Ταξίδια Μέσα Από Τη Λογοτεχνία!

Η Λογοτεχνία είναι για μένα ένα «παράθυρο» σ' έναν μαγικό κόσμο. Κάθε βιβλίο μάς ταξιδεύει σε κόσμους πραγματικούς ή φανταστικούς, τωρινούς, μελλοντικούς ή παρελθοντικούς. Ένα είναι το μόνο σίγουρο, κάθε βιβλίο που μας ενθουσιάζει, μας εντυπωσιάζει ή μας μαγεύει θέλουμε να το μοιραστούμε με άλλους φίλους-αναγνώστες. Έτσι κι εγώ, θέλω να μοιραστώ μαζί σας όσα βιβλία με ενθουσίασαν και με «γέμισαν» με πρωτόγνωρες ιδέες, εικόνες και συναισθήματα. Σαφώς και η άποψη του κάθε αναγνώστη είναι μοναδική και ένα βιβλίο που εμείς λατρέψαμε μπορεί κάποιος άλλος να το αντιπάθησε ή ακόμα και να το μίσησε... Μέσα από αυτήν την οπτική θεωρώ φρόνιμο να μη σχολιάζω όσα βιβλία δεν με εντυπωσίασαν ή με άφησαν αδιάφορη, διότι η άποψή μου είναι απολύτως υποκειμενική. Δεν θα ήθελα να προκαταλάβω αρνητικά κανέναν αναγνώστη, αποτρέποντάς τον από το να διαβάσει ένα βιβλίο το οποίο, ενδεχομένως, να τον ενθουσιάσει. Κάθε βιβλίο απαιτεί το κατάλληλο περιβάλλον, το υπόβαθρο και την ανάλογη διάθεση για να εκτιμηθεί, οπότε καλό θα είναι να μην απορρίπτουμε ποτέ τίποτα. Η έκφραση και αποτύπωση της δικής μου γνώμης για κάθε βιβλίο -αλλά και των απόψεων και σχολιασμών άλλων φίλων-συγγραφέων-αναγνωστών, που αναγράφονται στη σχετική κατηγορία-, έχουν ως μοναδικό σκοπό να εκφράσουν τον θαυμασμό μας για ορισμένα βιβλία που θεωρούμε άξια λόγου και θέλουμε να γίνουν ευρέως γνωστά, βοηθώντας έτσι τους αναγνώστες στην επιλογή του επόμενου βιβλίου που θα διαβάσουν. Πάντοτε με το μεγαλύτερο σεβασμό και θαυμασμό για όλους τους συγγραφείς, που μέσα από τις σελίδες των βιβλίων τους μας «ταξιδεύουν» μακριά από την εκάστοτε πραγματικότητα ή μας βοηθούν να την κατανοήσουμε καλύτερα, αλλά σε κάθε περίπτωση στολίζουν την ψυχή μας, οφείλω ένα μεγάλο ευχαριστώ!

Κλειώ Ισιδ. Τσαλαπάτη

Δευτέρα 27 Μαρτίου 2017

ΚΛΗΡΩΣΗ ΒΙΒΛΙΩΝ 23/4/2017 - Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

Την Κυριακή 23/4/2017 θα κληρώσουμε τρία (3) αντίτυπα του εξαιρετικού, αστυνομικού μυθιστορήματος της Tana French με τίτλο  «Ο ΤΟΠΟΣ ΤΩΝ ΜΥΣΤΙΚΩΝ», προσφορά των αγαπημένων εκδόσεων Μεταίχμιο.

Για να είναι έγκυρες οι συμμετοχές σας ακολουθείστε απαραίτητα ΟΛΑ τα παρακάτω βήματα:
(1) Εγγραφείτε ως ΑΚΟΛΟΥΘΟΙ στο μπλογκ μας «ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ», με «Δημόσια Παρακολούθηση», ώστε να είστε ορατοί στους διαχειριστές. 
(2) Γράψτε μας, υποχρεωτικά, το ΣΧΟΛΙΟ σας στην παρούσα ανάρτηση στην ομάδα μας «ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ», το οποίο και θα αποτελέσει αποκλειστικά τη συμμετοχή σας στον διαγωνισμό μας.
(3) Πατήστε, υποχρεωτικά, «ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ» στη σελίδα μας «ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ»
(4) Πατήστε, υποχρεωτικά, «ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ» στη σελίδα των εκδόσεων ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ.
(5) Κάνετε ΔΗΜΟΣΙΑ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ της παρούσας ανάρτησης στο προφίλ σας, αν θέλετε να το δουν και οι φίλοι σας.
(6) Προσθέστε στην ομάδα μας «ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ» προαιρετικά, όσους φίλους σας νομίζετε πως θα ήθελαν να λάβουν μέρος στον Διαγωνισμό μας.

Έγκυρα θεωρούνται τα σχόλια μόνο των συμμετεχόντων που έχουν ακολουθήσει όλα τα παραπάνω βήματα συμμετοχής στο διαγωνισμό μας (εννοείται ένα σχόλιο ανά άτομο, αλλιώς θα διαγράφεται το επιπλέον).

Ευχαριστούμε πολύ τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ για την προσφορά τους και ευχόμαστε σε όλους σας Καλή Επιτυχία!

Εκδόσεις: Μεταίχμιο
Σελίδες: 744
Τιμή: 16,92 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Ο αστυνόμος Στίβεν Μόραν περίμενε καιρό να του δοθεί η ευκαιρία να περάσει το κατώφλι του Τμήματος Ανθρωποκτονιών του Δουβλίνου και η επιθυμία του γίνεται πραγματικότητα όταν ένα πρωί η δεκαεξάχρονη Χόλι Μακέι  τού φέρνει αυτή τη φωτογραφία. Τη βρήκε αναρτημένη στον Τόπο των Μυστικών, έναν πίνακα όπου τα κορίτσια του ιδιωτικού σχολείου Σεντ Κίλντα μπορούν να αναρτήσουν ανώνυμα τα μυστικά τους. Συνήθως πρόκειται για κουτσομπολιά και κακεντρεχή σχόλια, αλλά σήμερα κάποιος τον χρησιμοποίησε για να πυροδοτήσει εκ νέου την έρευνα για τη δολοφονία του όμορφου και δημοφιλούς Κρις Χάρπερ. Ο Στίβεν θα ενώσει τις δυνάμεις του με τη σκληροτράχηλη αστυνόμο Αντουανέτ Κόνγουεϊ για να βρει τη λύση.

Όλα τα στοιχεία οδηγούν τους δύο ντετέκτιβ στην κλίκα της Χόλι και στην κλίκα των αντίζηλών τους καθώς και σε έναν περίπλοκο ιστό σχέσεων και μυστικών που δένουν όλα αυτά τα κορίτσια με τον νεκρό Κρις Χάρπερ. Σε κάθε τους βήμα η πίεση αυξάνεται. Ο κόσμος των έφηβων αυτών κοριτσιών θα αποδειχθεί πολύ πιο επικίνδυνος απ’ ό,τι είχαν ποτέ φανταστεί οι δύο αστυνομικοί…»

Απολύτως υπνωτιστικό… Η Tana French είναι απλούστατα καταπληκτική συγγραφέας.
Gillian Flynn, συγγραφέας

Η Tana French είναι η πιο ενδιαφέρουσα και η πλέον σημαντική συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας της τελευταίας δεκαετίας.
Washington Post

Αδίστακτες έφηβες που δεν μπορείς να τις εμπιστευτείς με τίποτα, ούτε στον δεύτερο ούτε στον τρίτο κύκλο ανακρίσεων… Η αλήθεια κρύβεται ανάμεσα στις λέξεις τους και τόσο οι αναγνώστες όσο και οι ντετέκτιβ πρέπει σταδιακά να καταφέρουν να την αποκρυπτογραφήσουν.
New York Times

Αναμφισβήτητα μία από τις καλύτερες συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας. Ο Τόπος των Μυστικών είναι εθιστικότατος. Μην το χάσετε.
Associated Press

Ευφυές και ωμό τη μια, αθυρόστομο και σκληρό την άλλη, βαθύτατα τραγικό τελικά.
New York Times Book Review

Διαβάστε την κριτική για το βιβλίο «Ο ΤΟΠΟΣ ΤΩΝ ΜΥΣΤΙΚΩΝ» στους «Φίλους Της Λογοτεχνίας»:


ΚΛΗΡΩΣΗ ΒΙΒΛΙΩΝ 23/4/2017 - Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

Την Κυριακή 23/4/2017 θα κληρώσουμε τρία (3) αντίτυπα του πολυαγαπημένου, εξαιρετικού μυθιστορήματος της Χριστίνας Ρούσσου με τίτλο  «ΝΤΟΥΛΜΠΕΡΑ», προσφορά των αγαπημένων εκδόσεων Μεταίχμιο.

Για να είναι έγκυρες οι συμμετοχές σας ακολουθείστε απαραίτητα ΟΛΑ τα παρακάτω βήματα:
(1) Εγγραφείτε ως ΑΚΟΛΟΥΘΟΙ στο μπλογκ μας «ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ», με «Δημόσια Παρακολούθηση», ώστε να είστε ορατοί στους διαχειριστές. 
(2) Γράψτε μας, υποχρεωτικά, το ΣΧΟΛΙΟ σας στην παρούσα ανάρτηση στην ομάδα μας «ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ», το οποίο και θα αποτελέσει αποκλειστικά τη συμμετοχή σας στον διαγωνισμό μας.
(3) Πατήστε, υποχρεωτικά, «ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ» στη σελίδα μας «ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ»
(4) Πατήστε, υποχρεωτικά, «ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ» στη σελίδα των εκδόσεων ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ.
(5) Κάνετε ΔΗΜΟΣΙΑ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ της παρούσας ανάρτησης στο προφίλ σας, αν θέλετε να το δουν και οι φίλοι σας.
(6) Προσθέστε στην ομάδα μας «ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ» προαιρετικά, όσους φίλους σας νομίζετε πως θα ήθελαν να λάβουν μέρος στον Διαγωνισμό μας.

