανείς ένα πτυχίο και να μην ξαναπιάνει βιβλίο στα χέρια του, πράγμα που, δυστυχώς, γίνεται και μάλιστα από ανθρώπους με επαγγέλματα που απαιτούν συνεχή ενημέρωση. Οι δικές μου οι σπουδές στην αγγλική φιλολογία και στη ζωγραφική, βοηθούν, συμπληρώνουν και πλουτίζουν τη μελέτη της Ιστορίας και ελπίζω να συνεχίσω έτσι μέχρι το τέλος μου.

4) Έχετε συμπεριλάβει ποτέ σε βιβλία σας κάποια προσωπικά σας βιώματα; Πόσο εύκολο, ή επώδυνο ήταν αυτό και πόσο εφικτή ήταν η αντικειμενική προσέγγισή τους συγγραφικά;

Ο τρόπος που καθένας μας βλέπει τον κόσμο, εξαρτάται από τα προσωπικά του βιώματα, από τις εκτιμήσεις και τις επιλογές του. Άρα, η πραγματικότητά του, είναι καταστάλαγμα όλων αυτών. Ακόμα και οι φαντασιώσεις μας, είναι βασισμένες στα "μη βιώματά" μας –αν μπορώ να μεταχειριστώ αυτή τη φράση– που όμως θα θέλαμε να είναι βιώματά μας! Επομένως, το να περιγράφεις μια πραγματικότητα που δεν έζησες μέσα από τα δικά σου μάτια, είναι –κατά τη γνώμη μου– μια διαδικασία ιαματική, όχι επώδυνη.

5) Στα βιβλία σας έχετε καταπιαστεί με πολλά και διαφορετικά θέματα, ενώ κυρίαρχο ρόλο παίζουν τα ιστορικά γεγονότα. Θεωρείτε, ίσως, ότι η Ιστορία αποτελεί μια σημαντική "πηγή ιδεών" για έναν συγγραφέα;

Θεωρώ τις ζωές των ανθρώπων που έζησαν πριν από μένα, μια ανεκτίμητη πηγή γνώσης. Θα ήθελα να είχα τη δυνατότητα να γνώριζα τις ιστορίες όλων των δισεκατομμυρίων ανθρώπων που πέρασαν πάνω από αυτή τη γη!

6) Πιστεύετε πως το επιστημονικό υπόβαθρο είναι απαραίτητο για τη συγγραφή ενός βιβλίου, ή αρκεί το έμφυτο συγγραφικό ταλέντο, η φαντασία και οι εμπειρίες του συγγραφέα;

Πιστεύω ότι ο καθένας "γεννιέται" αυτό που γίνεται. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Η εκπαίδευση οπωσδήποτε βοηθάει στην τελειοποίηση της τεχνικής ή στη συστηματοποίηση της δουλειάς σου, αλλά πρέπει να γεννηθείς με τη δική σου, ιδιαίτερη κλίση.

7) Υπάρχει κάποιο μοτίβο ως προς το πότε σας "επισκέπτεται" η συγγραφική σας  έμπνευση; Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ώρα, διάθεση, ή τόπος ίσως, που να σας προδιαθέτει να γράψετε, ή είναι κάτι που "ρέει" αβίαστα από μέσα σας συνέχεια;

Όχι, δεν υπάρχει μοτίβο. Πολλές φορές τυχαίνει να ανοίξω ξαφνικά τα μάτια μου το ξημέρωμα και να έχω μπροστά μου τη λύση σε μια δυσκολία που με προβλημάτιζε όλη την προηγούμενη μέρα. Κάθε ώρα και κάθε τόπος προσφέρεται για να εντοπιστεί μια συγκεκριμένη "ατμόσφαιρα" που θέλω να δώσω, ή για να καταγράψω την αντίδραση ενός ανθρώπου που μου θυμίζει έναν ήρωά μου.

8) Όταν ολοκληρώνετε ένα νέο βιβλίο σας αρκείστε στη δική σας μόνο γνώμη και αξιολόγηση, πριν προχωρήσετε στην έκδοσή του, ή αναζητάτε πρώτα την άποψη κάποιου οικείου σας προσώπου του οποίου την κρίση εμπιστεύεστε;

Ο πρώτος που διαβάζει τα βιβλία μου μόλις τελειώσουν είναι ο σύζυγός μου. Η γνώμη του και οι γνώσεις του είναι πράγματα σημαντικά και πολύτιμα.

9) Από τα μυθιστορήματά σας  υπάρχει κάποιο το οποίο ξεχωρίζετε, στο οποίο ίσως έχετε μεγαλύτερη αδυναμία και γιατί; Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για το κάθε βιβλίο σας και, γιατί όχι, την ιστορία "πίσω από την ιστορία" του καθενός;

Δεν μπορώ να ξεχωρίσω τα βιβλία μου. Όλα είναι γραμμένα με κόπο και όλα μου έχουν μάθει πολλά πράγματα. Ίσως χάρηκα περισσότερο τη διαδικασία γραφής του πρώτου, που έχει τίτλο «Στον Καιρό των Μονόκερων», γιατί γράφτηκε χαλαρά, πιο πολύ για "το κέφι" μου, όχι για να εκδοθεί. Δεν μπορώ επίσης να γράψω την ιστορία του καθενός, γιατί το καθένα έχει τόσο μεγάλη ιστορία, που θα μετανιώσετε για την ερώτηση!

10) Η συγγραφέας Νινέττα Βολουδάκη βρίσκει το χρόνο να διαβάζει και για δική της ευχαρίστηση και όχι μόνο για έρευνα πάνω σε κάποιο μελλοντικό βιβλίο της; Όταν συμβαίνει αυτό, ποιό είδος λογοτεχνίας προτιμάτε περισσότερο ως αναγνώστρια και γιατί;

Βρίσκει χρόνο για όλα τα βιβλία. Ακόμα και "κολλημένη" στην κίνηση, στο αυτοκίνητο, ακούει audiobooks, να είναι καλά η τεχνολογία! Διαβάζω σχεδόν αποκλειστικά αγγλική λογοτεχνία -παλιά και νέα- και έχω αδυναμία στα αστυνομικά τους. Τελευταία έχω ενθουσιαστεί με ένα Σκωτσέζο συγγραφέα που είναι αγρότης και ξεκίνησε να δημοσιεύει αστυνομικά μυθιστορήματα στο Amazon, μόνος του, χωρίς εκδότη. Οι ιστορίες του έχουν ήρωα έναν αστυνομικό στο Εδιμβούργο. Τα δύο πρώτα του τα είχα κατεβάσει στο Kindle πολύ οικονομικά, όταν ήταν άγνωστος. Τώρα όμως έγινε γνωστός και τον ανέλαβε εκδότης και οι τιμές των βιβλίων του ανέβηκαν πολύ! Εξακολουθεί να είναι αγρότης και να δίνει προτεραιότητα στα ζώα του και στις αγροτικές δουλειές του και γράφει το βράδυ! Μου αρέσει η νοοτροπία, το φλέγμα, το χιούμορ και ο αυτοσαρκασμός που υπάρχει γενικά στους βρετανούς συγγραφείς.

11) Ποιά είναι τα αγαπημένα σας βιβλία και συγγραφείς; Θεωρείτε ότι έχετε δεχθεί επιρροές από κάποιους ομότεχνούς σας, έλληνες ή ξένους, σύγχρονους ή κλασσικούς, στο δικό σας τρόπο γραφής, ύφους ή θεματολογίας;

Και πάλι ο κατάλογος θα είναι μεγάλος! Ο Ντοστογιέφσκι είναι ένας από τους πρώτους συγγραφείς που με επηρέασε στην αρχή της ζωής μου με το μηδενισμό του. Ο Τολστόι στο «Πόλεμος και Ειρήνη» με την ιστορική του ανάλυση της εκστρατείας του Ναπολέοντα στη Ρωσία, μου άνοιξε ένα παράθυρο στο "σκάκι" των πολέμων που παίζονται με πιόνια τους λαούς. Η Daphne du Maurier με έκανε να αγαπήσω την Κορνουάλλη, η Agatha Christie –και τα βιβλία που έγραψε με το όνομα Mary Westmacott– μου έμαθε πολλά για διάφορες μορφές ψυχολογίας που μπορεί να φαίνονται ακραίες, αλλά είναι πολύ συνηθισμένες. Ιδίως το βιβλίο της «Absent in the Spring», είναι από τα λίγα ψυχογραφήματα της "θυσιασμένης" και "αφοσιωμένης" γυναίκας! Επίσης, ο James Herriot μου έμαθε πώς μπορεί κανείς να αγαπάει ακόμα και το πιο δύσκολο επάγγελμα και να χαίρεται με ό,τι κάνει, έστω και μέσα σε σκληρές συνθήκες, ο Tolkien μου έδειξε πόσα κοινά υπάρχουν στους μύθους των λαών, και πάει λέγοντας… Μπορώ να μιλάω ασταμάτητα και με ευγνωμοσύνη για όλα τα διαφορετικά βλέμματα που με βοήθησαν να δω με πολλές οπτικές γωνίες τους ανθρώπους και τον κόσμο…

12) Από την ελληνική και παγκόσμια λογοτεχνία υπάρχει κάποιο βιβλίο το οποίο έχετε λατρέψει,  το οποίο "ζηλεύετε" ως λογοτεχνικό έργο και θα θέλατε ή ονειρεύεστε να είχατε συγγράψει εσείς;

Νομίζω ότι εξήγησα πιο πάνω πόσα πολλά βιβλία -και τους συγγραφείς τους- έχω θαυμάσει και έχω αγαπήσει. Παρ’ όλα αυτά, ούτε θα ήθελα, ούτε θα μπορούσα να έχω γράψει κάποιο από αυτά. Δεν θα μπορούσα να δω με τα μάτια κάποιου άλλου και να μιλήσω με το δικό του τρόπο, όσο κι αν είναι καλύτερος από μένα.

