Ταξίδια Μέσα Από Τη Λογοτεχνία!

Η Λογοτεχνία είναι για μένα ένα «παράθυρο» σ' έναν μαγικό κόσμο. Κάθε βιβλίο μάς ταξιδεύει σε κόσμους πραγματικούς ή φανταστικούς, τωρινούς, μελλοντικούς ή παρελθοντικούς. Ένα είναι το μόνο σίγουρο, κάθε βιβλίο που μας ενθουσιάζει, μας εντυπωσιάζει ή μας μαγεύει θέλουμε να το μοιραστούμε με άλλους φίλους-αναγνώστες. Έτσι κι εγώ, θέλω να μοιραστώ μαζί σας όσα βιβλία με ενθουσίασαν και με «γέμισαν» με πρωτόγνωρες ιδέες, εικόνες και συναισθήματα. Σαφώς και η άποψη του κάθε αναγνώστη είναι μοναδική και ένα βιβλίο που εμείς λατρέψαμε μπορεί κάποιος άλλος να το αντιπάθησε ή ακόμα και να το μίσησε... Μέσα από αυτήν την οπτική θεωρώ φρόνιμο να μη σχολιάζω όσα βιβλία δεν με εντυπωσίασαν ή με άφησαν αδιάφορη, διότι η άποψή μου είναι απολύτως υποκειμενική. Δεν θα ήθελα να προκαταλάβω αρνητικά κανέναν αναγνώστη, αποτρέποντάς τον από το να διαβάσει ένα βιβλίο το οποίο, ενδεχομένως, να τον ενθουσιάσει. Κάθε βιβλίο απαιτεί το κατάλληλο περιβάλλον, το υπόβαθρο και την ανάλογη διάθεση για να εκτιμηθεί, οπότε καλό θα είναι να μην απορρίπτουμε ποτέ τίποτα. Η έκφραση και αποτύπωση της δικής μου γνώμης για κάθε βιβλίο -αλλά και των απόψεων και σχολιασμών άλλων φίλων-συγγραφέων-αναγνωστών, που αναγράφονται στη σχετική κατηγορία-, έχουν ως μοναδικό σκοπό να εκφράσουν τον θαυμασμό μας για ορισμένα βιβλία που θεωρούμε άξια λόγου και θέλουμε να γίνουν ευρέως γνωστά, βοηθώντας έτσι τους αναγνώστες στην επιλογή του επόμενου βιβλίου που θα διαβάσουν. Πάντοτε με το μεγαλύτερο σεβασμό και θαυμασμό για όλους τους συγγραφείς, που μέσα από τις σελίδες των βιβλίων τους μας «ταξιδεύουν» μακριά από την εκάστοτε πραγματικότητα ή μας βοηθούν να την κατανοήσουμε καλύτερα, αλλά σε κάθε περίπτωση στολίζουν την ψυχή μας, οφείλω ένα μεγάλο ευχαριστώ!

Κλειώ Ισιδ. Τσαλαπάτη

Παρασκευή 26 Ιουλίου 2019

«Ο ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ», της Ελίζαμπεθ Κόστοβα – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

«Ο ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ», της Ελίζαμπεθ Κόστοβα – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη
Εκδόσεις: Λιβάνη
Σελίδες: 653
Τιμή με έκπτωση: 13,32 €