Έγκυρα θεωρούνται τα σχόλια μόνο των συμμετεχόντων που έχουν ακολουθήσει όλα τα παραπάνω βήματα συμμετοχής στο διαγωνισμό μας (εννοείται ένα σχόλιο ανά άτομο, αλλιώς θα διαγράφεται το επιπλέον).

Ευχαριστούμε πολύ τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ για την προσφορά τους και ευχόμαστε σε όλους σας Καλή Επιτυχία!

«ΝΤΟΥΛΜΠΕΡΑ», της Χριστίνας Ρούσσου
Εκδόσεις: Μεταίχμιο
Σελίδες: 520
Τιμή: 15,93 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Και έφτασα τώρα στα τελευταία της ζωής μου να νοσταλγώ, να θυμάμαι, να θυμώνω, να λυπάμαι και να εξακολουθώ να ζω. Η πλάτη μου γεμάτη απ' το φορτίο που κουβαλάει χρόνια. Δεν ξέρω πώς θα ήμουν με λιγότερο βάρος στην πλάτη μου. Λένε πως σου έρχονται τόσα όσα μπορείς να σηκώσεις. Και ποιος το κρίνει αυτό;»

Μέσα απ’ τα ημερολόγια της Αορίκας Ζιώππα-Κωνσταντίνου ξεδιπλώνεται η πολυτάραχη ιστορία δύο οικογενειών απ’ τις αρχές του 19ου μέχρι το ξημέρωμα του 21ου αιώνα. Η Αορίκα, η ντουλμπέρα, όπως την αποκαλούσαν στα βλάχικα, μια γυναίκα έξυπνη, όμορφη και δυναμική, κατορθώνει να επιβληθεί και να κατακτήσει τον σεβασμό και την αποδοχή του ανδροκρατούμενου κόσμου του εμπορίου. Η κοσμοπολίτικη διαδρομή της ξετυλίγεται με σταθμούς τη Νέβεσκα (Νυμφαίο Φλώρινας), τη Βιέννη, την Αλεξάνδρεια και την πολυεθνική Θεσσαλονίκη, σημεία όπου ανθούν οι επιχειρηματικές δραστηριότητες των Βλάχων, ενώ ο έρωτας, δυνατός, καθοριστικός, πολλές φορές παράνομος ή απαγορευμένος, είναι πάντοτε παρών.

Διαβάστε την κριτική για το βιβλίο «ΝΤΟΥΛΜΠΕΡΑ» στους «Φίλους Της Λογοτεχνίας»:


Σάββατο 25 Μαρτίου 2017

Συνέντευξη με την ΑΝΝΑ ΓΑΛΑΝΟΥ - Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

Άννα Γαλανού
          Το νέο βιβλίο της εξαίρετης Άννας Γαλανού με τίτλο «Θυσία» κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες από τις αγαπημένες εκδόσεις Διόπτρα και αποτελεί το πρώτο μέρος της τριλογίας της με ιστορικό φόντο και τον υπέρτιτλο «Οι Δρόμοι Της Καταιγίδας». Αποτελεί το έβδομο κατά σειρά μυθιστόρημά της και τοποθετείται ιστορικά στην εποχή της Ενετοκρατίας και της Τουρκοκρατίας μεταξύ του 1550 και 1570, ενώ μας παρασύρει μαζί του σε ένα μαγευτικό ταξίδι από τον Χάνδακα στην Κωνσταντινούπολη, στην Αδριανούπολη, στο Ρέθυμνο και ξανά στον Χάνδακα. Ιστορικά γεγονότα μιας ιδιαίτερα ταραγμένης περιόδου συνδέονται με την ευρηματική μυθοπλασία της συγγραφέως και μας προσφέρουν ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα εποχής. Ευχαριστώ θερμά την αγαπητή συγγραφέα για τον χρόνο που διέθεσε ώστε να απαντήσει στο ερωτηματολόγιο των «Φίλων Της Λογοτεχνίας», της εύχομαι ολόψυχα καλή επιτυχία στο νέο μυθιστόρημά της και σας προσκαλώ να διαβάσετε τις απαντήσεις της ώστε να γνωρίσετε κι εσείς λίγο καλύτερα την Άννα Γαλανού.

1) Αγαπητή κ. Γαλανού, τις θερμές ευχές μας για το νέο μυθιστόρημά σας, που αποτελεί το πρώτο μέρος της τριλογίας σας «Οι Δρόμοι Της Καταιγίδας» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα με τίτλο «Θυσία». Ποιό ήταν το έναυσμα για την ενασχόλησή σας με τον κόσμο της λογοτεχνίας και το αντικείμενο της συγγραφής;

Σας ευχαριστώ πολύ για τις ευχές σας. Εύχομαι υγεία και καλή δύναμη να συνεχίζετε με διάθεση και πραγματική αγάπη το έργο σας. Όσον αφορά το ερώτημά σας. Από πολύ μικρή ηλικία, εξομολογούσα τον εαυτό μου, παρατηρώντας τον και γράφοντας τις σκέψεις μου σε τρίτο πρόσωπο. Σαν να ήμουν προσωπικός αφηγητής κάποιου άλλου. Έτσι ξεκίνησε η επαφή μου με την λευκή σελίδα, και το καλά ξυσμένο μολύβι.

2) Από πού αντλείτε την έμπνευση για κάθε έργο σας και κάθε χαρακτήρα και πόσο δύσκολο είναι να σταχυολογήσετε τις απαραίτητες πληροφορίες, όταν αυτές απαιτούνται, ώστε να συνδυάσετε τυχόν ιστορικά γεγονότα, τόπους και μυθοπλασία στα βιβλία σας;

Έμπνευση για μένα σημαίνει να ανακαλύψω τον μύθο γύρω από τον οποίο θα στήσω την ιστορία για την οποία θέλω να γράψω. Στην συνέχεια προχωρώ στην δόμησή της και εφόσον περιέχει ιστορικές περιόδους στις οποίες θα πρέπει να αναφερθώ ξεκινώ το διάβασμα. Άλλωστε τα πάω πολύ καλά με την ιστορία, αφού ανέκαθεν ήταν το πιο αγαπημένο μου μάθημα. Σε πολλές περιπτώσεις, όπως και στο συγκεκριμένο βιβλίο που αναφερόμαστε, ταξίδεψα μέχρι την Αδριανούπολη για να επισκεφτώ το καραβανσαράι του Ρουστέμ πασά, που τώρα λειτουργεί σαν ξενοδοχείο.

3) Συνήθως, οι περισσότεροι συγγραφείς είτε έχουν σπουδάσει κάποιο αντικείμενο, είτε ασκούν ως επάγγελμα κάτι εντελώς διαφορετικό από την συγγραφική τους ιδιότητα. Θα θέλατε να μας μιλήσετε σχετικά με αυτό και να μας πείτε πόσο αρμονικός είναι ο συνδυασμός όλων αυτών και κατά πόσο αλληλοεπηρεάζονται οι επιμέρους ιδιότητές σας;

Να σας πω την αλήθεια δεν με έχει απασχολήσει και αν με ρωτήσετε μπορώ να σας μιλώ για ώρες για συγγραφείς και βιβλία που αγαπώ, όμως δεν ξέρω τι επάγγελμα και τι σπουδές είχαν κάνει οι συγγραφείς τους. Το να μπορείς να γράφεις, είναι θείο δώρο, εγώ έτσι το βλέπω, δεν μπορεί να διδαχτεί. Μπορεί να μάθεις να χρησιμοποιείς σωστά την γλώσσα, να παραθέτεις τα γεγονότα, όμως τον λυγμό, γενικά τα συναισθήματα, δεν μπορεί να στα διδάξει κανένα Πανεπιστήμιο. 

4) Έχετε συμπεριλάβει ποτέ στα βιβλία σας κάποια προσωπικά σας βιώματα; Εάν έχει συμβεί αυτό ποτέ, πόσο εύκολη, ή επώδυνη ήταν η αντικειμενική προσέγγισή τους συγγραφικά;

Ποτέ ως τώρα δεν έχω χρησιμοποιήσει στοιχεία από την προσωπική μου ζωή σε βιβλία μου. Ίσως κάποια στιγμή γίνει, τίποτα δεν αποκλείω. Όμως μου αρέσει να σχεδιάζω ιστορίες με το μυαλό μου, δεν με ιντριγκάρει να πω την δική  μου ή κάποια άλλη που μου έχουν αφηγηθεί.

5) Στο νέο σας μυθιστόρημα, το οποίο διαδραματίζεται επί Τουρκοκρατίας και Ενετοκρατίας, έχετε βασιστεί στην Ιστορία και σε ιστορικά γεγονότα της εποχής τα οποία αποτελούν το φόντο της μυθοπλασίας σας. Ποιά θεωρείτε ως την πιο σημαντική, ίσως και ανεξάντλητη, "πηγή ιδεών" για έναν συγγραφέα;

Το λέω χρόνια και θα συνεχίσω να το λέω, το διάβασμα. Αυτό θεωρώ ως την πλέον ανεξάντλητη πηγή ιδεών. Ο  συγγραφέας οφείλει να διαβάζει, να παρακολουθεί και να αφουγκράζεται. Ενίοτε και να σωπαίνει.

6) Πιστεύετε πως το επιστημονικό υπόβαθρο είναι απαραίτητο για τη συγγραφή ενός βιβλίου, ή αρκεί το έμφυτο συγγραφικό ταλέντο, η φαντασία και οι εμπειρίες του συγγραφέα;

Ανέφερα παραπάνω πως η συγγραφή είναι θείο δώρο. Αυτό πιστεύω σε γενικές γραμμές. Φυσικά εξαιρώ τις περιπτώσεις των ειδικών βιβλίων, ιατρικών και επιστημονικών συγγραμμάτων, τεχνολογίας, μαθηματικών και γενικά βιβλίων που απαιτούν ιδιαίτερες και ειδικευμένες γνώσεις.