13) Πιστεύετε πως ο συγγραφέας πρέπει να ταξιδεύει ώστε να έχει κάποια βιώματα από τις χώρες και τις τοποθεσίες τις οποίες, τυχόν, περιγράφει στα βιβλία του και πόσο εφικτό είναι αυτό στην πράξη κατά τη γνώμη σας; Είναι απαραίτητο κάτι τέτοιο, απλά και μόνο, για την "διεύρυνση των οριζόντων" του;

Όλα είναι σχετικά. Όταν γράφεις για πολιτείες που έχουν γίνει χώμα πια και για τόπους που δεν υπάρχουν, πώς να ταξιδέψεις εκεί; Ας πάρουμε παράδειγμα τον Herriot, που σας ανέφερα πιο πάνω. Εκείνος έζησε σε ένα συγκεκριμένο τόπο όλη του τη ζωή και περιέγραψε με λεπτομέρειες τη ζωή του κτηνιάτρου στον τόπο αυτό και το έκανε πολύ ωραία. Υπάρχει, όμως, και ο Tolkien  που περιέγραψε με κάθε λεπτομέρεια ένα τόπο που δεν υπήρξε και δεν θα υπάρξει και έγραψε σε γλώσσες που κανείς δεν θα μιλήσει ποτέ και το δικό του έργο είναι μοναδικό κι ανεπανάληπτο. Άρα. Όλα είναι σχετικά και εξαρτώνται από τον συγγραφέα.

14) Θεωρείτε ότι ο συγγραφέας θα πρέπει να ασχολείται με διαφορετικά είδη λογοτεχνίας και να "πειραματίζεται" θεματολογικά, ρισκάροντας το υπάρχον αναγνωστικό του κοινό, ή θα όφειλε να εμμένει στο είδος που τον έχει καθιερώσει;

Θεωρώ ότι οι αναγνώστες που αγαπούν ένα συγγραφέα, θα τον ακολουθήσουν στις επιλογές του.

15) Πιστεύετε πως οι συγγραφείς οφείλουν να προβληματίζουν τους αναγνώστες "κεντρίζοντας" τη σκέψη τους, ή ο σκοπός των βιβλίων τους θα έπρεπε να είναι καθαρά και μόνο ψυχαγωγικός; Εσείς, ποιά μηνύματα επιδιώκετε να "περάσετε" στους αναγνώστες σας και σε ποιό είδος αναγνωστικού κοινού, συνήθως, απευθύνεστε μέσα από το συγγραφικό έργο σας;

Πιστεύω ότι όλα τα βιβλία πρέπει να προβληματίζουν και να παρέχουν γνώσεις με ευχάριστο και ενδιαφέροντα τρόπο. Υπάρχει ένα ρητό που λέει πως, αν ένα βιβλίο δεν αξίζει να το διαβάσεις δεύτερη φορά, δεν αξίζει να το διαβάσεις ούτε και την πρώτη! Δεν καταλαβαίνω πώς θα είναι μόνο ψυχαγωγικό ένα βιβλίο. Ακόμα και ο Αστερίξ ο Γαλάτης δεν είναι μόνο ψυχαγωγικός, αλλά έχει μηνύματα. Εγώ θέλω να προβληματίζω τους αναγνώστες μου και, κάποιες φορές, να τους ανησυχώ.

16) Θεωρείτε ότι η σύγχρονη πραγματικότητα μπορεί να αποτελέσει πηγή έμπνευσης για ένα συγγραφέα και, ειδικότερα, οι τόσο δύσκολες καταστάσεις που βιώνουμε τελευταία στην πατρίδα μας; Ή μήπως το ζητούμενο από τους αναγνώστες είναι ακριβώς η "φυγή" από αυτήν την ζοφερή πραγματικότητα;

Οπωσδήποτε ο καιρός μας θα είναι πηγή έμπνευσης για κάποιον στο μέλλον. Ελάχιστοι σύγχρονοι άνθρωποι, όμως, έχουν τη νηφαλιότητα να βλέπουν και να κρίνουν αντικειμενικά τα κοινωνικά και τα προσωπικά τους γεγονότα, γιατί οι περισσότεροι βλέπουμε και κρίνουμε συναισθηματικά, άρα υποκειμενικά. Προσωπικά, δεν μου αρέσει η "φυγή". Μου αρέσουν οι λύσεις. Και αρνούμαι να πιστέψω ότι υπάρχουν αντικειμενικά αδιέξοδα. Απλά, υπάρχουν άνθρωποι που επιμένουν να πετύχουν διαφορετικά αποτελέσματα από τα ίδια δεδομένα.

17) Είχατε κάποιους "ενδοιασμούς" όταν αποφασίσατε να δώσετε το πρώτο σας βιβλίο προς έκδοση; Αγωνιούσατε ως προς την αποδοχή που θα τύχαινε από το αναγνωστικό κοινό; Η θεματολογία των περισσοτέρων βιβλίων σας, πιστεύετε πως παίζει τον δικό της ρόλο στην αποδοχή αυτή;

Είναι αστείο, αλλά εγώ έγραφα για… το συρτάρι μου! Έγραφα γιατί δεν μπορούσα να μη γράφω. Το πρώτο μου –λογοτεχνικό– βιβλίο το έδωσα γιατί πείστηκα ότι και κάποιοι άλλοι μπορεί να χαρούν να το διαβάσουν, όσο χάρηκα κι εγώ που το έγραψα. Με το ίδιο σκεπτικό, όταν ένα θέμα με ενδιαφέρει, θέλω να το μοιραστώ με κάποιους που σκέφτονται σαν και μένα.

18) Εσείς, με  την έως τώρα πείρα σας στον χώρο της συγγραφής, τί θα συμβουλεύατε όλους τους νέους επίδοξους συγγραφείς, που ονειρεύονται να δουν κάποτε ένα βιβλίο τους στις προθήκες των βιβλιοπωλείων και, ιδιαίτερα, εν μέσω αυτής της δύσκολης οικονομικής συγκυρίας;

Θα τους συμβούλευα κι εκείνους να γράφουν γιατί δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς. Αν μπορούν να κάνουν αλλιώς, τότε ας μη γράφουν.

19) Κλείνοντας και, αφού σας ευχαριστήσω θερμά για την τιμή της παραχώρησης  αυτής της συνέντευξης, θα ήθελα να σας ευχηθώ ολόψυχα καλή επιτυχία σε όλα σας τα βιβλία αλλά, ειδικότερα, στο τελευταίο  μυθιστόρημά σας «Τα Σύννεφα Μαζεύονται Στη Δύση», και να σας ρωτήσω για τα άμεσα συγγραφικά σας σχέδια. Τί να περιμένουμε από εσάς στο μέλλον;

Εγώ σας ευχαριστώ και ελπίζω να μη σας κούρασα. Ευχαριστώ πολύ και για τις ευχές σας. Αυτό που έχει προτεραιότητα τώρα, είναι να τελειώσω το τρίτο βιβλίο της τριλογίας «Βασιλίς Ειρήνη η εξ Αλαμανών», δηλαδή το επόμενο από «Τα Σύννεφα μαζεύονται στη Δύση», το οποίο έχω καθυστερήσει αρκετά. Να σκεφτείτε ότι αλλάζω πεζοδρόμιο για να αποφύγω μια συμπαθέστατη αναγνώστρια, γειτόνισσά μου, που κάθε φορά που συναντιόμαστε –κι αυτό συμβαίνει πολύ τακτικά– μαζί με το καλημέρα, με ρωτάει αν τέλειωσα και το τρίτο βιβλίο και γιατί αργώ τόσο! Άρα, δεν έχω άλλο περιθώριο!...
Και πάλι σας ευχαριστώ πολύ και σας εύχομαι καλό καλοκαίρι με …πολλά βιβλία…

Βιβλιογραφία της Νινέττας Βολουδάκη:

Η Νινέττα Βολουδάκη γεννήθηκε, ζει και εργάζεται στην Αθήνα.
Έχει γράψει ιστορικά βιβλία και για παιδιά και για μεγάλους, θεατρικά έργα για παιδιά και έχει κάνει θεατρικές διασκευές γνωστών παραμυθιών.
Έργο της έχει βραβευτεί από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, της οποίας είναι μέλος.
Εκτός από το γράψιμο ασχολείται και με τη ζωγραφική, με ιδιαίτερες μελέτες στη μεσαιωνική ζωγραφική, βυζαντινή και δυτική.
Από τις Εκδόσεις Λιβάνη κυκλοφορεί επίσης το βιβλίο της «Η Ξένη απ’ το Βορρά και την Ομίχλη» (2013) και «Τα Σύννεφα Μαζεύονται Στη Δύση» (2014).