          Πόσα και πόσα δεν έχουμε ακούσει, διαβάσει και παρακολουθήσει σχετικά με τη σκοτεινή και αμφιλεγόμενη ιστορική μορφή του πρίγκιπα και μετέπειτα ηγεμόνα της Βλαχίας Βλαντισλάβ Γ΄ Τσέπες, του τάγματος των Δρακούλ… Οι περισσότεροι τον γνωρίζετε απλά ως τον απέθαντο αιμοδιψή Κόμη Δράκουλα, που έχει την κακή συνήθεια να τρέφεται με αίμα ανθρώπων, να σαγηνεύει ανυπεράσπιστες κορασίδες και να τις μετατρέπει σε αθάνατες νύμφες του, να κοιμάται σε φέρετρα γεμάτα με το χώμα της πατρίδας του, να μεταμορφώνεται σε νυχτερίδες, λύκους, ποντίκια ή ομίχλη –ανάλογα με τη διάθεση και τον σκοπό του– και να ζει σε αραχνιασμένα, τρομαχτικά, ανήλιαγα κάστρα, που ισορροπούν κυριολεκτικά πάνω στο χείλος απόκρημνων γκρεμών στα Καρπάθια Όρη. Τα περισσότερα, όμως, σχετικά με αυτήν την εξωπραγματική απεικόνισή του μικρή σχέση έχουν με την πραγματικότητα, καθώς του τα προσέδωσε ο Ιρλανδός συγγραφέας Μπραμ Στόκερ, κάνοντάς τον διάσημο ανά την οικουμένη, έστω και σαν έναν αθάνατο βρικόλακα, καθαρό αποκύημα της δημιουργικής φαντασίας του. Υπάρχουν ακόμα και έγκριτοι ιστορικοί συγγραφείς, όπως ο Ρουμάνος Ματέι Καζάκου με τη βιογραφία του πρίγκιπα Βλαντ Γ΄ «Dracula ο Παλουκωτής», οι οποίοι έχουν προσπαθήσει να αποδώσουν την πραγματική διάσταση της εξέχουσας αυτής ιστορικής προσωπικότητας, καθώς και τα πραγματικά γεγονότα και τις κατά γενική ομολογία φρικιαστικές πράξεις του που οδήγησαν στη δημιουργία των θρύλων γύρω από τη ζωή και τον θάνατό του.
Το συναρπαστικό μυθιστόρημα της Κόστοβα με τον τίτλο «Ο Ιστορικός» –που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λιβάνη από το 2005 και πρόσφατα επανεκδόθηκε–, το αγνοούσα μέχρι που μου το πρότεινε μια καλή μου φίλη, και γι’ αυτό θα την ευχαριστώ και θα της είμαι ευγνώμων πάντοτε. Είναι ένα βιβλίο που πραγματικά αξίζει να διαβαστεί από όλους όσοι επιζητούν να μάθουν μια διαφορετική εκδοχή της ιστορίας του Δράκουλα, ειπωμένη από τον ίδιο τον Κόμη! Παρά τον μεγάλο όγκο του μυθιστορήματος αυτού, η ανάγνωσή του διήρκεσε λίγες μόνο μέρες και ολοκληρώθηκε τα ξημερώματα μιας χειμωνιάτικης μέρας, μέσα σε ατμόσφαιρα απόλυτα ταιριαστή με την περίεργη και σκοτεινή θεματολογία του. Μέσα από τις σελίδες του ο αναγνώστης πραγματοποιεί ένα ταξίδι στην ιστορία της Ευρώπης, και κυρίως των Βαλκανίων, από τον 15ο αιώνα και μετά. Το ιστορικό κομμάτι του μυθιστορήματος αυτού ξεκινάει από τη γέννηση του Βλαντ του τρίτου, πρίγκιπα του Τάγματος των Δρακούλ και μετέπειτα γνωστού με το προσωνύμιο Ανασκολοπιστής ή Παλουκωτής, που έμελλε να «στοιχειώσει» όχι μόνο τη φαντασία των κοινών θνητών σαν κι εμάς, αλλά και πολλών εξαιρετικών συγγραφέων, καθώς και τη ζωή και τα έργα πολλών διαπρεπών, πραγματικών ή μη, ιστορικών, ανθρώπων του Πνεύματος, ακόμα και επιστημόνων.
Η ιστορία του βιβλίου ξεκινά όταν η ηρωίδα μας, κόρη ενός διπλωμάτη που ταξιδεύει σε όλη την Ευρώπη, ανακαλύπτει ένα παμπάλαιο ασυνήθιστο βιβλίο στη βιβλιοθήκη του πατέρα της, στο οποίο βρίσκονται κρυμμένες μερικές κιτρινισμένες και φθαρμένες από τον χρόνο επιστολές. Το κύριο θέμα αυτών των επιστολών είναι ο ίδιος ο Δράκουλας, η ζωή του και η αφύσικη επιμήκυνσή της, καθώς και τα έργα και η δράση του σε διάφορες πόλεις της Ευρώπης. Η κοπέλα –προσπαθώντας ταυτόχρονα να βρει τα χνάρια του αγνοούμενου πατέρα της– φτάνει στα ίχνη του διαβόητου πρίγκιπα κι εμείς ζούμε μαζί της τη μεγαλύτερη, ίσως, περιπέτεια που θα μπορούσαμε ποτέ να διανοηθούμε.
Διαβάζοντας τον «Ιστορικό» θα «ταξιδέψετε» μέσα από τις επιστολές των διαφόρων ηρώων της υπόθεσης στο μακρινό παρελθόν αλλά και στο μυστηριώδες παρόν και θα γνωρίσετε τόπους μαγικούς, γεμάτους από την ιστορία των οικείων μας Βαλκανίων, έως ότου φτάσετε να γνωρίσετε και τον ίδιο τον πρίγκιπα Βλαντ αυτοπροσώπως, ο οποίος –μέσα από μια πλοκή που δεν μπορείτε εύκολα να προβλέψετε– μας δίνει τη δική του ερμηνεία των ιστορικών γεγονότων στα οποία πρωταγωνίστησε για πεντακόσια ολόκληρα χρόνια! Άλλοι θα διακρίνετε σε αυτόν τον δίκαιο ηγεμόνα της Βλαχίας, που προσπάθησε να βάλει τέλος στις εσωτερικές διαμάχες των Βογιάρων, έστω και με εκτελέσεις όσων θεωρούσε ότι πρόδιδαν τη χώρα του. Άλλοι θα τον κατηγορήσετε για την αυστηρότατη στάση που τήρησε τον καιρό της διακυβέρνησής του, για τις σκληρές μάχες του κατά των Οθωμανών και για τους διαβόητους ανασκολοπισμούς στους οποίους υπέβαλλε τους εχθρούς του, ανεξαιρέτως φύλου και ηλικίας, φτάνοντας να «φυτέψει» ακόμα και ολόκληρα «δάση» από ανασκολοπισμένους σε έκταση πλάτους ενός χιλιομέτρου και μήκους τριών! Άλλοι θα κατανοήσετε και θα αποδεχτείτε όλα τα παραπάνω, εντάσσοντας τον Δράκουλα στο πραγματικό ιστορικό του πλαίσιο –όπου η βία ήταν μια καθημερινή, ευρέως αποδεκτή πρακτική και ο θάνατος κάτι πολύ συνηθισμένο– και θα κατανοήσετε την προσπάθειά του να αποκρούσει τις επεκτατικές βλέψεις του Μωάμεθ Β΄ του Πορθητή, να πολεμήσει τους αμέτρητους προδότες και να αποτινάξει τους δυσβάσταχτους φόρους υποτελείας που είχαν δεχτεί αδιαμαρτύρητα να πληρώνουν οι προκάτοχοί του. Άλλοι, τέλος, θα γοητευτείτε από την πιο σκοτεινή και γοτθική εκδοχή του, αυτήν της αθανασίας, της αδίστακτης, αιμοδιψούς φύσης του ως βρικόλακα και της δημιουργίας του θρύλου γύρω από τους υποτιθέμενους αιώνες ζωής του, που προκαλεί ανατριχίλες σε όσους θέλγονται από τέτοιες δεισιδαιμονίες.
Ακόμα κι αν δεν γνωρίζω τη συγγραφέα προσωπικά, της οφείλω τα θερμά συγχαρητήριά μου για το μυθιστόρημά της το οποίο με σαγήνευσε ευθύς εξαρχής, με καθήλωσε καθ’ όλη την ανάγνωσή του, με έκανε να στριφογυρίζω ανήσυχα στη θέση μου με ορθωμένες τις τρίχες στον σβέρκο μου και θα μείνει για πάντα χαραγμένο στη μνήμη μου! Αν και για κάποια χρόνια μετά την έκδοσή του το βιβλίο «ο Ιστορικός» της Ελίζαμπεθ Κόστοβα ήταν εξαντλημένο, πλέον κυκλοφορεί σε επανέκδοση από τον ίδιο εκδοτικό οίκο, γι’ αυτό όσοι δεν το έχετε ακόμα αποκτήσει θα σας πρότεινα να το αναζητήσετε πάραυτα και να το διαβάσετε το συντομότερο! Σας εγγυώμαι πως θα βιώσετε μία αναγνωστική εμπειρία μοναδική που δεν θα λησμονήσετε ποτέ!