7) Υπάρχει κάποιο μοτίβο ως προς το πότε σας "επισκέπτεται" η συγγραφική σας  έμπνευση; Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ώρα, διάθεση, ή τόπος ίσως, που να σας προδιαθέτει να γράψετε, ή είναι κάτι που "ρέει" αβίαστα από μέσα σας συνέχεια;

Συνήθως γράφω καλοκαίρια, μου αρέσει να κλείνω τον ήλιο έξω από την πόρτα και να βγαίνω βόλτες τα βράδια με την δροσιά.  Ξεκινώ να γράφω συνήθως αρκετά πρωί, γύρω στις πέντε και όσο αντέξω. Κάνω κάποιο διάλλειμα για να πάω θάλασσα ή να φάω κάτι και συνεχίζω. Μου αρέσει να γράφω τα καλοκαίρια.

8) Όταν ολοκληρώνετε ένα νέο μυθιστόρημά σας αρκείστε στη δική σας μόνο γνώμη και αξιολόγηση, πριν προχωρήσετε στην έκδοσή του, ή αναζητάτε πρώτα την άποψη κάποιου οικείου σας προσώπου την κρίση του οποίου εμπιστεύεστε;

Ο πρώτος αναγνώστης των βιβλίων μου είναι εξαρχής ο σύζυγός μου. Είναι γιατρός, καρδιολόγος, όμως τον εμπιστεύομαι για δύο λόγους. Πρώτον διαβάζει πάρα πολύ, όλων των ειδών τα βιβλία και δεύτερον είναι πολύ αυστηρός μαζί μου. Συνήθως ακούω τις προτροπές και τις παρατηρήσεις του.

9) Από τα βιβλία σας  υπάρχει κάποιο το οποίο ξεχωρίζετε, στο οποίο ίσως έχετε μεγαλύτερη αδυναμία και γιατί; Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για τα βιβλία σας και, γιατί όχι, την ιστορία "πίσω από την ιστορία" κάποιων από αυτά;

Ναι, υπάρχει ένα που το ξεχωρίζω. Κάποτε θα πω ποιο είναι, όμως όχι ακόμη. Θα μπορούσα να σας πω πολλά, στο δεύτερο σκέλος της ερώτησής σας, όμως θα χρειαζόμαστε πολλές σελίδες. Θέλω να σταθώ σε κάτι που θεωρώ σημαντικό. Η δική μου έμπνευση για να ξεκινήσω να σχεδιάζω την ιστορία μου, έγκειται στην παρατήρηση των προσώπων. Από κει ξεκινώ πάντα. Οι ήρωες μου είναι πρόσωπα που έχω συναντήσει, σε διάφορες στιγμές της ζωής και της καθημερινότητάς μου, άνθρωποι τελείως ξένοι, που τους είδα, μόνο μία φορά. Ήταν όμως αρκετή!

10) Η συγγραφέας Άννα Γαλανού βρίσκει το χρόνο να διαβάζει για δική της ευχαρίστηση και όχι μόνο για έρευνα πάνω σε κάποιο μελλοντικό βιβλίο της; Εφόσον συμβαίνει αυτό, ποιό είδος λογοτεχνίας προτιμάτε περισσότερο ως αναγνώστρια και γιατί;

Διαβάζω πάρα πολύ, δεν μπορώ να ζήσω χωρίς βιβλία. Γι’ αυτό πρωτίστως θεωρώ τον εαυτό μου αναγνώστρια. Διαβάζω πολλά είδη βιβλίων, μεγάλη θεματολογία, έλληνες και ξένους συγγραφείς. Προτιμώ την κλασσική λογοτεχνία, αυτή την εποχή, ξαναδιαβάζω το «Ταπεινωμένοι και καταφρονεμένοι» του Ντοστογιέφσκι. Επίσης διαβάζω πολύ ποίηση, κατά προτίμηση Ελύτη, είναι ο πιο αγαπημένος μου. Διαβάζω Καζαντζάκη, Γιώργο Ιωάννου και από τους πιο σύγχρονους τον Γιάννη Ξανθούλη, τον Ισίδωρο Ζουργό, τον Γιάννη Καλπούζο και την αγαπημένη μου Ρέα Γαλανάκη.  

11) Θυμάστε το πρώτο σας ανάγνωσμα το οποίο σας "παρέσυρε" στον κόσμο της λογοτεχνίας; Θεωρείτε ότι έχετε δεχθεί επιρροές από κάποιους ομότεχνούς σας, έλληνες ή ξένους, σύγχρονους ή κλασσικούς, στο δικό σας τρόπο γραφής, ύφους ή θεματολογίας;

Ναι, σαφώς και θα έχω, με τόσα βιβλία τους που έχω διαβάσει και όχι μία και δύο φορές, μα πολύ περισσότερες. Όταν όμως εγώ ξεκινώ να γράφω, κρατώ ίσως μόνο εικόνες, δεν θυμάμαι πρόσωπα, ιστορίες ή συναισθήματα. Βγαίνουν στην επιφάνεια τα δικά μου. Το πρώτο μου ανάγνωσμα ήταν ένα βιβλίο του Νασρεντίν Χότζα, που μου είχαν κάνει δώρο. Μου άρεσε ο γραφικός παππούς με τα κατάλευκα μαλλιά πάνω στον γάιδαρο. Το είχα διαβάσει τόσες φορές που το είχα μάθει απ’ έξω. Ακολούθησε το «Χωρίς Οικογένεια»… κι από κει και μετά η αλυσίδα είναι ατέλειωτη. 

12) Ποιά είναι τα αγαπημένα σας βιβλία και συγγραφείς; Από την ελληνική και παγκόσμια λογοτεχνία υπάρχει κάποιο βιβλίο το οποίο έχετε λατρέψει,  το οποίο "ζηλεύετε" ως λογοτεχνικό έργο και θα θέλατε, ή ονειρεύεστε να είχατε συγγράψει εσείς;

Ναι, υπάρχει και όχι μόνο ένα. Υπάρχουν πολύ περισσότερα, όπως και οι συγγραφείς που αγαπώ και διαβάζω, δεν είναι μόνο οι τρεις, τέσσερις πιο αγαπημένοι μου, που ανέφερα σε προηγούμενη σας ερώτηση. «Το ταγκό της παλιάς φρουράς» π.χ. του Αρτούρο Περέθ Ρεβέρτε, το λάτρεψα και το ζήλεψα. Μια απλή ιστορία, την έκανε μύθο. Κάποιος άλλος ίσως θα την έκανε τελείως επίπεδη. Αυτό είναι το πραγματικό ταλέντο, γιατί πραγματικά η ιστορία, αρχικά, μοιάζει σαν ένα φτηνό ρομάντζο και όμως η πένα του Ρεβέρτε την τίναξε στα ύψη. Είναι ένα από τα βιβλία που έχω ζηλέψει πολύ.

13) Πιστεύετε πως ο συγγραφέας πρέπει να ταξιδεύει ώστε να έχει κάποια βιώματα από τις χώρες και τις τοποθεσίες τις οποίες, τυχόν, περιγράφει στα βιβλία του και πόσο εφικτό είναι αυτό στην πράξη κατά τη γνώμη σας; Είναι απαραίτητο κάτι τέτοιο, απλά και μόνο, για την "διεύρυνση των οριζόντων" του;

Ναι, το πιστεύω απόλυτα. Αν περιγράφεις μια χώρα ή μια πόλη που δεν έχεις πάει, πρέπει να πας. Δεν μπορείς να πιάσεις τον ρυθμό της από το google earth, όσο κι αν μοιάζει τόσο ιδανικό. Πρέπει να αφουγκραστείς τους ήχους της, να νιώσεις την μυρωδιά της, να ακούσεις τις φωνές των ανθρώπων της, να μπεις στα μαγαζιά της, να χαμογελάσεις στις ανατολές της. Μπορεί τελικά να μην σου πηγαίνει. Έτσι δεν μπορείς να βάλεις την ιστορία σου μέσα σε τέτοια σύνορα. Θα είναι αποτυχία.

14) Θεωρείτε ότι ο συγγραφέας θα πρέπει να ασχολείται με διαφορετικά είδη λογοτεχνίας και να "πειραματίζεται" θεματολογικά, ρισκάροντας να χάσει το ήδη υπάρχον αναγνωστικό του κοινό, ή θα όφειλε να εμμένει στο είδος που τον έχει καθιερώσει;

Σαν χαρακτήρας, μου αρέσει η σταθερότητα και διατηρώ μακρόχρονες και στενές σχέσεις με ανθρώπους που σέβομαι και αγαπώ.  Η τέχνη όμως δεν έχει περιορισμό. Δεν μπαίνει σε λογικές και σε καλούπια. Έτσι, σαν συγγραφέας σας απαντώ ότι ναι, μπορώ να γράψω, πολλά και διαφορετικά είδη πεζογραφίας, χωρίς να σκεφτώ κανένα κόστος. Προσωπικά έχω γράψει. Δεν έχουν ακόμη εκδοθεί. Όμως θα έρθει και η σειρά τους, ο σωστός χρόνος και είμαι σίγουρη πως το κοινό θα θέλει κι αυτό το ίδιο πράγμα με μένα.

15) Πιστεύετε πως οι συγγραφείς οφείλουν να προβληματίζουν τους αναγνώστες "αφυπνίζοντας" τη σκέψη τους, ή ο σκοπός των βιβλίων τους θα έπρεπε να είναι απλά και μόνο ψυχαγωγικός; Εσείς, ποιά μηνύματα επιδιώκετε να "περάσετε" στους αναγνώστες σας και σε ποιό είδος αναγνωστικού κοινού, συνήθως, απευθύνεστε μέσα από το συγγραφικό έργο σας;

Πιστεύω ότι δεν μπορείς να γράφεις για ψυχαγωγία και μόνο. Προσωπικά εγώ δεν γράφω έτσι. Η ζωή μας έχει πολλά συναισθήματα. Χαμόγελο, γέλιο, κλάμα, συγκίνηση, δάκρια χαράς ή λύπης, λυγμό, θλίψη, ζήλεια, οργή, θυμό και πόσα άλλα ακόμη. Έτσι είναι και τα βιβλία. Τίποτα δεν είναι μονοσήμαντο στην ζωή, στην τέχνη, στην δημιουργία. Μηνύματα δικαιοσύνης προσπαθώ να περάσω σε όλα μου τα βιβλία. Εκείνο που δεν συγχωρώ ποτέ είναι η αχαριστία και η αδικία.