Περισσότερες πληροφορίες για το συγγραφικό έργο της συγγραφέως στο επίσημο προφίλ της στο site των εκδόσεων Λιβάνη: http://www.livanis.gr/ViewAuthors.aspx?ValueId=846275 και επικοινωνία με τη συγγραφέα στο προσωπικό της ιστολόγιο: http://ninetta1.blogspot.com.

Βιβλιογραφία της Νινέττας Βολουδάκη:

«ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ ΜΑΖΕΥΟΝΤΑΙ ΣΤΗ ΔΥΣΗ»
Εκδόσεις: Λιβάνη
Σελίδες: 320
Τιμή: 11,94 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Το βιβλίο "Τα Σύννεφα Μαζεύονται στη Δύση", το δεύτερο της τριλογίας "Βασιλίς Ειρήνη η εξ Αλαμανών", ξεκινά με το θάνατο του Ιωάννη Κομνηνού και την άνοδο στο θρόνο του γιου του, Μανουήλ. Ο τίτλος του δηλώνει τόσο τα σύννεφα της παρακμής, όσο και τα σύννεφα της σταυροφορίας και τη φθορά που επέφεραν στην αυτοκρατορία, ενώ περιγράφονται οι αλλαγές στη νοοτροπία, τη ζωή και στα ήθη της νέας Αυλής, οι οποίες άρχισαν να γίνονται από την ενθρόνιση του νέου αυτοκράτορα.
Η Μπέρθα του Σούλτσμπαχ βρέθηκε τρία χρόνια στο περιθώριο, μέσα στην αβεβαιότητα για το μέλλον της, γιατί η θέση της -μια απλή κοντέσα, συγγενής εξ αγχιστείας ενός βάρβαρου ρήγα- αλλά και η προσωπική αδιαφορία του Μανουήλ τον έκαναν να διστάζει να πάρει μια οριστική απόφαση.
Ο γάμος τους έγινε τελικά τον Ιανουάριο του 1146 και η κοντέσα Μπέρθα έμεινε στην ιστορία ως "βασιλίς Ειρήνη η εξ Αλαμανών".
Ωστόσο, ο Μανουήλ είχε αποκτήσει ένα νόθο γιο από την ανεψιά του, την κόρη του αδερφού του που είχε πεθάνει, γεγονός που δημιούργησε προβλήματα στις σχέσεις του με δύο πατριάρχες, πρώτα με τον Μιχαήλ Κουρκούα και ύστερα με τον Κοσμά Αττικό, που ανέβηκε στον πατριαρχικό θρόνο μετά την παραίτηση και το θάνατο του πρώτου.
Την άνοιξη του 1146, ο Μανουήλ ξεκίνησε εκστρατεία για να πολιορκήσει το Ικόνιο, αλλά οι ειδήσεις για μια νέα σταυροφορία που ξεκινούσε στη Δύση τον έφεραν πίσω στη Βασιλεύουσα...»

«Η ΞΕΝΗ ΑΠ' ΤΟ ΒΟΡΡΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ»
Εκδόσεις: Λιβάνη
Σελίδες: 320
Τιμή: 11,94 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Τη νύχτα του πρώτου χιονιού, οι θρύλοι λένε πως τα ξωτικά βγαίνουν να το προϋπαντήσουν καβάλα στους μονόκερους. Αν κοιτάξεις προσεκτικά, θα δεις τις σκιές τους να περνούν, αλλά είναι δύσκολο να τα ξεχωρίσεις, γιατί καβαλάρηδες και μονόκεροι είναι κάτασπροι και κρύβονται στο χιόνι. Τα χρόνια που στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία βασίλευε η δυναστεία των Κομνηνών -τα τελευταία χρόνια του πλούτου, της ακμής και της δύναμής της- κάποια ξωτικά και μονόκεροι, κάποιοι θρύλοι και παραμύθια είχαν απομείνει να ανακατεύονται με την καθημερινή ζωή των ανθρώπων.
Το πρώτο βιβλίο της τριλογίας "Βασιλίς Ειρήνη η εξ Αλαμανών", που περιγράφει τα τελευταία χρόνια της ζωής του αυτοκράτορα Ιωάννη Κομνηνού -του δεύτερου της δυναστείας-, ψάχνει ανάμεσα στους θρύλους και στις πραγματικότητες για να φέρει στο φως την ιστορία μιας Αλαμανής αρχόντισσας, της κοντέσας Μπέρθα του Σούλτσμπαχ, γυναικαδέλφης του ρήγα Κονράδου, που ήρθε στην ωραιότερη πόλη της τότε γνωστής οικουμένης, στη Βασιλεύουσα πόλη, στα μέσα του 12ου αιώνα, για να παντρευτεί το μικρότερο πορφυρογέννητο γιο του βασιλέα Ιωάννη, τον Μανουήλ. Η ιστορία της ξεκινάει μια νύχτα του πρώτου χιονιού και ακολουθεί ένα λαβύρινθο από απρόσμενα μονοπάτια, μέχρι να φτάσει στο τέλος της, ύστερα από δεκάξι χρόνια. Στην αρχή, ο θρόνος της αυτοκρατορίας έμοιαζε απλησίαστος για τον τελευταίο γιο που είχε τρεις μεγαλύτερους αδερφούς να προηγούνται στη σειρά της διαδοχής και το συνοικέσιο με μια Αλαμανή μικροευγενή ήταν αποδεκτό. Η ζωή των ανθρώπων, όμως, σπάνια είναι προβλέψιμη. Και, πολύ συχνά, ξεπερνάει ακόμα και τους θρύλους και τα παραμύθια.»

Παρασκευή 12 Αυγούστου 2016

«ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΑΛΛΑΞΕΙ Ο ΑΝΕΜΟΣ», της Μαρίας Λιάσκα-Μαυράκη – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

«ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΑΛΛΑΞΕΙ Ο ΑΝΕΜΟΣ», της Μαρίας Λιάσκα-Μαυράκη – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη
Εκδόσεις: Ωκεανίδα
Σελίδες: 304
Τιμή: 13 €