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

Αν η καρδιά σας φτερουγίζει στη σκέψη των ερειπωμένων κάστρων και η φαντασία σας εξερευνά τις κρύπτες μεσαιωνικών μοναστηριών τις νύχτες με πανσέληνο, το μυθιστόρημα αυτό θα σας κρατήσει ξάγρυπνους μέχρι την τελευταία συναρπαστική του σελίδα. Η αφήγηση ξεκινά στο Άμστερνταμ το 1972, όταν μια έφηβη ανακαλύπτει στη βιβλιοθήκη του διπλωμάτη πατέρα της ένα αξιοπερίεργο βιβλίο, που χρονολογείται από την εποχή του Μεσαίωνα, και κάμποσες κιτρινισμένες από το χρόνο επιστολές. Οι επιστολές αυτές περιέχουν στοιχεία για μία από τις σκοτεινότερες δυνάμεις που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα: τον Βλαντ τον Aνασκολοπιστή, ηγεμόνα της Βλαχίας, η σκληρότητα του οποίου γέννησε και έθρεψε το μύθο του Δράκουλα. Η κοπέλα πρέπει τώρα να αποφασίσει αν θα αναμειχθεί σε μια έρευνα στην οποία γενιές ιστορικών διακινδύνευσαν την υπόληψή τους, την πνευματική τους ισορροπία μα και την ίδια τους τη ζωή.