16) Θεωρείτε πως η σύγχρονη πραγματικότητα μπορεί να αποτελέσει  πηγή έμπνευσης για έναν συγγραφέα και, ειδικότερα, οι τόσο δύσκολες καταστάσεις που βιώνουμε τελευταία στην πατρίδα μας; Ή μήπως το ζητούμενο από τους αναγνώστες είναι ακριβώς η "φυγή" από αυτήν την ζοφερή πραγματικότητα;

Σαν έθνος ζήσαμε πολύ χειρότερα. Να μην πάμε πολύ μακριά. Ακόμη τα προσφυγικά στον Πειραιά στέκουν εκεί. Ζήσαμε προσφυγιά, πολέμους, εμφύλιο, μετανάστευση, δικτατορίες, χρηματιστήρια και ειδικά δικαστήρια και αντέξαμε και αντέχουμε. Η δύσκολη πράγματι εποχή που βιώνουμε δεν αφορά μόνο εμάς τους Έλληνες. Εμείς έχουμε κι έναν ελπιδοφόρο ήλιο να ζεσταίνει τις καρδιές μας, εκείνοι εκεί στον Βορρά, δεν έχουν ούτε αυτόν. Ίσως κάποια περισσότερα μηδενικά σε κλειστές καταθέσεις. Δεν θα τους σώσουν με τίποτα αυτά.

17) Στην σύγχρονη πραγματικότητα και στην εποχή της άκρατης τεχνολογίας ποιά θεωρείτε πως είναι η θέση του λογοτεχνικού βιβλίου; Περνάει τελικά το βιβλίο κρίση στη χώρα μας ή διεθνώς και τί θα μπορούσαμε να κάνουμε ώστε να γίνει πιο προσιτό στο αναγνωστικό κοινό και ιδιαίτερα στους νέους;

Περνάει κρίση το μυαλό των ανθρώπων, με όλες αυτές τις πληροφορίες που εισπράττει καθημερινά από παντού. Εκεί είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα. Η κρεατομηχανή που υπάρχει στην βεβιασμένη μας καθημερινότητα. Εμείς οι συγγραφείς οφείλουμε να σεβόμαστε τους αναγνώστες μας, υπάρχουν πολλοί τρόποι να το κάνουμε αυτό. Ο αναγνώστης δεν μπορεί να θεωρείται πελάτης, γιατί κάτι τέτοιο πάει να διαμορφωθεί τελευταία και με θλίβει πολύ. Είμαι υπέρ της διασποράς της γνώσης. Προσωπικά δίνω πολλά βιβλία σε βιβλιοθήκες, φυλακές και σε όσους μου ζητούν. Δεν χάνω τίποτα, κερδίζω ανθρώπινα χαμόγελα, και αυτό δεν μετριέται με τίποτα.

18) Είχατε κάποιους "ενδοιασμούς" όταν αποφασίσατε να δώσετε το πρώτο σας βιβλίο προς έκδοση; Αγωνιούσατε ως προς την αποδοχή που θα τύχαινε αυτό από το αναγνωστικό κοινό; Η θεματολογία των βιβλίων σας, πιστεύετε πως παίζει τον δικό της ρόλο στην αποδοχή αυτή;

Κάποια στιγμή, ξεπέρασα τις αναστολές μου και έστειλα ένα από τα βιβλία μου σε πέντε εκδοτικούς οίκους. Έγινε δεκτό από τους τέσσερις, ένας δεν μου απάντησε. Έτσι απλά. Κοίταξα μια μέρα τα συρτάρια μου, μια τεράστια κούτα και ένα μικρό μπαούλο και είπα έφθασε η ώρα να βγείτε στο φως. Από κείνη την μέρα αποφάσισα να ασχοληθώ αποκλειστικά με τα βιβλία μου. Ήταν συσσώρευση μιας μεγάλης προσπάθειας χρόνων, γνώσης και ενίοτε πολλών δακρύων.

19) Εσείς, με την έως τώρα πείρα σας στον χώρο της συγγραφής, τί θα συμβουλεύατε όλους τους νέους επίδοξους συγγραφείς, που ονειρεύονται να δουν κάποτε ένα βιβλίο τους στις προθήκες των βιβλιοπωλείων και, ιδιαίτερα, εν μέσω αυτής της δύσκολης οικονομικής συγκυρίας;

Να μην βιάζονται και να διαβάζουν. Να συνεχίζουν να γράφουν και να μην απογοητεύονται. Υπάρχουν πολλά νέα παιδιά, που γράφουν αληθινά διαμαντάκια, όμως οι εκδοτικοί τους κλείνουν κατάμουτρα την πόρτα, γιατί θέλουν ονόματα ή έτοιμους συγγραφείς. Ό,τι αξίζει θα επικρατήσει. Οι διάττοντες αστέρες χάνονται ύστερα από ένα διάστημα. Όσοι λοιπόν πιστεύουν σ’ αυτό που κάνουν και δεν θέλουν να γίνουν εφήμεροι σταρ στις προθήκες, να μάθουν να περιμένουν και να συνεχίζουν να γράφουν.

20) Κλείνοντας και, αφού σας ευχαριστήσω θερμά για την τιμή της παραχώρησης  αυτής της συνέντευξης, θα ήθελα να σας ευχηθώ ολόψυχα καλή επιτυχία σε όλα σας τα βιβλία και ειδικότερα, στο νέο  μυθιστόρημά σας «Οι Δρόμοι Της Καταιγίδας 1 – ΘΥΣΙΑ», και να σας ρωτήσω για τα άμεσα συγγραφικά σας σχέδια. Τί να περιμένουμε από εσάς στο μέλλον;

Δεν κάνω ποτέ μακροχρόνια σχέδια. Εκείνο που περιμένουμε είναι το δεύτερο βιβλίο της τριλογίας, που δεν θ’ αργήσει πολύ να εκδοθεί.
Θέλω να σας ευχαριστήσω, τόσο για τις ευχές σας, όσο και για τον χρόνο που μου αφιερώσατε με τις τόσο διορατικές και επίκαιρες ερωτήσεις σας.

Βιογραφία της Άννας Γαλανού:

Η Άννα Γαλανού γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Πεζά Ηρακλείου Κρήτης. Σπούδασε Οικονομικά και ασχολήθηκε με τη διαφήμιση και τον σχεδιασμό εντύπων. Πήρε πρώτο βραβείο για το διήγημα Με αντίπαλο τη ζωή, δεύτερο βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου θεατρικού συγγραφέα για το έργο Το τέλος μιας κωμωδίας, δεύτερο βραβείο για το ποίημα Άδειος κόσμος και δύο σημαντικές διακρίσεις για τη μελέτη της στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη. Γράφει μυθιστορήματα, διηγήματα, ποίηση, παραμύθια. Από τις Εκδόσεις Ωκεανίδα εκδόθηκαν «Οι τρεις φωτιές» (2013), «Το παράπονό μου μια κραυγή» (2012), «Αντιμέτωποι με το χθες» (2011). Από τις Εκδόσεις Διόπτρα κυκλοφορούν: «Όταν φεύγουν τα σύννεφα» (2016), «Σμαράγδι στη βροχή» (2015), «Τότε που τραγουδούσαν οι θεοί» (2014) και τρία παραμύθια από την παιδική σειρά «Λόκο».
Επικοινωνία με τη συγγραφέα:

Εργογραφία της Άννας Γαλανού:

«Οι Δρόμοι Της Καταιγίδας 1 – ΘΥΣΙΑ» (2017)
Εκδόσεις: Διόπτρα
Σελίδες: 536
Τιμή: 14,94 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα σε ιστορικό φόντο (Τουρκοκρατία και Ενετοκρατία) με μοναδική ατμόσφαιρα εποχής. Ακολουθήστε τη Ρούσσα, μια όμορφη αρχοντοπούλα της Κρήτης, σε ένα ταξίδι αλλοτινών εποχών γεμάτο ίντριγκες και πάθη. Ένα ταξίδι σε σοκάκια αλλοτινών καιρών...
Η Ρούσσα, μια όμορφη αρχοντοπούλα της Κρήτης, εκτοπίζεται από τους Ενετούς, όταν ο πατέρας της αρνείται να υποταχτεί στην εξουσία τους και επαναστατεί. Η γαλέρα που τη μεταφέρει στην εξορία πέφτει στα χέρια Οθωμανών κουρσάρων και μαζί με άλλες γυναίκες οδηγείται στο σκλαβοπάζαρο της Κωνσταντινούπολης. Αγοράζεται σαν δούλα σ’ ένα καραβανσαράι της Αδριανούπολης, όπου οι συνθήκες διαβίωσής της είναι δραματικές. Ένα βήμα πριν τον θάνατο τη σώζει ένας όμορφος Θρακιώτης, ο Σεκίρ, και ο έρωτας που γεννιέται ανάμεσά τους είναι φλογερός.

Όμως και πάλι, η καινούρια αρχή στη ζωή της είναι γεμάτη ερωτηματικά.
- Γιατί ακολουθεί την εκστρατεία του σουλτάνου Σουλεϊμάν;
- Ποιος είναι ο ρόλος του Αχμέτ πασά;
- Ποιος είναι ο Ιωάννης και πόσο επηρεάζει τη ζωή της;
- Ο άνθρωπος-αίνιγμα; Μέχρι πού μπορεί να φτάσει;

Χάνδακας – Κωνσταντινούπολη – Αδριανούπολη – Ρέθυμνο – Χάνδακας
Τα ιστορικά γεγονότα της περιόδου 1550-1570 δένονται άρρηκτα με τη μυθοπλασία και συνθέτουν μια μοναδική ατμόσφαιρα εποχής. Ευγενείς, σκλάβοι, αλήθειες, ψέματα, πασάδες, δούκες, έρωτες, πάθη, ίντριγκες, σωματέμποροι, αλογάρηδες, πειρατές ζωντανεύουν στη Θυσία, το πρώτο βιβλίο της τριλογίας Οι δρόμοι της καταιγίδας.»