            Ο σοφός λαός μας λέει: «η καλή ημέρα από το πρωί φαίνεται» και θεωρώ πως στην περίπτωση της Μαρίας Λιάσκα-Μαυράκη αυτή η λαϊκή ρήση επιβεβαιώνεται απόλυτα! Το πρώτο της βιβλίο που διάβασα, και ταυτόχρονα η πρώτη συγγραφική της προσπάθεια, ήταν το υπέροχο «Μη Μου Πεις Το Τέλος» που εκδόθηκε το 2014 από τις εκδόσεις Άνεμος· ένα βιβλίο με ιστορικό φόντο που περιλαμβάνει σημαντικότατα γεγονότα από τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο μέχρι και την μεταπολίτευση συνδυασμένα με την ευρηματική μυθοπλασία της συγγραφέως. Το αποτέλεσμα με μάγεψε και υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι θα παρακολουθώ με μεγάλο ενδιαφέρον κάθε συγγραφική απόπειρα της συγγραφέως. Πράγματι, το επόμενο βιβλίο της από τις ίδιες εκδόσεις το 2015, με τίτλο «Ο Κύκλος Με Τη Θάλασσα», ήρθε για να επιβεβαιώσει την αρχική μου εντύπωση για το εξαίρετο συγγραφικό της ταλέντο, καθώς συνέγραψε ένα ιστορικό μυθιστόρημα για μια πολύ ταραγμένη περίοδο της Βόρειας Ιρλανδίας, της Αγγλίας  και της Κύπρου. Δεν περίμενα, λοιπόν, τίποτε λιγότερο από το νέο της βιβλίο που κυκλοφόρησε φέτος από τις εκδόσεις Ωκεανίδα, το μυθιστόρημα «Μέχρι Να Αλλάξει Ο Άνεμος». Πράγματι, το νέο πόνημα της Μαρίας Λιάσκα-Μαυράκη είναι αντάξιο των προηγουμένων της και, θα τολμούσα να πω, λίγο πιο ώριμο συγγραφικά, καθώς η γραφή της έχει "μεστώσει", έχει αποκτήσει μια ιδιαίτερη γλύκα και γλαφυρότητα, αγγίζοντας απευθείας τον αναγνώστη σε κάθε ευαίσθητη "χορδή" του.
            Αυτή τη φορά η ιστορία μας ξεκινά λίγο πριν τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο στην όμορφη, ακριτική Λήμνο, ένα νησί άγριας ομορφιάς, αρχαίας Ιστορίας και εξαίρετων λογοτεχνών. Η επιλογή του τόπου δε νομίζω πως έγινε τυχαία αλλά, αν μαντεύω σωστά, η συγγραφέας ίσως ήθελε να αποτίσει "φόρο τιμής" στον τόπο της μόνιμης κατοικίας της, τον τόπο όπου "τολμά" να ζει με την οικογένειά της τα τελευταία χρόνια, όπως διατείνεται η ίδια. Η κύρια ηρωίδα μας είναι η νεαρή Αθηνά Θαλίδου, η οποία περνά τις καλοκαιρινές της διακοπές στο πανέμορφο νησί του βορείου Αιγαίου το 1939, μαζί με την αδερφή της Αναστασία, στο σπίτι της πολυαγαπημένης τους, ανύπαντρης θείας Μέλπως. Η κοπέλα είναι αποφασισμένη να παντρευτεί μόνο κάποιον που θα ερωτευθεί τρελά, αγνοώντας τα συνοικέσια και τις αδιάφορες γνωριμίες της εποχής, καθώς και τις αντιρρήσεις της ορθολογίστριας θείας της που βιάζεται να την αποκαταστήσει. Η ξαφνική εμφάνιση, όμως, του γοητευτικού συνταγματάρχη Πέτρου Αναστασιάδη ως από μηχανής θεού, ο οποίος σώζει από σίγουρο πνιγμό τον ανιψιό της Αθηνάς, αναποδογυρίζει τα πάντα μέσα της, αλλά και στον κοινωνικό της περίγυρο. Ο έρωτας που γεννιέται μεταξύ αυτών των δύο, φαινομενικά και ηλικιακά, αταίριαστων ανθρώπων θα είναι αμοιβαίος και κεραυνοβόλος.
"Κεραυνοβόλες", όμως, θα είναι από εκεί και στο εξής οι ιστορικές εξελίξεις, όπως και τα τυχαία τραγικά συμβάντα στο νησί που θα αλλάξουν τις ζωές και θα σκιάσουν τα όνειρα όλων. Ο πρώτος ομιλών κινηματογράφος στη Λήμνο θα είναι η αιτία για μια άδικη και απρόσμενη καταστροφή αφού, από τραγικό λάθος των υπευθύνων και ελλιπείς κανονισμούς ασφαλείας στην αίθουσα, θα προκληθεί μια καταστροφική πυρκαγιά, όπου θα βρουν μαρτυρικό θάνατο πολλά άτομα. Ο Πέτρος θα μπορέσει να σώσει την αγαπημένη του αλλά όχι όσους θα ήθελε. Εν τω μεταξύ, ο Χίτλερ εξαπολύει τα στρατεύματά του και η "δυσωδία" του σκληρότερου, ίσως, πολέμου στην Ιστορία φτάνει σε λίγο και στη Λήμνο, απομακρύνοντας τους δύο ερωτευμένους αφού η Αθηνά αναγκάζεται να μεταβεί στην πρωτεύουσα κι ο Πέτρος καλείται στο μέτωπο. Η σχέση τους παραμένει ζωντανή και φλογερή μέσα από την όποια δυνατή αλληλογραφία τους μέχρι που, μετά την εισβολή των Γερμανών στην χώρα μας, η Αθηνά πληροφορείται για τον θάνατο του αγαπημένου της και τα όνειρα και οι προσδοκίες της καταρρέουν σαν πύργος από τραπουλόχαρτα... Η ζωή, όμως, προχωρά και η Αθηνά αναγκάζεται να κάνει το ίδιο· έτσι, μετά από κάποια χρόνια παντρεύεται τον Γιώργο, έναν γιατρό στο επάγγελμα και πολύ ερωτευμένο μαζί της άνδρα. Η Μοίρα όμως έχει τα δικά της σχέδια και αδιαφορεί αν αυτά ανατρέπουν ζωές, ισορροπίες και ανολοκλήρωτες αγάπες των ανθρώπων που εμπλέκονται σε αυτά.
Η Μαρία Λιάσκα-Μαυράκη κατάφερε να συγγράψει ένα μυθιστόρημα συγκλονιστικό, με το συναίσθημα και την συγκίνηση να ξεχειλίζουν σε κάθε σελίδα του ενώ, ταυτόχρονα, αποτυπώνει μέσα από τις ζωές και τις περιπέτειες των πολυάριθμων ηρώων της όλες τις "σκοτεινές" και αμφιλεγόμενες σελίδες της Ιστορίας εκείνης της εποχής. Η αντίσταση προς τον φασίστα κατακτητή, αλλά και ο αδελφοκτόνος εμφύλιος που ακολούθησε καταγράφονται με ακρίβεια και αντικειμενικότητα και είναι, πραγματικά, σοκαριστική η μεταστροφή της "θεώρησης των πραγμάτων" λόγω του εκάστοτε καθεστώτος, που είναι ικανή να μετατρέψει παρασημοφορεμένους ήρωες εν καιρώ πολέμου σε κατάπτυστους προδότες και καταδικασθέντες σε θάνατο εν καιρώ εμφυλίου… Η αχαριστία και ο εθνικός διχασμός είναι, δυστυχώς, χαρακτηριστικά της αγέρωχης και χαρισματικής κατά τα άλλα φυλής μας. Μια γρήγορη ματιά στις σημαντικότερες ιστορικές στιγμές της χώρας μας από την αρχαιότητα έως και τώρα θα σας πείσει για του λόγου το αληθές.
Εν κατακλείδι, η εξαίρετη συγγραφέας πλάθει την δική της συναρπαστική μυθοπλασία με φόντο την Ιστορία της εποχής και τις προεκτάσεις της στις ταραχώδεις ζωές των ηρώων της. Η γιαγιά Αθηνά, αλλά και η συνονόματη εγγονή της με την κολλητή παιδική της φίλη την Ειρήνη, ο βασανισμένος αλλά αγέρωχος συνταγματάρχης Πέτρος, ο καλοπροαίρετος, δίκαιος γιατρός Γιώργος, η εμβληματική αλλά αδικοχαμένη θεία Μέλπω και τόσοι άλλοι ήρωες, μας "αιχμαλωτίζουν" μέσα στην συναρπαστική ιστορία τους την οποία παρακολουθούμε με κομμένη την ανάσα. Το «Μέχρι Να Αλλάξει Ο Άνεμος» είναι ένα μυθιστόρημα που μιλάει κυρίως για την αγάπη, την αδερφική, την σθεναρή αγάπη μεταξύ παιδικών φίλων που αντιστέκεται στο πέρασμα του χρόνου και στην απόσταση, την αγάπη του ανθρώπου προς τον συνάνθρωπό του, την αγάπη χωρίς αντίκρισμα αλλά και την αγάπη την απέραντη, την αιώνια, αυτή που δεν σβήνει ποτέ σε πείσμα των γεγονότων και των κακών οιωνών. Πολλά συγχαρητήρια στην αγαπητή Μαρία Λιάσκα-Μαυράκη για το νέο της πόνημα και σας προτείνω να το διαβάσετε, Φίλοι μου. Θα το θυμάστε για καιρό!

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Μια ιστορία αληθινής αγάπης που δεν έσβησε ποτέ, όσα χρόνια κι αν πέρασαν.

Το 1939, στη Λήμνο, ο συνταγματάρχης Πέτρος Αναστασιάδης σώζει από βέβαιο πνιγμό τον ανιψιό της Αθηνάς Θαλίδου, που παραθέριζε στο νησί και διασκέδαζε με ξέγνοιαστες βόλτες και χορούς. Ανάμεσα στον Πέτρο και στην Αθηνά γεννιέται ένας κεραυνοβόλος έρωτας, ενώ τα αεροπλάνα του Χίτλερ πετούν πάνω από την Ισπανία και οι πρώτοι καπνοί έχουν την οσμή του πολέμου, πάνω από τη χρυσή γη της Λήμνου. Και τότε, λίγο πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στην πρεμιέρα του πρώτου ομιλούντος κινηματογράφου, ένα λάθος των υπευθύνων προκαλεί μια πυρκαγιά που καταπίνει ανθρώπινες ζωές. Ο Πέτρος σώζει την Αθηνά από τη φωτιά, μα, κατόπιν, ο πόλεμος τους χωρίζει. Εκείνη φεύγει για την Αθήνα κι αυτός για το μέτωπο, απ’ όπου της γράφει γράμματα μέσα απ’ τη μάχη. Η αήττητη γερμανική μηχανή εισβάλλει στην Ελλάδα και οι πληροφορίες που φτάνουν στα αυτιά της Αθηνάς λένε ότι ο Πέτρος είναι νεκρός. Τα χρόνια περνούν και η Αθηνά παντρεύεται, αλλά ποτέ δεν ξεχνά τον Πέτρο. Τι άλλο της επιφυλάσσει η ζωή;»

Κυριακή 7 Αυγούστου 2016

Συνέντευξη με την ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΚΑΛΛΙΟΝΤΖΗ - Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