Από τα ήρεμα κανάλια του Άμστερνταμ στην πολύβουη Κωνσταντινούπολη και από τα παμπάλαια μοναστήρια των Ανατολικών Πυρηναίων μέχρι την καρδιά της Ανατολικής Ευρώπης, από την ηγεμονία των Βυζαντινών και των Οθωμανών μέχρι τους κατακτητές του αιώνα μας, όπως οι Σοβιετικοί, από το παρόν στο παρελθόν, ανατρέχοντας πάλι στο σήμερα, οι ήρωες αναζητούν την αλήθεια για τον Βλαντ Δράκουλα και την άχρονη συμφωνία που ίσως διατήρησε ζωντανό το τρομερό του έργο μέσα στους αιώνες. Tο μυθιστόρημα O Ιστορικός, μέσα από τις σχέσεις των ηρώων και τη συνεχή ροή της πλοκής, πραγματεύεται ένα αρχαίο μυστήριο, έναν κλασικό μύθο που προσεγγίζεται από τη σύγχρονη έρευνα, υπενθυμίζοντας στον αναγνώστη ότι η αλήθεια της Ιστορίας αποδεικνύεται τελικά μόνο μέσα από την ίδια της την εξέλιξη.

Συνέντευξη με τη ΜΑΡΙΑ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ - Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

κ. Μαρία Παναγοπούλου
          Την κ. Μαρία Παναγοπούλου την πρωτογνώρισα με την έκδοση του πρώτου μυθιστορήματός της με τίτλο «Είδα τον εαυτό μου στα μάτια σου» από τις εκδόσεις Ωκεανός πριν από δύο χρόνια. Παρά το γεγονός ότι με εντυπωσίασε ο τίτλος και το θέμα του βιβλίου της δε μου έχει δοθεί ακόμα η ευκαιρία να το διαβάσω. Με την αφορμή, όμως, της κυκλοφορίας του δεύτερου έργου της από τις ίδιες εκδόσεις με τίτλο «Κλεμμένες Λιακάδες», η αγαπητή συγγραφέας δέχτηκε να απαντήσει στο ερωτηματολόγιο των «Φίλων της Λογοτεχνίας» και ομολογώ πως οι απαντήσεις της με εντυπωσίασαν με την αμεσότητα, την ειλικρίνεια και την αυθεντικότητά τους. Μία συγγραφέας που δηλώνει πως την καθόρισε σαν άνθρωπο το απόφθεγμα του δημιουργού του «Μόμπι Ντικ» Χέρμαν Μέλβιλ: «Είναι καλύτερο να αποτυγχάνεις στην πρωτοτυπία, παρά να επιτυγχάνεις στην απομίμηση», δεν μπορεί παρά να έχει πολλά και αξιόλογα να μας δώσει στον τομέα της λογοτεχνίας. Την ευχαριστώ ειλικρινά για τον χρόνο που μου διέθεσε απαντώντας στις ερωτήσεις του ιστολογίου μου, της εύχομαι ολόψυχα καλή επιτυχία στο συγγραφικό της έργο, και ειδικότερα στο νέο της πόνημα, και σας προσκαλώ να διαβάσετε τις απαντήσεις της ώστε να γνωρίσετε κι εσείς λίγο καλύτερα την εξαίρετη Μαρία Παναγοπούλου!