«ΟΤΑΝ ΦΕΥΓΟΥΝ ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ» (2016)
Εκδόσεις: Διόπτρα
Σελίδες: 552
Τιμή: 15,93 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Ένας πετυχημένος και ζηλευτός γάμος θα καταλήξει σε εφιάλτη.
Χριστίνα και Αλέξης. Εκείνη, πασίγνωστη τηλεπαρουσιάστρια, εκείνος, πλούσιος επιχειρηματίας. Η ευτυχία αποτελεί κενό γράμμα στη σχέση τους και οι διαδρομές τους ακολουθούν διαφορετικές κατευθύνσεις. Ένα ζευγάρι με πολλά μυστικά. Καθένας τους κουβαλά το δικό του σκοτεινό παρελθόν. Αρκεί μια στροφή της μοίρας για να τους φέρει αντιμέτωπους με το πεπρωμένο τους.
Κώστας. Τρυφερός, ρομαντικός και βαθιά ερωτευμένος με τη Χριστίνα. Ένας από επιλογή μοναχικός άνθρωπος με μεγάλες ευαισθησίες, που ψάχνει την αληθινή αγάπη. Ένας άντρας που οι περιστασιακοί έρωτες δεν τον αφορούν.
Ελίνα. Η γυναίκα που κάνει τη μεγάλη ανατροπή στην πλοκή της ιστορίας. Όταν εμφανίζεται στο προσκήνιο, όλα αλλάζουν αμέσως.
Φανή. Η μητέρα της Χριστίνας και λυδία λίθος της ιστορίας.

Άραγε κάποια πράγματα έρχονται τυχαία στη ζωή μας ή μια ανώτερη δύναμη τα φέρνει στον δρόμο μας; Μπορεί το πεπρωμένο να κινεί τα νήματα του σύμπαντος, να καθοδηγεί τις ζωές μας και να χαράζει το μέλλον μας; Πόσο δύσκολο είναι να του ξεφύγει κανείς; Πόσο μακριά μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος όταν διεκδικεί την αληθινή αγάπη;

Οι πέντε ήρωες του βιβλίου ακολουθούν μονοπάτια που ποτέ δεν είχαν φανταστεί. Όλοι γράφουν τις ιστορίες τους, σε πρώτο πλάνο, Όταν Φεύγουν τα Σύννεφα.»

«ΣΜΑΡΑΓΔΙ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ» (2015)
Εκδόσεις: Διόπτρα
Σελίδες: 536
Τιμή: 15,86 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Η Νάντια είναι μια όμορφη λαϊκή τραγουδίστρια που εμφανίζεται ξαφνικά και ταράζει τα νερά της νυχτερινής Αθήνας του ’60.
Ο κόσμος τη λατρεύει, την αποθεώνει, όμως κανείς πραγματικά δεν ξέρει τίποτα για το παρελθόν της.
Ποια είναι στ’ αλήθεια;

Πίσω από τη μαγική παρουσία της κρύβεται μια τραγική διαδρομή, μεγάλα μυστικά, ανείπωτες αλήθειες κι ένας μεγάλος έρωτας, ένα πάθος χωρίς προηγούμενο.
Ποια είναι η σχέση της με τη Σμαράγδα, που για χρόνια περιπλανιέται στους δρόμους μιας χαμένης μνήμης κι ενός τραγικού παρελθόντος αναζητώντας την ταυτότητά της;
Τι ρόλο παίζει στη ζωή της η Ελμά, μια από τις πιο διάσημες ρεμπέτισσες του Πειραιά;
Ο Άλκης, ο Ζαννής και ο Μενέλαος είναι οι άντρες που κρατούν όλα τα κλειδιά για να ανοίξουν το παράθυρο της μνήμης και την πόρτα της ζωής της.

Από τον Πειραιά της δεκαετίας του ’40 και του ’50 στη λαϊκή Θεσσαλονίκη και στην αστική Αθήνα του ’60.

Μια τραγική ιστορία και μια διαδρομή γεμάτη ανατροπές, αλλά κι ένας μεγάλος έρωτας που παλεύει για να βγει κερδισμένος μέσα από τη λύτρωση ενός πικρού παρελθόντος.»

«ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΣΑΝ ΟΙ ΘΕΟΙ» (2014)
Εκδόσεις: Διόπτρα
Σελίδες: 448
Τιμή: 9,90 €

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Στο τέταρτο βιβλίο της Άννας Γαλανού, μια γυναίκα αναγεννιέται στη φλόγα της απόλυτης αγάπης, ανακαλύπτοντας ένα συγκλονιστικό μυστικό.
Η Λένια και ο Φίλιππος είναι δυο μικροί θεοί, όπως όλοι μας άλλωστε. Καθένας τους μέσα του κουβαλά διαφορετικά θραύσματα της ανθρωπότητας. Μιας ανθρωπότητας πιστής στο κοινωνικό κατεστημένο και στις ταξικές διαφορές. Όταν, όμως, έρχεται η αγάπη, χρειάζεται μια στιγμή για να κυριαρχήσει ολοκληρωτικά στην ύπαρξή τους.
Μέσα σε μια κοινωνία που η Λένια ορίζεται από τις προκαταλήψεις και ζει μια καλοκουρδισμένη ζωή, θα γνωρίσει τον Φίλιππο, που έχει βιώσει το χειρότερο πρόσωπο των ανθρώπων.
Λόγια πνιγμένα σε φιλιά, σώματα που προδίδουν, ασφυκτικά άδεια δωμάτια, ένταση που φέρνει δάκρυα και πολλές άγρυπνες νύχτες αφηγούνται την ιστορία τους.
Εκείνη, σε μια προσπάθεια να πνίξει τον έρωτά τους κι ενώ κρατιέται απ’ την ανάμνηση των τελευταίων ευτυχισμένων στιγμών τους, θα καταλήξει στο νησί της και θα ανακαλύψει στις σελίδες ενός ξεθωριασμένου τετραδίου μια συγκλονιστική αλήθεια.
Η αποκάλυψη αυτή θα την απελευθερώσει και ακολουθώντας το τραγούδι της ψυχής της θα θέσει νέες βάσεις στη σχέση της με τον Φίλιππο, ο οποίος με τα χρώματα του έρωτά τους θα ζωγραφίσει το ωραιότερο ηλιοβασίλεμα στον καμβά της ζωής.» 

Τετάρτη 22 Μαρτίου 2017

Προδημοσίευση «ΛΙΓΕΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΝΥΧΤΕΣ», του Ισιδώρου Ζουργού – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

Προδημοσίευση «ΛΙΓΕΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΝΥΧΤΕΣ», του Ισιδώρου Ζουργού – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη
Εκδόσεις: Πατάκη
Σελίδες: 576
Τιμή: 17,91 €
Κυκλοφορεί: 31/3/2017

          Ο Ισίδωρος Ζουργός είναι ένας συγγραφέας από εκείνους τους σπάνιους που ανεβάζουν την ελληνική λογοτεχνία ένα "σκαλί" ψηλότερα. Ένας πραγματικός "τεχνίτης του λόγου" του οποίου το κάθε βιβλίο αποτελεί εκδοτικό γεγονός και το αναμένουν ανυπόμονα όλοι οι πολυάριθμοι αναγνώστες του. Το νέο μυθιστόρημα του εξαίρετου λογοτέχνη, λοιπόν, κυκλοφορεί σε λίγες ημέρες από τις εκδόσεις Πατάκη με τίτλο «Λίγες Και Μία Νύχτες», από το πρώτο κεφάλαιο του οποίου έχουμε την χαρά και την τιμή να φιλοξενούμε ένα εκτενές απόσπασμα. Ευχαριστώ θερμά τις αγαπημένες εκδόσεις Πατάκη για την παραχώρηση του ακόλουθου αποσπάσματος και σας προσκαλώ να διαβάσετε τις πρώτες σελίδες του νέου εξαιρετικού και πολυαναμενόμενου μυθιστορήματος του αγαπημένου συγγραφέα. Ευχόμαστε ολόψυχα καλοτάξιδο και κάθε επιτυχία! 

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:


«Την άνοιξη του 1909 ο έκπτωτος σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ ο Β΄ εξορίζεται στη Θεσσαλονίκη και μένει έγκλειστος σε μια εντυπωσιακή έπαυλη.  Εκεί, κατά το μυθιστόρημα και μόνο, θα διηγηθεί για μερικές νύχτες σ’ ένα μικρό κορίτσι τη ζωή του. Ένα εντεκάχρονο όμως αγόρι κρυφακούει…

Εβδομήντα χρόνια μετά θα υπάρχει ακόμη μια νύχτα, μάλλον μια ζωή ολόκληρη σε μία μόνο νύχτα, άλλωστε στον 20ο αιώνα συχνά αργούσε να ξημερώσει.

Το Λίγες και μια νύχτες παίρνοντας αφορμή από την ερωτική ιστορία που φωλιάζει στην καρδιά της αφήγησης, είναι ένα μυθιστόρημα για το κυνήγι του πλούτου και την αναζήτηση της ευτυχίας. Το βιβλίο αναπλάθει μια μαγευτική συνοικία έξω από τα τείχη της Θεσσαλονίκης, αυτή των Εξοχών, που έσβησε για πάντα. Είναι ακόμη μια γραφή για τα σπίτια, φτωχικά και πλούσια, για το μέσα και το έξω τους, για τους τοίχους και τα έπιπλα όπου υφαίνονται οι ανάσες ζώντων και τεθνεώτων.

Το Λίγες και μία νύχτες εμπεριέχει ακόμη με κάποιο τρόπο τον σχολιασμό του, διερωτάται πίσω από την κουίντα για τα άγονα χωράφια της γραφής, τα εργαστήριά της, τις αστοχίες και τα πάθη της, είναι με άλλα λόγια το κοίταγμα του ίδιου του μυθιστορήματος στον καθρέφτη.

Πέρα όμως και πάνω από όλα είναι ένα βιβλίο για την ανήκεστο βλάβη της ύπαρξης που προκάλεσε ο πιο δημεγέρτης αιώνας, ο εικοστός.» 