Αναστασία Καλλιοντζή
            Όταν πριν από τουλάχιστον μια δεκαπενταετία διάβασα το αλησμόνητο για μένα βιβλίο της Αναστασίας Καλλιοντζή «Μη Μου Λες Αντίο» δεν μπορούσα καν να διανοηθώ ότι κάποια στιγμή στο τότε "άδηλο" μέλλον μου θα είχα τη δυνατότητα να της απευθύνω ορισμένες ερωτήσεις που αφορούν την συγγραφική της ιδιότητα, αλλά ούτε ότι θα είχα την ευκαιρία και την χαρά να την γνωρίσω και από κοντά και να αποκομίσω τις καλύτερες εντυπώσεις. Τιμή ιδιαίτερη, λοιπόν, αυτή η συνέντευξη που μου παραχώρησε η αγαπητή συγγραφέας, η οποία έχει να επιδείξει πλούσιο και αξιολογότατο έργο, συγγραφικό και μεταφραστικό, με ποικίλα, ασυνήθιστα και φλέγοντα θέματα. Διαβάζοντας κάποια από τα μυθιστορήματά της διαπίστωσα ότι είναι ένας άνθρωπος βαθιά προβληματισμένος και συναισθανόμενος τα όσα συμβαίνουν γύρω της και, κυρίως μία συγγραφέας που δεν διστάζει να "βάλει το μαχαίρι στο κόκκαλο", να θίξει ζητήματα-ταμπού χωρίς φόβο και χωρίς προκατάληψη, κάτι που αποτελεί αξιοπρόσεκτο χαρακτηριστικό της. Το δε μεταφραστικό της έργο πλουσιότατο και αξιομνημόνευτο με πολλές υποδειγματικές μεταφράσεις – αξέχαστη εκείνη της «Κότας Που Ονειρευόταν Να Πετάξει» με την λατρεμένη Μπουμπουκίτσα – βιβλίων που έχουν αφήσει το στίγμα τους.
            Την ευχαριστώ θερμά για το χρόνο που διέθεσε απαντώντας στο ερωτηματολόγιο των «Φίλων Της Λογοτεχνίας», για τις ουσιώδεις και εκ βαθέων απαντήσεις της, της εύχομαι καλή επιτυχία σε όλα τα έργα της, να έχει πάντα πρωτότυπες και αστείρευτες εμπνεύσεις για να μας χαρίζει τέτοια "βιβλία-θηρία" και σας προσκαλώ να διαβάσετε τις απαντήσεις της, ώστε να γνωρίσετε κι εσείς λίγο καλύτερα την αγαπητή Αναστασία Καλλιοντζή!

1) Αγαπητή κ. Καλλιοντζή, μας έχετε ήδη χαρίσει οκτώ αξιόλογα μυθιστορήματά σας, αλλά και πολλές εξαιρετικές μεταφράσεις σας ξένης λογοτεχνίας, με πιο πρόσφατη την επανέκδοση του πολυαγαπημένου πρώτου μυθιστορήματός σας «Μη Μου Λες Αντίο» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Ποιό ήταν το έναυσμα για την ενασχόλησή σας με τον κόσμο της λογοτεχνίας και το αντικείμενο της συγγραφής;

Ήταν μια βαθιά εσωτερική ανάγκη αυτοέκφρασης, που έπρεπε πάση θυσία να εκτονωθεί. Προφανώς αυτή η ανάγκη δούλευε στα εντός μου επί μακρόν, δίχως να της έχω δώσει τη δέουσα σημασία, και κάποια στιγμή βγήκε στην επιφάνεια κι από τότε δεν μπορώ να τη σταματήσω. Το έναυσμα… παραμένει ανεξήγητο μυστήριο. Όλα ξεκίνησαν μια τυχαία μέρα του 1999 στο δικηγορικό μου γραφείο. Άνοιξα τον υπολογιστή έχοντας την πρόθεση να συντάξω μιαν εξώδικο. Αντί για την εξώδικο, όλως παραδόξως και μυστηριωδώς, άρχισα να αραδιάζω λέξεις τη μια μετά την άλλη σαν ποτάμι. Ήταν οι πρώτες στιγμές του «Μη Μου Λες Αντίο».

2) Από πού αντλείτε την έμπνευση για κάθε έργο σας και κάθε χαρακτήρα και πόσο δύσκολο είναι να συγκεντρώσετε τις απαραίτητες πληροφορίες, όταν αυτές απαιτούνται, ώστε να συνδυάσετε τυχόν ιστορικά γεγονότα, τόπους και μυθοπλασία στα βιβλία σας;

Την έμπνευση μπορώ να την αντλήσω από οπουδήποτε και από οτιδήποτε. Ένα στιγμιότυπο, ένας άνθρωπος, ένα βλέμμα, ένα γέλιο, μια κατάσταση… οτιδήποτε, οπουδήποτε. Κάτι που σε κάποιον άλλο άνθρωπο μπορεί να μην προκαλέσει καμία εντύπωση, για μένα μπορεί να είναι το τσακμάκι που θα βάλει φωτιά στην έμπνευσή μου για να γεννηθεί ένα ολόκληρο βιβλίο! Σε ό,τι αφορά τους χαρακτήρες, όλοι είναι απολύτως φανταστικοί – όλοι γεννιούνται από μια έμπνευση της στιγμής, αποκτούν δική τους ταυτότητα κι έχουν μια εντελώς δική τους, αυτόνομη πορεία. Ενίοτε βέβαια συγκεντρώνουν και χαρακτηριστικά από το φορτίο των δικών μου εμπειριών στη ζωή – νομίζω πως αυτό γίνεται ασυναίσθητα. Σε ό,τι αφορά τη συγκέντρωση πληροφοριών, οφείλω να πω πως απέχω ενσυνείδητα από ιστορίες που για να γραφτούν χρειάζεται έρευνα. Κάνω έρευνα επί καθημερινής βάσεως στη δουλειά μου ως δικηγόρου εδώ και είκοσι χρόνια, απίστευτη έρευνα, είμαι συνέχεια πάνω από ένα βιβλίο ή μέσα στο διαδίκτυο και ψάχνω τα νομικά που χρειάζομαι για να στηρίξω τις υποθέσεις των εντολέων μου. Έχω την αίσθηση ότι θα με εξόντωνε ψυχικά το να κάνω και έρευνα για να γράψω ένα μυθιστόρημα. Εξ ου και απέχω από τη συγγραφή ιστορικών, π.χ., μυθιστορημάτων. Γράφω μονάχα για πράγματα που τυγχάνει να γνωρίζω καλά. Να, επί παραδείγματι, το «Μη Μου Λες Αντίο» μου βγήκε αβίαστα γιατί έζησα στην Κομοτηνή τέσσερα ολόκληρα χρόνια, κι έζησα την πόλη εν τω βάθει.  

3) Συνήθως, οι περισσότεροι συγγραφείς είτε έχουν σπουδάσει κάποιο αντικείμενο, είτε ασκούν ως επάγγελμα κάτι εντελώς διαφορετικό από την συγγραφική τους ιδιότητα, αλλά και τις σπουδές τους. Θα θέλατε να μας μιλήσετε σχετικά με αυτό και να μας πείτε πόσο αρμονικός είναι ο συνδυασμός όλων αυτών και κατά πόσο αλληλοεπηρεάζονται οι επιμέρους ιδιότητές σας;

Έχω περάσει από τα έδρανα της Νομικής και της Θεολογικής. Εργάζομαι ως δικηγόρος από το 1997, αυτό είναι το επάγγελμά μου, σ’ αυτό στηρίζω τον βιοπορισμό μου - άλλωστε το να γίνω δικηγόρος ήταν το μεγάλο μου όνειρο από παιδάκι ακόμη. Ο συνδυασμός της δικηγορίας με τη συγγραφή, σε μένα τουλάχιστον, δουλεύει αρμονικά. Οφείλω να πω ότι η δικηγορία λειτουργεί για μένα ως αστείρευτη πηγή έμπνευσης για τη συγγραφή, καθόσον στα βιβλία μου καταπιάνομαι ως επί το πλείστον με κοινωνικά θέματα, και το δικηγορικό λειτούργημα καθιστά τον φορέα του άμεσα εμπεπλεγμένο με την κοινωνία και όλες τις εκφάνσεις του βίου. Το κακό στις μέρες μας, προϊούσης και βαθαίνουσας της οικονομικής κρίσης, είναι ότι για να μην κινδυνεύσει ο βιοπορισμός αναγκάζεσαι να διαλέξεις. Ανάγκη επιτακτική… Γι’ αυτό λοιπόν, ελλείψει χρόνου και λόγω της δέουσας αφοσίωσης που συνεπάγεται η συγγραφή, τούτο τον καιρό έχω ρίξει όλο μου το βάρος στη δουλειά μου ως δικηγόρου και μεταφράστριας.

4) Έχετε συμπεριλάβει ποτέ στα μυθιστορήματά σας κάποια προσωπικά σας βιώματα; Πόσο εύκολο, ή επώδυνο ήταν αυτό και πόσο εφικτή ήταν η αντικειμενική προσέγγισή τους συγγραφικά;

Θέλοντας και μη, είτε για να διευκολύνω τις ανάγκες της πλοκής είτε εντελώς ασυναίσθητα, έχω συμπεριλάβει αρκετές φορές προσωπικά μου βιώματα στα μυθιστορήματά μου. Δεν θα το χαρακτήριζα επώδυνο αυτό, δεδομένου ότι δεν είναι απαραίτητο πως πρόκειται για τέτοιου είδους βιώματα. Η αντικειμενική προσέγγιση, συγγραφικά, για μένα τουλάχιστον είναι μονόδρομος. Εγώ γράφω μεν, αλλά ο ήρωας είναι που βιώνει. Αυτός είναι που με καλεί να τον αποτυπώσω. Είπαμε, έχει δική του αυτόνομη πορεία, δική του βούληση…

5) Στα βιβλία σας έχετε καταπιαστεί με πολλά και διαφορετικά θέματα, ενώ κυρίαρχο ρόλο μπορούμε να πούμε ότι παίζει η ίδια η ζωή και η πραγματικότητα με τα πιο απρόβλεπτα και "απίθανα" σενάριά της. Θεωρείτε, ίσως, ότι η ζωή αποτελεί μια σημαντική και ανεξάντλητη "πηγή ιδεών" για έναν συγγραφέα;