Απόσπασμα:

Κεφάλαιο 1ο 

Ο γέρος στο βαγόνι

Σιδηροδρομικός σταθμός, 22 Απριλίου 1909,
ευρωπαϊκή ώρα 22.45´

Θηρίο μ’ ένα κίτρινο μάτι μες στη νύχτα. Είναι σιδερένιο, είναι τρένο, είναι βρόμικο απ’ τον καπνό και νεφελώδες απ’ τους υδρατμούς που βγάζουν τα ίδια του τα σπλάχνα. Έφυγε απ’ τον σταθμό του Σιρκετζί[1]  στην Κωνσταντινούπολη και ταξιδεύει εδώ και είκοσι ώρες. Μέχρι στιγμής πρόλαβε ο δρόμος να του νυχτώσει δυο φορές και μια να ξημερώσει. Είναι ένα τρένο στοιχειωμένο, που κουβαλάει λίγους επιβάτες κι έναν αιμοσταγή βασιλιά.
Στο πολυτελές βαγόνι ακουμπούσε το γέρικο κεφάλι του στο τζάμι για ώρες. Ο έκπτωτος σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ ο Β΄ πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της πρώτης και της δεύτερης νύχτας του ταξιδιού κοιτάζοντας έξω σιωπηλός τις ασημένιες σκιές των δέντρων και των χαμηλών σπιτιών. Χάζευε τα είδωλα που έπλαθε το φεγγαρόφωτο και προς στιγμήν τού φάνηκε πως κάπου ανέμιζε μια σημαία με σελήνη – όχι αυτή της δικής του αυτοκρατορίας αλλά της νύχτας, αυτής της επικράτειας που κρατάει για πάντα.
Το τρένο ετοιμάστηκε από την Επαναστατική Επιτροπή μέσα σε λίγες ώρες ειδικά γι’ αυτόν, ένα τρένο έρημο για να τον στείλει μακριά απ’ την Κωνσταντινούπολη, για να τον εξορίσει. Τον μονάρχη συνοδεύουν οι δυο μικροί του γιοι, τρεις απ’ τις γυναίκες του, υπασπιστές, ένα τσούρμο υπηρέτες και η φρουρά που τον επιτηρεί μ’ ένα σφίξιμο στο στήθος. Δεν είναι πολύς ο καιρός που ο πατισάχ δεν είναι παντοδύναμος και οι υπήκοοί του θέλουν τον χρόνο τους για να το συνηθίσουν.
Στον σιδηροδρομικό σταθμό της Σαλονίκης δεν υπάρχουν επίσημοι να τον υποδεχτούν, μόνο μια ντόπια φρουρά κι ο διοικητής της Σχολής Χωροφυλακής, ένας Ιταλός στρατηγός, ο Ντε Ρομπιλλάν, που μιλάει σπασμένα τα οθωμανικά.
Ο Ιταλός διοικητής δείχνει στον έκπτωτο μονάρχη να μπει στο αυτοκίνητό του· εκείνος αρνείται. Ο ξεδοντιασμένος από την εξουσία σουλτάνος θέλει άμαξα να τον ταξιδέψει, θέλει ν’ ακούει οπλές στο λιθόστρωτο, τρίλιες από χάμουρα που κουδουνίζουν, θέλει να μυρίζει τις ανάσες των αλόγων που αχνίζουν στην υγρασία της νύχτας.
Φέρνουν μιαν άμαξα που ξεκινάει μέσα από στενούς δρόμους και σκοτεινούς. Οι εντολές του κομιτάτου «Ένωση και Πρόοδος» είναι σαφείς: η μεταφορά πρέπει να γίνει διακριτικά, αν γίνεται και μυστικά, μακριά από το θορυβώδες Κέντρο και την παραλία όπου όλα τα καφέ σαντάν είναι ακόμη ανοιχτά και οι λάμπες του φωταερίου προδίδουν την κάθε κίνηση. Πάνε δυο μέρες που η Θεσσαλονίκη, σημαιοστολισμένη και φωταγωγημένη, γιορτάζει την εκθρόνιση του σουλτάνου· άλλωστε η έδρα της Επαναστατικής Επιτροπής ήταν πάντα εδώ. Η ίδια η αιτία της χαράς της, ο εξόριστος πατισάχ, έρχεται ίσια μες στον κόρφο της, αλλά είναι ακόμη νύχτα και η πόλη δεν το ξέρει.
Ο έκπτωτος σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ ο Β΄ κάθε τόσο τραντάζεται στη θέση του στην άμαξα καθώς τα στενά τής Άνω Πόλης είναι γεμάτα λακκούβες. Η μεγάλη μύτη του τρέχει από την υγρασία, κρατάει στο αριστερό χέρι ένα μαντίλι και με το άλλο γαντζώνεται γερά απ’ τη χειρολαβή, γιατί οι στροφές και οι τρύπες στα καλντερίμια δεν έχουν τέλος.
Κατηφορίζουν απ’ τα ανατολικά τείχη ενώ αριστερά διακρίνονται τα φώτα του Δημοτικού Νοσοκομείου Χαμιδιέ, που έχει τ’ όνομά του. Η «Σκιά του Θεού επί της Γης» φρόντιζε τους υπηκόους του για τριάντα-τόσα χρόνια. Αυτοί, συλλογίζεται θλιμμένος, τον αντάμειψαν με απαγωγή και φυλάκιση σ’ ένα άδειο τρένο.
Η ψυχή του πατισάχ και τα λαγόνια του κάπως γαληνεύουν όταν τσουλάνε στους κυβόλιθους της Λεωφόρου Χαμιδιέ, που έχει κι αυτή τ’ όνομά του. Κάπως ηρεμεί μιας κι από κει βλέπει τη θάλασσα – ένα κομμάτι σπασμένου καθρέφτη που γυαλίζει απ’ τη φωταύγεια της σελήνης. Κάτω απ’ το μαρμάρινο σιντριβάνι στην αρχή της λεωφόρου ο αλμυρός αέρας του Κόλπου είναι μυρμήγκιασμα στα γένια του. Στο μεταξύ ο αμαξάς καμτσικώνει τ’ άλογα, καθώς βιάζονται να περάσουν γρήγορα τον αριστοκρατικό δρόμο που ’ναι γεμάτος προξενεία, ενώ υπάρχουν πολλά μάτια πίσω απ’ τις κουρτίνες και κάποια καφενεία είναι ακόμη ανοιχτά.
Η άμαξα έστριψε αριστερά για την επόμενη λεωφόρο. Ο μονάρχης άφησε απ’ τα μάτια του τη θάλασσα και το βλέμμα του αιχμαλωτίστηκε στη μονοτονία των γραμμών του τραμ. Μέσα απ’ αυτές τις ράγες γυρίζει πενήντα χρόνια πίσω και θυμάται που είχε επισκεφτεί αυτήν την πόλη νεαρός πρίγκιπας. Τώρα αναρωτιέται πού τον οδηγούν αυτές οι σιδερένιες γραμμές – ίσως σε κάποιο μνήμα που χάσκει ανοιχτό και τον περιμένει.
Σε αυστηρή στοίχιση προπορεύονται έφιπποι αστυνομικοί που καλπάζουν σε ζευγάρια. Έχουν μαρμάρινους λαιμούς και κοιτάζουν μόνο μπροστά. Πίσω από την άμαξά του ακολουθεί ένα μικρό καραβάνι, που σέρνει τα υπολείμματα του κόσμου του από το ανάκτορο του Γιλδίζ, που το άφησε για πάντα.
Αυτή η λεωφόρος που τώρα διασχίζουν φαίνεται εντυπωσιακή: πεζοδρόμια αριστερά και δεξιά, δεντροστοιχίες, φωτισμός, μεγαλοπρεπείς επαύλεις με πύργους και θαλερούς κήπους που ξεχωρίζουν πίσω από ψηλά κάγκελα. Ο σουλτάνος δεν πολυκοιτάζει, ενώ κάπου κάπου τα μάτια του κλείνουν – είναι γέρος πια. Χαϊδεύει μόνο την αριστερή παλάμη με τα δάχτυλα του δεξιού χεριού· φαίνεται κάτι να αναζητεί ψαύοντας τις γραμμές του χεριού του. Αν η μοίρα του είναι ανάγλυφη πάνω στο δέρμα, ο πατισάχ δε θ’ αργήσει ως χειρομάντης να την ανακαλύψει.
}
Είχε αρχίσει να φέγγει. Η πόλη σε λίγο θα ξυπνούσε. Ο Λευτέρης, άνιφτος ακόμη, φορτώθηκε το μουσλούκι[2]  και πήγε να το γεμίσει στην κοντινή δημόσια κρήνη. Η μάνα κοιμόταν. Ο ύπνος την έπαιρνε συνήθως πριν απ’ τα χαράματα, όταν σταματούσε ο βήχας. Η θάλασσα, που ήταν δυο βήματα κοντά, έστελνε τη μυρωδιά από τα φύκια της ακτής και τη νοτισμένη άμμο, που περίμενε το ανέβασμα του ήλιου για να ξεράνει την πέτσα της.
Πατέρας και γιος θρυμμάτισαν ξερό ψωμί στο ζεστό γάλα κι άρχισαν να τρώνε σιωπηλοί. Από τη μέσα κάμαρη ακουγόταν βαριά η ανάσα της μάνας. Ο Λευτέρης χτύπαγε επίτηδες το κουτάλι στο εμαγιέ πιάτο, γιατί υπήρχαν στιγμές που δεν άντεχε ν’ ακούει τον ρόγχο της. Ο πατέρας του έτρωγε ανέκφραστος και δεν τον πολυκοίταζε. Ο γιος του ήταν πια έντεκα χρονών, δεν είχε ανάγκη από κανακέματα.