Προφανώς. Η ίδια η ζωή. Αστείρευτη δεξαμενή πρωτογενούς υλικού. Φτάνει να έχουμε τα μάτια και τα αυτιά μας ανοιχτά, να είμαστε καλοί δέκτες και να μην αφήνουμε τη ζωή και τις εμπειρίες της να περνούν από πάνω μας όπως το νερό πάνω από το φτέρωμα της πάπιας…

6) Πιστεύετε πως το επιστημονικό υπόβαθρο είναι απαραίτητο για τη συγγραφή ενός βιβλίου, ή αρκεί το έμφυτο συγγραφικό ταλέντο, η φαντασία και οι εμπειρίες του συγγραφέα;

Δεν θεωρώ το επιστημονικό υπόβαθρο ως αναγκαία και ικανή συνθήκη για να γραφτεί ένα βιβλίο ή ένα καλό βιβλίο, ούτως ειπείν. Για να γραφτεί ένα βιβλίο που θα αγγίξει τις καρδιές κι ίσως να μείνει και στην Ιστορία, αρκεί μια γόνιμη φαντασία και μια αλήθεια στην προσέγγιση. Το επιστημονικό υπόβαθρο ωστόσο βοηθάει στην ορθή χρήση της γλώσσας και ενδεχομένως στην ευχερέστερη αποτύπωση των ιδεών.

7) Υπάρχει κάποιο μοτίβο ως προς το πότε σας "επισκέπτεται" η συγγραφική σας  έμπνευση; Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ώρα, διάθεση, ή τόπος ίσως, που να σας προδιαθέτει να γράψετε, ή είναι κάτι που "ρέει" αβίαστα από μέσα σας συνέχεια;

Ενώ το κανάλι είναι μονίμως ανοιχτό και η έμπνευση ρέει μέσα μου μαζί με το αίμα μου, για κάποιον λόγο μυστηριώδη που δεν τον έχω αποκρυπτογραφήσει ποτέ, γράφω αποκλειστικά και μόνο στο δικηγορικό μου γραφείο. Δεν ξέρω ούτε εγώ πώς να το εξηγήσω αυτό. Έχω βέβαια πάντα μαζί μου ένα σημειωματάριο, όπου σημειώνω οτιδήποτε χρειάζεται να σημειωθεί.

8) Όταν ολοκληρώνετε ένα νέο μυθιστόρημά σας αρκείστε στη δική σας μόνο γνώμη και αξιολόγηση, πριν προχωρήσετε στην έκδοσή του, ή αναζητάτε πρώτα την άποψη κάποιου οικείου σας προσώπου την κρίση του οποίου εμπιστεύεστε;

Οφείλω να ομολογήσω ότι δεν έχω μοιραστεί ποτέ με κανέναν καμία μου δουλειά. Έτσι όπως είναι, φρέσκια, ακόμη "αχνίζει" που λένε, την πηγαίνω κατευθείαν στον εκδότη. Έτσι ξεκίνησα με το πρώτο μου βιβλίο και φαντάζομαι έτσι θα πάει το πράγμα μέχρι τέλους.

9) Από τα μυθιστορήματά σας  υπάρχει κάποιο το οποίο ξεχωρίζετε, στο οποίο ίσως έχετε μεγαλύτερη αδυναμία και γιατί; Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για το κάθε βιβλίο σας και, γιατί όχι, την ιστορία "πίσω από την ιστορία" του καθενός;

Όλα μου τα πνευματικά πονήματα τ’ αγαπώ εξίσου, ωστόσο η μεγάλη μου αδυναμία είναι το τέταρτο παιδάκι μου, με τίτλο «Έσχατοι Καιροί». Το βιβλίο αυτό γράφτηκε το 2004, σε μια εποχή όπου ζούσαμε όλοι εποχές μεγάλης ευμάρειας και ευωχίας, ενόψει και των Ολυμπιακών αγώνων που μας δόξασαν παγκοσμίως, αλλά εμένα κάτι δεν μου πήγαινε καλά – ίσως ήταν το γεγονός ότι λόγω της δουλειάς μου ως δικηγόρου έβλεπα κάποια αχνά, πολύ πρώιμα δείγματα της κρίσης που αχνοφαινόταν κάπου στα βάθη των οριζόντων. Κι έτσι λοιπόν, μέσα σ’ όλο αυτό το πανηγύρι των παχέων αγελάδων, έγραψα τους «Έσχατους Καιρούς», μια αλληγορία που μιλά για την εξέγερση των λαϊκών στρωμάτων λόγω της καταπίεσης που υφίστανται. Όταν κυκλοφόρησε αυτό το βιβλίο, το οποίο ομολογουμένως είναι σκληρό, σχεδόν ωμό, όλοι νόμισαν ότι τρελάθηκα. Δυστυχώς, όχι πολλά χρόνια αργότερα η πραγματικότητα με δικαίωσε - και δεν χάρηκα καθόλου.
Το «Μη Μου Λες Αντίο» είναι μια ερωτική ιστορία ανάμεσα σε μια χριστιανή φοιτήτρια κι έναν μουσουλμάνο δάσκαλο στην πόλη της Κομοτηνής. Το "πίσω από την ιστορία", όπως εύστοχα το θέτετε, είναι ο έρωτας και ως πολιτική πράξη, δεδομένων των ιδιαζουσών συνθηκών που επικρατούν στην περιοχή της Θράκης. Το «Όλα Ήταν Τόσο μα Τόσο Υπέροχα» είναι επίσης μια ερωτική ιστορία, αυτή τη φορά μεταξύ δύο παντρεμένων. Μιλάει για την εμμονή που μπορεί να γεννηθεί στο πρόσωπο του ενός –ή και των δύο– εμπεπλεγμένου σε μια παράλληλη σχέση. Το «Πες πως Ήταν Όνειρο», που επανακυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο με τον τίτλο «Πόσο Λίγο Κρατάει η Ευτυχία», ήταν μια απότομη στροφή που έκανα από τις ερωτικές ιστορίες σε ζητήματα πιο κοινωνικά. Μιλάει για την αλαζονεία της εξουσίας, αλλά και τη λυτρωτική δύναμη της μετάνοιας. Για τους «Έσχατους Καιρούς» αναφέρθηκα στην προηγούμενη παράγραφο. Ακολούθησε το «Θυμάσαι;», μια συλλογή διηγημάτων με παράξενη θεματολογία και αρκετά μεταφυσική χροιά. Το βιβλίο αυτό το έγραψα γιατί ήθελα να δοκιμαστώ σε μικρότερες φόρμες, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι τα μυθιστορήματά μου είναι τεράστια σε έκταση, κάποιοι μάλιστα αναγνώστες χαριτολογώντας τα αποκαλούν "θηρία". Ύστερα ήρθε το «Χαμένο Χτες», μια επιστροφή στους έρωτες, αλλά με παράδοξη χροιά, μιας και οι ήρωες έχουν μεταξύ τους τεράστια διαφορά ηλικίας. Έπειτα η «Αγαστή Συνεργασία», που μιλά για τα ευτράπελα της ζωής ενός συγγραφέα και τη σχέση του με το εκδοτικό κύκλωμα, τη συγγραφή, το αναγνωστικό κοινό και, η «ιστορία πίσω από την ιστορία», η κοινωνικοπολιτική κατάσταση στην Ελλάδα του 2010. Τέλος, ήρθε η «Παράνοια», η οποία έχει χαρακτηριστεί από τους αναγνώστες της ως "Ευαγγέλιο της κρίσης". Δυο παράλληλες ιστορίες, ενός επιχειρηματία που εξέπεσε οικονομικά, κι ενός μετανάστη από την Αφρική, που έρχεται λαθραία στην Ελλάδα με το όνειρο μιας καλύτερης ζωής. Ώσπου αυτοί οι δυο άνθρωποι συναντώνται.

10) Η συγγραφέας Αναστασία Καλλιοντζή βρίσκει το χρόνο να διαβάζει και για δική της ευχαρίστηση και όχι μόνο για έρευνα πάνω σε κάποιο μελλοντικό βιβλίο της; Εφόσον συμβαίνει αυτό, ποιό είδος λογοτεχνίας προτιμάτε περισσότερο ως αναγνώστρια και γιατί;

Μου αρέσει πάρα πολύ το διάβασμα, για δική μου ευχαρίστηση, ορθώς το θέσατε. Διαβάζω τα πάντα για να ενημερώνομαι για το "τι τρέχει" στην εγχώρια και διεθνή εκδοτική παραγωγή. Η ιδιαίτερή μου όμως προτίμηση, η ξεκούρασή μου αν θέλετε, είναι τα Θεολογικά βιβλία – Πατέρες, Δογματική κ.λπ. – ενώ από λογοτεχνία προτιμώ τα αστυνομικά και τις ιστορίες τρόμου. Δεν είμαι σίγουρη γιατί προτιμώ αυτά - μάλλον με έχει επηρεάσει η δουλειά μου ως δικηγόρου.