Βγήκαν απ’ το σπίτι και πήραν τον χωματόδρομο που έβγαζε στη Λεωφόρο των Εξοχών. Στάθηκαν μπροστά στο αγίασμα της Αγίας Σολομονής. Ο πατέρας σταυροκοπήθηκε, κι ύστερα, όπως κάθε πρωί, οι δρόμοι τους χώρισαν. Ο Λευτέρης τράβηξε κατά το κέντρο της πόλης, όπου ήταν τα πρακτορεία των εφημερίδων, και ο κυρ-Γιάννης ο Ζεύγος ανατολικά, στους κήπους των επαύλεων, στη βίλα του Αλλατίνι πάνω απ’ τους μύλους, εκεί όπου τέλειωνε η λεωφόρος με τις επαύλεις κι άρχιζε ο δρόμος για τη Γεωργική Σχολή.
Ο Λευτέρης κοντοστάθηκε για να χαζέψει το τραμ που περνούσε. Ήταν γεμάτο κουστουμαρισμένους άντρες με κρεμ καπέλα και κολλαρισμένους γιακάδες. Οι πιο πολλοί δούλευαν στον φραγκομαχαλά και στο Λιμάνι, στις τράπεζες και στα ναυτιλιακά γραφεία. Μια φορά είχε πάρει κι αυτός το τραμ για να πάει κάτω στο πρακτορείο να φορτωθεί εφημερίδες. Ήταν γιατί την προηγουμένη είχε χωθεί ένα καρφί στην πατούσα του κι έσερνε το πόδι σβαρνώντας το χώμα απ’ όπου περνούσε. «Μια φορά» λέγοντας εννοούμε με εισιτήριο, γιατί πολλές φορές αθέατος απ’ τον καθρέφτη του οδηγού είχε πηδήξει κι είχε σκαλώσει στην ουρά του βαγονιού. Το έκανε συνήθως μεσημέρια στη ζέστη και στο μεγάλο στρίμωγμα ζητώντας απ’ τους επιβάτες συνένοχη σιωπή. Έβαζε το δάχτυλο μπροστά στα χείλη και παρακαλούσε με το βλέμμα ασπροντυμένες καμαριέρες και γκουβερνάντες, οι οποίες κατέβαιναν κάπου στις επαύλεις του Αθ. Σωσσίδη, του Χρ. Γεωργιάδη, των Χατζημήσεφ, του Λεβή Μοδιάνο, των Άμποτ, του Περ. Χατζηλαζάρου…
Τάχυνε το βήμα γιατί ο ήλιος είχε αρχίσει να ανεβαίνει. Πέρασε έξω απ’ το ζυθοπωλείο Μικρός Κήπος όπου είδε έναν σερβιτόρο να σκουπίζει την αυλή.
«Άργησες, Λευτεράκη, μεσημέριασε!» του φώναξε.
Άνοιξε κι άλλο το βήμα και βούτηξε ως τον αστράγαλο στο νερό που κατέβαζε ο χείμαρρος παραδίπλα. Στο καφενείο του Λευκού Πύργου είχαν κιόλας καθίσει οι πρώτοι πελάτες και ρουφούσαν τον πρωινό τους καφέ. Κατάλαβε πως η ώρα είχε περάσει για τα καλά κι άρχισε να τρέχει. Βγήκε στη Λεωφόρο Χαμιδιέ και πέρασε σφεντόνα μπροστά απ’ το καφενείο Ο Παρθενών. Έκοψε τον δρόμο στη μέση κι έφτασε στο απέναντι πεζοδρόμιο αποφεύγοντας κάτι αλογίσιες κοπριές που άχνιζαν. Χώθηκε στα στενά της παλιάς πόλης, εκεί όπου έβλεπαν τον ήλιο μόνο το καταμεσήμερο.
}
Όταν ο Γιάννης Ζεύγος αντίκρισε τη βίλα από μακριά, είδε κόσμο συγκεντρωμένο έξω απ’ τα κάγκελα. Πλήθος οι ένστολοι ακόμη και μες στην αυλή ως το βάθος της, εκεί όπου ξεκινούσαν τα μαρμάρινα σκαλοπάτια. Παραμέρισε κάποιους περίεργους σπρώχνοντας με τους αγκώνες αριστερά και δεξιά, ώσπου έφτασε στη θεόρατη καγκελόπορτα. Δε χρειαζόταν να ρωτήσει τι συνέβαινε· απ’ τις κουβέντες του πλήθους είχε καταλάβει: ο σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ ήταν φυλακισμένος στην Έπαυλη Αλλατίνι.
Δύο χωροφύλακες με βλοσυρό ύφος τον σταμάτησαν στην είσοδο κι αυτός άρχισε τσάτρα πάτρα να τους εξηγεί στα οθωμανικά: δούλευε, τους είπε, κηπουρός εδώ και χρόνια στη βίλα, τις μισές μέρες της βδομάδας του εκεί τις περνούσε· ας ρωτούσαν και τον κύριο διευθυντή της Χωροφυλακής, που ίσαμε προχθές έμενε αυτός στη βίλα. Σε μια επιπλέον προσπάθεια πέρασε το δάχτυλο ανάμεσα στα κάγκελα και τους έδειξε το παράσπιτο, όπου φύλαγε τα εργαλεία του.
Ένας απ’ τους χωροφύλακες του έκανε νόημα να τον ακολουθήσει. Ο κυρ-Γιάννης κράτησε στο χέρι του το καπέλο και υπάκουσε. Καθώς περπατούσε, έβλεπε γύρω του φοβισμένος αυτό που συνέβαινε. Όλη η αχανής αυλή με τους κήπους φιλοξενούσε μέσα της ένα μικρό άλσος από γυαλισμένες μπότες και ξίφη. Αξιωματικοί του στρατού και της αστυνομίας σε μικρές συντροφιές κουβέντιαζαν χαμηλόφωνα. Συνέχισε να βαδίζει πίσω απ’ τον ψηλό χωροφύλακα πατώντας στο άσπρο χαλίκι με το οποίο είχε στρώσει αυτός ο ίδιος το μονοπάτι. Πάνω του τα δέντρα με τις φωλιές των πουλιών, πεύκα τα πιο πολλά και σφεντάμια, στην άκρη στα κάγκελα δάφνες και μυρτιές· τα ’ξερε όλα ένα προς ένα. Μάλιστα τους είχε δώσει και ονόματα, αλλά δεν το είχε πει σε κανέναν γιατί ντρεπόταν. Πέρασε δίπλα από τα σκαλισμένα παρτέρια του· χθες ακόμη είχε φυτέψει μέσα τους την ίδια την άνοιξη σε σπόρους. Πώς είχαν όμως έτσι αλλάξει τα πράγματα από χθες;
Στους στάβλους, μια αποθήκη με άχυρο είχε μετατραπεί σε Φρουραρχείο. Ένας αξιωματικός με τσιγκελωτό μουστάκι τού συμπλήρωσε ένα δελτίο εισόδου και το γέμισε σφραγίδες.
«Να το δείχνεις στην πόρτα», τον πρόσταξε, «πιο πολύ τις πρώτες μέρες, ώσπου να σε μάθουν οι φρουροί».
Βγήκε κρατώντας μαζί με το καπέλο κι αυτό το χαρτί. Σήκωσε προς στιγμήν τα μάτια στα παράθυρα του πρώτου ορόφου. Είχε συνηθίσει εδώ και καιρό να βλέπει την οικογένεια του διευθυντή της Χωροφυλακής, του Ρομπιλλάν πασά. Μέχρι χθες κατοικούσαν στη βίλα, αλλά αναγκάστηκαν να μετακομίσουν μέσα σε λίγες ώρες. Έβγαλαν έξω τους ανθρώπους και σε μία νύχτα τούς πήγαν αλλού. Αυτός ο σουλτάνος ήταν θεομηνία. Ήταν ήρεμοι άνθρωποι και δια-κριτικοί η οικογένεια του διευθυντή, κι αυτός, ο κυρ-Γιάννης ο κηπουρός τους, είχε συνηθίσει να δουλεύει μες στην ησυχία. Δύο φρουρούς είχε όλους κι όλους ο Ρομπιλλάν πασάς που εναλλάσσονταν μέρα και νύχτα, κι ο Γιάννης τούς ήξερε καλά. Τώρα ο κόσμος όλος είχε γεμίσει λοφία και καπέλα. Πώς ήρθε έτσι ο κόσμος ανάποδα; συνέχισε να αναρωτιέται. Πώς ένας σουλτάνος μπερδεύτηκε ανάμεσα στους κισσούς και στις τριανταφυλλιές του;
«Μα είναι πράγματι ο σουλτάνος;» αναρωτήθηκε φωναχτά μη μπορώντας να το πιστέψει, και κοίταξε πάλι στα μεγάλα παράθυρα του πρώτου ορόφου.
Είχε δει τους προηγούμενους μήνες κάτι σκίτσα που κυκλοφορούσαν σε ξένες εφημερίδες και σε καρτ ποστάλ. Άσχημος ήταν ο πατισάχ, κοντός, με καμπούρα, μεγάλη μύτη και λάγνο ύφος. Πολλά βράδια τούς έφερνε ο Λευτέρης στο σπίτι περιοδικά, που τα επέστρεφε στο πρακτορείο το επόμενο πρωί. Η γυναίκα του, η Ζιζέλ, τους διάβαζε και τις γαλλικές εφημερίδες. Ο ξένος Τύπος μιλούσε για ερωμένες και σκλάβες, όργια και αίμα πολύ, τον αποκαλούσε «Ο κόκκινος σουλτάνος». Απ’ το μαχαίρι του είχαν περάσει χιλιάδες, έτσι έγραφαν, και χριστιανοί και μουσουλμάνοι. Στους εχθρούς του δεν έκανε διακρίσεις, ήταν σ’ αυτό δημοκρατικός κι ανεξίθρησκος, γιατί τους έσκαβε τον λάκκο με τον ίδιο τρόπο. Αυτή ήταν χειροπιαστή ισότητα κι αδελφοσύνη. Γιατί άραγε οι επαναστάτες του κομιτάτου τον εχθρεύονταν;