11) Ποιά είναι τα αγαπημένα σας βιβλία και συγγραφείς; Θεωρείτε ότι έχετε δεχθεί επιρροές από κάποιους ομότεχνούς σας, έλληνες ή ξένους, σύγχρονους ή κλασσικούς, στο δικό σας τρόπο γραφής, ύφους ή θεματολογίας;

Αγαπημένα μου βιβλία: «Οι Άθλιοι»-Βίκτωρ Ουγκό. «Η Καλύβα του Μπαρμπα-Θωμά»-Χάριετ Μπίτσερ Στόου. «Παραμύθια και Άλλα»-Πηνελόπη Δέλτα. «Κούτζο»-Στήβεν Κινγκ. «Ανεμόσκαλα»-Μιχάλης Σπέγγος. «Κράτα με, η Κιβωτός Σαλπάρει»-Θάλεια Κουνούνη. «Η Απαγωγή του Εκδότη»-Δημήτρης Μαμαλούκας. «Η Καρδιά Κυνηγάει Μονάχη»-Κάρσον Μακ Κάλλερς. «Έγκλημα και Τιμωρία»-Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. «Ασκητική»-Νίκος Καζαντζάκης. Τα συγκεκριμένα βιβλία τα έχω διαβάσει τουλάχιστον τριάντα φορές - έχω κι άλλα αγαπημένα, πολλά, φοβάμαι ότι θα χρειαστούν δέκα σελίδες για να τα αναφέρω όλα. Αγαπημένοι μου συγγραφείς: πολλοί, όμως έχω μεγάλη αδυναμία στον Δημήτρη Μαμαλούκα, στον Μιχάλη Σπέγγο, στην Πηνελόπη Δέλτα και στην Θάλεια Κουνούνη. Η αθωότητα και η αγνότητα της τελευταίας, στη γραφή και στη θεματολογία της, με συγκλονίζει. Από ξένους, λατρεύω Στήβεν Κινγκ, Ντην Κουντς, Γκράχαμ Μάστερτον, Βίκτωρ Ουγκό και, μια καινούργια λατρεία που απέκτησα από την ιδιότητά μου ως μεταφράστριας, την Ιρλανδέζα Τάνα Φρεντς. Έχω επηρεαστεί, έχω την εντύπωση, από την Πηνελόπη Δέλτα και τον Ντην Κουντς. Ως προς την αμεσότητα με την οποία μπορώ να σερβίρω ακόμα και τα πιο σκληρά πράγματα.

12) Από την ελληνική και παγκόσμια λογοτεχνία υπάρχει κάποιο βιβλίο το οποίο έχετε λατρέψει, το οποίο "ζηλεύετε" ως λογοτεχνικό έργο και θα θέλατε, ή ονειρεύεστε να έχετε συγγράψει εσείς;

Το εμβληματικό έπος του Βίκτωρ Ουγκό «Οι Άθλιοι». Εγώ αποκλείεται να το είχα γράψει καλύτερα από τον συγγραφέα του. Όταν με θάψουν, θα ήθελα κάποιος καλός άνθρωπος να έρθει και να αφήσει ένα αντίτυπο στον τάφο μου, δημόσια παράκληση.

13) Πιστεύετε πως ο συγγραφέας πρέπει να ταξιδεύει ώστε να έχει κάποια βιώματα από τις χώρες και τις τοποθεσίες τις οποίες, τυχόν, περιγράφει στα βιβλία του και πόσο εφικτό είναι αυτό στην πράξη κατά τη γνώμη σας; Είναι απαραίτητο κάτι τέτοιο, απλά και μόνο, για την "διεύρυνση των οριζόντων" του;

Ο συγγραφέας πρέπει να ταξιδεύει, γενικώς. Για να διευρύνει τους ορίζοντές του.  Για να βιώνει. Για να νιώθει. Για να καταγράφει. Πολίτης του κόσμου είναι άλλωστε, αιώνιος συνοδοιπόρος, παρατηρητής των ανθρώπων. Οφείλει να γεμίσει μέσα του με εικόνες τόσες που να μην χωράνε άλλες. Στη σημερινή εποχή, βέβαια, δεν είναι εύκολο για έναν συγγραφέα να ταξιδεύει. Μας λείπει μια βασική προϋπόθεση, αναγκαία και ικανή συνθήκη: λεφτά… J

14) Θεωρείτε ότι ο συγγραφέας θα πρέπει να ασχολείται με διαφορετικά είδη λογοτεχνίας και να "πειραματίζεται" θεματολογικά, ρισκάροντας το υπάρχον αναγνωστικό του κοινό, ή θα όφειλε να εμμένει στο είδος που τον έχει καθιερώσει;

Προσωπικά πιστεύω πως ο συγγραφέας πρέπει να υπακούει μονάχα στην έμπνευσή του. Μόνο αυτή εμπεριέχει αλήθεια και συνέπεια. Οι πεπατημένες, η ασφάλεια, η σιγουριά, οι εμμονές, το μη-ρίσκο δεν ταιριάζουν στην έννοια και τον ορισμό του καλλιτέχνη. Το αναγνωστικό κοινό, υποθέτω, αγαπάει τον συγγραφέα περισσότερο για τον τρόπο γραφής του και τη γενικότερη "αύρα" που αποπνέουν τα έργα του, παρά για τη θεματολογία αυτή καθαυτή. Μιλώντας για μένα, δεν δίστασα ποτέ να ρισκάρω, πειραματιζόμενη θεματολογικά. Κατ’ εμέ, η μεγαλύτερη ανάγκη που πρέπει να εκπληρώνεται είναι να βγάζει ο συγγραφέας από μέσα του αυτό που θέλει να πει, όποιο κι αν είναι το κόστος. Μου είναι αδιανόητο π.χ. να εξαντλούσα όλη μου τη συγγραφική πορεία αποκλειστικά στους έρωτες, επειδή έτυχε να γίνει μεγάλη επιτυχία το πρώτο μου βιβλίο που είχε ερωτική θεματολογία. Ρίσκαρα πολύ, έως πάρα πολύ θα έλεγα. Δεν το μετάνιωσα ποτέ.

15) Πιστεύετε πως οι συγγραφείς οφείλουν να προβληματίζουν τους αναγνώστες "κεντρίζοντας" τη σκέψη τους, ή ο σκοπός των βιβλίων τους θα έπρεπε να είναι καθαρά και μόνο ψυχαγωγικός; Εσείς, ποιά μηνύματα επιδιώκετε να "περάσετε" στους αναγνώστες σας και σε ποιό είδος αναγνωστικού κοινού, συνήθως, απευθύνεστε μέσα από το συγγραφικό έργο σας;

Εξαρτάται από το ποιος είναι ο σκοπός για τον οποίο γράφουν οι συγγραφείς. Προσωπικά δεν έχω κανένα πρόβλημα να διαβάσω ένα πιο "ανάλαφρο", αν μπορούμε να το πούμε έτσι, βιβλίο. Θεωρώ ότι κι αυτό εκπληρώνει κάποιον σκοπό, κάτι έχει να προσφέρει σε κάποιον. Μόνο για μένα μπορώ να μιλήσω. Εμένα ανέκαθεν ο σκοπός μου ήταν να προβληματίσω, να κεντρίσω, να κινητοποιήσω. Μη φανταστείτε πως θεωρώ τον εαυτό μου υπηρέτη της "στρατευμένης τέχνης", ουχί, ποσώς. Απλά να, μαζεύω μέσα μου τόσο υλικό από τη δουλειά μου ως δικηγόρου, που κάπως πρέπει να το εκτονώσω για να αποφορτιστώ, αλλά και για να μάθει ο κόσμος ότι υπάρχει και άσχημο πρόσωπο στη ζωή, να μην του έρχονται όλα ξαφνικά και κυριευθεί από κατάπληξη… Δεν ξέρω ακριβώς αν "επιδιώκω" να περάσω μηνύματα, σίγουρα όμως, μέσα από τις ιστορίες των ηρώων μου, προσπαθώ να περάσω το μήνυμα να μην το βάζουμε ποτέ κάτω. Όσο δύσκολα κι αν είναι τα πράγματα, ακόμα και ζοφερά. Πρέπει να παλεύουμε μέχρι την τελευταία μας ανάσα. Και κάτι ακόμα: για μένα έχει μέγιστη σημασία η έννοια της θυσίας. Ο άνθρωπος καμιά φορά θυσιάζεται για έναν σκοπό που είναι ιερός. Κάποιοι αναγνώστες στενοχωριούνται όταν π.χ. ορισμένοι ήρωες πεθαίνουν άδοξα πάνω στο καθήκον, μα εγώ το βλέπω αλλιώς: υπάρχει σπουδαιότερο και πιο αισιόδοξο πράγμα από το να είσαι έτοιμος να δώσεις και τη ζωή σου ακόμα για έναν ιερό σκοπό; Σε ό,τι αφορά το αναγνωστικό κοινό, όπως είναι αναμενόμενο, απευθύνομαι σε όλους – και δοξάζω τον Θεό που υπάρχουν άνθρωποι που καταλαβαίνουν τι θέλω να πω μέσα από τα βιβλία μου. Τους ευχαριστώ όλους.