Κούνησε το κεφάλι αριστερά δεξιά, για να διώξει τις άχρηστες σκέψεις με τον ίδιο τρόπο που κοσκίνιζε το καστανόχωμα στο ζεμπίλι, για να φύγουν όλα τα χαλίκια, ακόμη και τα πιο μικρά που ήταν σαν φακόσπυρα. Τον περίμενε πολλή δουλειά, καθώς ήταν η εποχή που οι κήποι έπρεπε να σκαφτούν και να φυτευτούν, όμως μ’ όλ’ αυτά τα χαρτιά και τις βούλες είχε καθυστερήσει. Αφού έχωσε το χαρτί με τις υπογραφές στον κόρφο του, κίνησε για την αποθήκη να πάρει σκαπτικά, λιπάσματα και ποταμίσια άμμο. Εκείνη την ώρα ξεφόρτωναν μπροστά στην είσοδο της βίλας, στα μαρμάρινα σκαλιά, μπαούλα και κασέλες.
}
Κάθε μέρα, τουλάχιστον δύο φορές διέσχιζε τη μεγάλη λεωφόρο με τα πόδια· απ’ το καφενείο του Μοδιάνο, που ήταν πέρα κι απ’ τη βίλα του Αλλατίνι, ως το σιντριβάνι της Χαμιδιέ κι από κει στον λαβύρινθο της παλιάς πόλης και πάλι πίσω, για να προλάβει να δώσει ένα χέρι στον πατέρα του που έσκυβε απ’ τα χαράματα πάνω απ’ τα χώματα.
Ξεκινούσε απ’ το πρακτορείο δίπλα στην Οθωμανική Τράπεζα μ’ ένα ξέχειλο καρότσι εφημερίδες και μοίραζε πρώτα τις συνδρομές: Φάρος της Θεσσαλονίκης, Αλήθεια, Γενί Γαζέτα, El Avenir, Asir, Journal de Salonique κ.ά. Ανέβαινε σκάλες, χωνόταν σε γραφεία, σε καφενεία, σε μεγάλα εμπορικά στο Λιμάνι. Όταν τέλειωναν οι συνδρομές, έπαιρνε καμιά πενηνταριά φύλλα και τα έβαζε στο τσουβάλι του, που το είχε μετατρέψει σε σακίδιο για την πλάτη κρεμώντας το απ’ τους ώμους με σχοινιά. Κρατούσε ένα δυο φύλλα στο χέρι, αυτά κυρίως που είχαν τους πιο εμπρηστικούς τίτλους, κι έπαιρνε πάλι τον μεγάλο δρόμο για τις Εξοχές, που ξεκινούσε απ’ το καφενείο του Λευκού Πύργου.
Κάθε τόσο ξεφώνιζε σε τέσσερις πέντε γλώσσες τις εφημερίδες και με τον καιρό είχε μάθει ποιος κατοικούσε πού. Στεκόταν έξω απ’ τα αρχοντόσπιτα και φώναζε με το κεφάλι χωμένο στα κάγκελα τη γλώσσα των ενοίκων: τούρκικα, ελληνικά, λαντίνο, αρμένικα, γαλλικά, βουλγάρικα…
Τις πιο πολλές φορές, αφού ξελάφρωνε κάπως απ’ το βάρος, έστριβε για το Γενί Τζαμί κι έκανε μια στάση στο σπίτι τους, να δει μήπως τον χρειαζόταν η μάνα. Το σπίτι τους ήταν μια παλιά αποθήκη δίπλα στη θάλασσα, που την είχε παραχωρήσει με συμβολικό νοίκι εκείνος ο ευεργέτης του πατέρα του, ο πρώτος και μοναδικός του καπετάνιος.
Πάνε χρόνια που ο Γιάννης ο Ζεύγος είχε μπαρκάρει ναύτης. Με δοκιμή, του είπανε, για λίγους μήνες. Έμεινε τόσο όσο να περιμένει μήπως τα μέσα του τελικά την αντέξουν τη θάλασσα. Απ’ τη Σαλονίκη ως τη Μασσαλία ανέβασε κάμποσο τη στάθμη των κυμάτων ξερνοβολώντας κάθε τόσο με το κεφάλι έξω απ’ την κουπαστή. Βοήθησε ο Θεός κι έπρεπε να σταθμεύσουν στη Μασσαλία λίγες βδομάδες. Εκεί έδωσε όλο του τον εαυτό στη δουλειά, έγινε σκέτος χαμάλης, δούλος σωστός, γιατί τον καπετάνιο τον ντρεπόταν και το φιλότιμο τον έκανε ν’ ανεβοκατεβαίνει δυο δυο τα σκαλιά και τα φουγάρα.
Στη Μασσαλία γνώρισε τη Ζιζέλ. Δούλευε στο καπνοπωλείο του πατέρα της, ένα απ’ τα πρώτα καθώς έβγαινες απ’ το λιμάνι στην πόλη. Ο Γιάννης, μόλις είδε τα μελιά της μάτια, άρχισε να καπνίζει και στον ύπνο του. Πριν βγει εκείνος ο μήνας παντρεύτηκαν. Η μεταστροφή του στη δική της Εκκλησία, την καθολική, έγινε τόσο γρήγορα, που ούτε το κατάλαβε. Έμοιαζε με τσίμπημα κουνουπιού στη διάρκεια ενός μεγάλου ύπνου. Κοιτούσε τη Ζιζέλ υπνωτισμένος από έρωτα, γι’ αυτό τής χάρισε τη θρησκεία των πατέρων του, κράτησε όμως την πόλη του. Φύγανε με το τρένο για τη Σαλονίκη. Αυτή ήταν η προίκα της Ζιζέλ – δυο εισιτήρια για την επικράτεια του σουλτάνου.
Πήραν την παλιά αποθήκη του καπετάνιου και την ασβέστωσαν. Έκαναν πάγκο κουζίνας κι απόπατο. Τράβηξαν λούκι απ’ τη στέγη για να διώχνει τα βρόχινα νερά και κρέμασαν χοντροϋφασμένες κουρτίνες στα παράθυρα, γιατί δεν είχαν παντζούρια κι ούτε ήθελαν τα φιλιά τους να τα βλέπει η θάλασσα.
Ο Γιάννης άφησε τα καράβια της αναγούλας κι άρχισε να σκαλίζει τα χώματα, να φυτεύει, να κλαδεύει, να ξεβοτανίζει. Τον μάγευε αυτός ο άλλος μπάτης, αυτός του χώματος, που μύριζε τη σβουνιά που έριχνε για λίπασμα και το ηλιοψημένο χόρτο. Αγάπησε τη Ζιζέλ και το χώμα, κι έτσι τα μέσα του ηρέμησαν. Ναυτία τον έπιανε σπάνια πια – μόνο όταν του ’μπαινε η ιδέα ότι μπορεί κάποτε να χάσει τη Ζιζέλ.
Ο Λευτέρης γεννήθηκε στα 1898, όπως έλεγε το χριστιανικό ημερολόγιο, καταχείμωνο. Ήταν η χρονιά που ο Ποζέλλι[3]  είχε ολοκληρώσει την Καθολική Εκκλησία, όμως τότε ήταν που κάηκαν η Συναγωγή Ταλμούδ Τορρά και ο παλιός μύλος του Αλλατίνι. Η Ζιζέλ, μετά τη γέννα, σταμάτησε τα μεροκάματα στα καπνομάγαζα κι έμεινε στο σπίτι για να τον αναστήσει με τα στήθια της και με παραμύθια. Λίγα χρόνια αργότερα έπιασε πάλι δουλειά, αυτήν τη φορά σ’ ένα νηματουργείο στα Καραγάτσια, όχι μακριά απ’ την εκκλησία της Ανάληψης. Όταν ο βήχας της άρχισε ν’ ακούγεται παράξενος, την έδιωξαν κακήν κακώς. Λίγες μέρες αργότερα ο Λευτέρης το ’σκασε απ’ το σχολείο. Ύστερα από κάποιους μήνες ο πατέρας του θα τον ξανάστελνε με το ζόρι. Είχε γρήγορα μάθει να διαβάζει και να γράφει. Τα γαλλικά στο μεταξύ τα ’μαθε απ’ τη μάνα του, τα ρούφηξε αβίαστα όπως το γάλα της. Σχολείο του έγιναν πιο πολύ οι εφημερίδες και τα περιοδικά. Είχε μάθει να διαβάζει τις γαζέτες στα κλεφτά ακουμπώντας τες με τα δάχτυλα τόσο απαλά, σαν να ήταν τα χέρια του πόδια της αράχνης· ύστερα έπαιρνες όρκο πως τα φύλλα ήταν ανέγγιχτα.
Εκείνη την πρώτη μέρα του σουλτάνου στην πόλη έστριψε κατά το συνήθιό του απ’ τη λεωφόρο για το σπίτι τους. Από το πρωί η πλάτη του σαν να πονούσε, θαρρείς και το βάρος της πρώτης είδησης ήταν ασήκωτα τούβλα και κεραμίδια όπως αυτά που έβγαζε το εργοστάσιο του Αλλατίνι. Καθώς όμως όλα τα νέα τις τελευταίες μέρες ήταν συνταρακτικά, στο μισό της διαδρομής είχε σχεδόν ξεπουλήσει. Ήταν το καινούριο κίνημα του κομιτάτου στην πρωτεύουσα που εξουδετέρωσε την αντεπανάσταση και εκθρόνισε τον σουλτάνο, ήταν η νέα σφαγή των Αρμενίων στα Άδανα, αλλά πιο πολύ οι φήμες για τον αιχμάλωτο πια Αβδούλ Χαμίτ που τον έφερναν στη Σαλονίκη. Του έμειναν τέσσερις γαζέτες στο χέρι, δυο ελληνικές, μια εβραίικη και μια βουλγάρικη – γι’ αυτήν την τελευταία, όσο και να ξελαρυγγίστηκε έξω απ’ το αρχοντικό του Χατζημήσεφ, δεν του είχε ανοίξει κανείς.




[1] Sirkeci: σιδηροδρομικός σταθμός στο ευρωπαϊκό τμήμα της Κωνσταντινούπολης χτισμένος σε ρυθμό art nouveau· άνοιξε το 1890.
[2]  Μουσλούκι: μεταλλικό βρυσάκι.
[3] Vitaliano Poselli (1838-1918): Ιταλός αρχιτέκτονας που έχτισε μια σειρά από πολύ γνωστά δημόσια και ιδιωτικά κτίρια στη Θεσσαλονίκη.