16) Θεωρείτε πως η σύγχρονη πραγματικότητα μπορεί να αποτελέσει  πηγή έμπνευσης για ένα συγγραφέα και, ειδικότερα, οι τόσο δύσκολες καταστάσεις που βιώνουμε τελευταία στην πατρίδα μας; Ή μήπως το ζητούμενο από τους αναγνώστες είναι ακριβώς η "φυγή" από αυτήν την ζοφερή πραγματικότητα;

Φυσικά και η σύγχρονη πραγματικότητα μπορεί να αποτελέσει πηγή έμπνευσης για έναν συγγραφέα. Κατά τη γνώμη μου, πρέπει κιόλας. Στον αντίποδα, υπάρχει μια τάση από το αναγνωστικό κοινό να θέλει να "ξεφεύγει" από τον ζόφο που ζούμε. Προσωπικά το βρίσκω μάταιο, διότι το πρόβλημα δεν λύνεται μόνο του ως διά μαγείας, αλλά απ’ την άλλη δεν βρίσκω και απολύτως τίποτα το κακό στο να θέλει ένας αναγνώστης να περάσει λίγες ώρες ξεγνοιασιάς, ταξιδεύοντας μακριά από τον ζόφο του σήμερα μέσα απ’ τις σελίδες ενός βιβλίου. Το καλύτερο μάλλον θα ήταν ένας συνδυασμός, κάτι σαν το «μέτρον άριστον» που ευαγγελίζονταν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι. Σε ό,τι με αφορά πάντως, ακόμα και το βιβλίο που ετοιμάζω τώρα, κοινωνικό είναι. Για τον ζόφο μιλάει. Δεν μπορώ να γράψω τίποτ’ άλλο μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες υποδούλωσης που ζούμε. Συγχωρήστε με… ντρέπομαι L

17) Είχατε κάποιους "ενδοιασμούς" όταν αποφασίσατε να δώσετε το πρώτο σας βιβλίο προς έκδοση; Αγωνιούσατε ως προς την αποδοχή που θα τύχαινε από το αναγνωστικό κοινό; Η θεματολογία των περισσοτέρων βιβλίων σας, πιστεύετε πως παίζει τον δικό της ρόλο στην αποδοχή αυτή;

Κανέναν ενδοιασμό δεν είχα, διότι είχα την ορμή του ερασιτέχνη πρωτοεμφανιζόμενου και, πιστέψτε με, ακριβώς έτσι νιώθω και τώρα, έπειτα από τόσα χρόνια και τόσα βιβλία… Φυσικά και θέλω να πηγαίνουν καλά τα βιβλία μου, διότι αυτό σημαίνει ότι υπάρχει κάποιος που καταλαβαίνει αυτό που θέλω να πω, όμως όχι, δεν μπορώ να πω πως αγωνιώ ως προς την αποδοχή που θα τύχουν τα βιβλία μου. Αυτό συμβαίνει μάλλον γιατί ποτέ δεν είδα τον εαυτό μου ως επαγγελματία συγγραφέα - θα παραμείνω ερασιτέχνης στο διηνεκές. Επειδή η θεματολογία των βιβλίων μου είναι ποικίλη και ίσως και λίγο περίεργη, στο πέρασμα των χρόνων νομίζω πως έχω φανατικούς αναγνώστες… και το αντίθετο J

18) Εσείς, με  την έως τώρα πείρα σας στον χώρο της συγγραφής, τί θα συμβουλεύατε όλους τους νέους επίδοξους συγγραφείς, που ονειρεύονται να δουν κάποτε ένα βιβλίο τους στις προθήκες των βιβλιοπωλείων και, ιδιαίτερα, εν μέσω αυτής της δύσκολης οικονομικής συγκυρίας;

Να μη φοβηθούν τίποτα. Να προχωρήσουν, να βγάλουν από μέσα τους τη βάσανο, να την κάνουν λόγο, να γίνει βιβλίο, να εκδοθεί και να φτάσει ως την άκρη του κόσμου. Η τέχνη είναι το μόνο πράγμα που σε περνάει στην αθανασία. Βέβαια αν ο σκοπός τους είναι να βγάλουν χρήματα, ας έχουν υπόψη ότι ελλοχεύει ο κίνδυνος της απογοήτευσης. Δεν είναι όμως το χρήμα το ζητούμενο εδώ. Αν έρθει, καλώς να ορίσει. Αλλά κι αν δεν έρθει, θα ξέρουν τουλάχιστον ότι κάπου εκεί έξω υπάρχει έστω και ένας άνθρωπος στον οποίο έκαναν ένα μεγάλο καλό: τον έχουν ταξιδέψει.

19) Κλείνοντας και, αφού σας ευχαριστήσω θερμά για την τιμή της παραχώρησης  αυτής της συνέντευξης, θα ήθελα να σας ευχηθώ ολόψυχα καλή επιτυχία σε όλα σας τα βιβλία αλλά, ειδικότερα, στην πρόσφατη επανέκδοση του υπέροχου  μυθιστορήματός σας «Μη Μου Λες Αντίο», και να σας ρωτήσω για τα άμεσα συγγραφικά σας σχέδια. Τί να περιμένουμε από εσάς στο μέλλον;

Σας ευχαριστώ κι εγώ από καρδιάς για την τιμή της φιλοξενίας και τις θερμές ευχές σας! Από μένα, όπως είπα και λίγο παραπάνω, να περιμένετε κάτι βγαλμένο μέσα από τούτες τις μέρες… από την εποχή μας. Από τη ζωή.

Βιογραφία Αναστασίας Καλλιοντζή:

Η Αναστασία Καλλιοντζή γεννήθηκε στην Αθήνα. Αποφοίτησε από τη Νομι­κή Σχολή του Δημοκρίτειου Πανεπι­στημίου Θράκης το 1995 και από το 1997 ασκεί τη μαχόμενη δικηγορία.

Εργογραφία:
«Μη μου λες αντίο»
, 2000.
«Όλα ήταν τόσο, μα τόσο υπέροχα…», 2001.
«Πες πως ήταν όνειρο», 2003.
«Έσχατοι καιροί», 2005.
«Θυμάσαι;», 2006.
«Χαμένο χτες», 2009.
«Αγαστή συνεργασία», 2010.
«Παράνοια», 2011.

Περισσότερες πληροφορίες για την συγγραφέα και το έργο της στο επίσημο προφίλ της στο site των εκδόσεων Μεταίχμιο: http://www.metaixmio.gr/author/3471-.aspx?ContributorPageIndex=1

Βιβλιογραφία Αναστασίας Καλλιοντζή:

«ΜΗ ΜΟΥ ΛΕΣ ΑΝΤΙΟ» (2016)
Εκδόσεις: Μεταίχμιο
Σελίδες: 728
Τιμή: 14,94 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Δύο ιστορίες, δύο άνθρωποι που κανονικά μάλλον δε θα συναντιούνταν ποτέ· όμως η μοίρα είχε αλλιώς αποφασίσει, ήταν γραφτό. Και τους έφερε κοντά. Ανάμεσά τους αναπτύσσεται ένας μεγάλος έρωτας. Ένας έρωτας απρόβλεπτος, απόλυτος και καταλυτικός, καταστροφή αλλά και αναγέννηση, παράδεισος και κόλαση, από αυτούς τους έρωτες που είναι τόσο τέλειοι, ώστε να προκαλούν τη μήνι των θεών, ένα ασυγκράτητο πάθος που αναζητά απελπισμένα την ολοκλήρωσή του, με κάθε θυσία, με κάθε τίμημα. Κι όλα αυτά με φόντο την πόλη της Κομοτηνής, μιας πόλης ερωτικής, που όσοι πέρασαν από εκεί, έστω και για λίγο, την κουβαλάνε πάντα μέσα τους και νιώθουν παντοτινά αποτυπωμένο σε κάθε μόριο του κορμιού τους το άρωμα Ανατολής που αποπνέει.
Καλό σας ταξίδι στον ονειρικό κόσμο των μυστικών, καλά κρυμμένων πόθων.

Το βιβλίο μεταφέρθηκε στη μικρή οθόνη από τον σκηνοθέτη Μανούσο Μανουσάκη και πρωταγωνιστές τη Θάλεια Ματίκα και τον Μέμο Μπεγνή.»

«ΠΟΣΟ ΛΙΓΟ ΚΡΑΤΑΕΙ Η ΕΥΤΥΧΙΑ» (2014)
Εκδόσεις: Μεταίχμιο (Επανέκδοση του «Πες Πως Ήταν Όνειρο»)
Σελίδες: 760
Τιμή: 14,88 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Τι θα μπορούσε να συμβεί όταν απλοί, καθημερινοί άνθρωποι, μεγαλειώδεις μέσα στην ανθρώπινη φύ­ση τους, βρίσκονται άθελά τους μπλεγμένοι στα δίχτυα μιας εξαιρετικά επικίνδυνης συνωμοσίας που απειλεί να εξαλείψει καθετί καλό και αγαθό, κάνο­ντας τους πάντες υποχείρια ενός αρχομανούς, ιδιο­φυούς επιστήμονα;
Πώς θα μπορέσει μια αγάπη να γεννηθεί και να ανθίσει σ’ έναν κλοιό βίας και θανάτου;
Η ελπίδα και η πίστη στην καλοσύνη της ανθρώ­πινης ψυχής νικά εμπόδια ανυπέρβλητα. Κι αν το τέλος δεν είναι παραμυθένιο, η ίδια η ζωή είναι έ­να θαύμα, ένα όνειρο…»