1) Αγαπητή κ. Παναγοπούλου, τις θερμές μας ευχές για το νέο μυθιστόρημά σας που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ωκεανός, με τίτλο «ΚΛΕΜΜΕΝΕΣ ΛΙΑΚΑΔΕΣ». Ποιο ήταν το έναυσμα για την ενασχόλησή σας με τον κόσμο της λογοτεχνίας και το αντικείμενο της συγγραφής;

Σας ευχαριστώ πολύ για τις ευχές! Το γράψιμο υπάρχει στη ζωή μου από τα εφηβικά χρόνια, σαν τρόπος εκτόνωσης και έκφρασης. Ήμουν γύρω στα 15 όταν ξεκίνησα ένα ιδιότυπο «χόμπι», αυτό της συλλογής αληθινών ιστοριών και γεγονότων που κέντριζαν το ενδιαφέρον μου, με γοήτευαν ή με θύμωναν. Αρχικά τις σημείωνα σε τετράδια, που κάποια στιγμή γέμισαν ασφυκτικά τα ντουλάπια μου και στη συνέχεια σε δισκέτες και στικάκια. Στα μέσα του ’90, μητέρα πια, αποφάσισα να μείνω για κάποια χρόνια στο σπίτι και να μεγαλώσω τον γιο μου. Όσες γυναίκες το έχουν βιώσει, ξέρουν καλά ότι έχεις ανάγκη να κάνεις κάτι μόνο για εσένα μέσα στην ημέρα, έστω για μια ώρα. Αυτό το «κάτι» εγώ το ανακάλυψα στη συγγραφή. Άρχισα να ανασύρω ιστορίες από την συλλογή μου και με τη βοήθεια της μυθοπλασίας να γράφω μυθιστορήματα. Έγραφα πάντα πολύ νωρίς το πρωί, πριν ξυπνήσει ο μικρός και κάπως έτσι, μέσα σε μια δεκαετία ολοκλήρωσα το πρώτο μου βιβλίο «Είδα τον εαυτό μου στα μάτια σου», ένα μέρος από το δεύτερο, τις «Κλεμμένες Λιακάδες» και άλλα τρία που παραμένουν στα συρτάρια μου. Την απόφαση να δοκιμάσω να τα εκδώσω, την πήρα μετά από 20 ολόκληρα χρόνια!

2) Από πού αντλείτε την έμπνευση για κάθε έργο σας και κάθε χαρακτήρα και πόσο δύσκολο είναι να σταχυολογήσετε τις απαραίτητες πληροφορίες, όταν αυτές απαιτούνται, ώστε να συνδυάσετε τυχόν ιστορικά γεγονότα, τόπους και μυθοπλασία;

Μέχρι σήμερα, η έμπνευσή μου πηγάζει αποκλειστικά από πραγματικές ιστορίες και αληθινούς ήρωες. Θα έλεγα ότι το κομμάτι της έρευνας και της συλλογής πληροφοριών είναι το λιγότερο δύσκολο και ταυτόχρονα το πιο γοητευτικό για εμένα. Χρησιμοποιώ πηγές του διαδικτύου, καταφεύγω σε εφημερίδες της εποχής που με ενδιαφέρει, έρχομαι σε επαφή με πρόσωπα και τόπους και τελευταία, επειδή έχω την ευλογία να ζω πολύ κοντά στο Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, χάνομαι για πολλές ώρες στον μαγικό κόσμο της Εθνικής Βιβλιοθήκης.

3) Στο τελευταίο βιβλίο σας η μυθοπλασία υφαίνεται γύρω από πραγματικά γεγονότα. Ποια θεωρείτε ως την πιο σημαντική, ίσως και ανεξάντλητη, «πηγή ιδεών» για έναν συγγραφέα;

Όπως σας είπα, η δική μου «πηγή ιδεών» είναι οι άνθρωποι. Οι άνθρωποι που θα μου εμπιστευτούν κάποια εμπειρία τους, οι άνθρωποι που κάθονται δίπλα μου στην καφετέρια και άθελά τους μοιράζονται μαζί μου κομμάτια της ζωής τους, οι άνθρωποι που συναντώ καθημερινά στα μέσα μεταφοράς. Αυτοί, οι τελευταίοι, είναι πραγματικά μια ανεξάντλητη πηγή. Δεν έχω καταφέρει να μετρήσω πόσες ιστορίες έχω καταγράψει μέσα σε βαγόνια τρένων και μετρό, μέσα σε λεωφορεία και αεροπλάνα.

4) Συνήθως, οι περισσότεροι συγγραφείς είτε έχουν σπουδάσει κάποιο άλλο αντικείμενο είτε ασκούν ως επάγγελμα κάτι εντελώς διαφορετικό από τη συγγραφική τους ιδιότητα. Εάν αυτό ισχύει και στη δική σας περίπτωση, θα θέλατε να μας πείτε πόσο αρμονικός είναι ο συνδυασμός όλων αυτών και κατά πόσο αλληλοεπηρεάζονται οι επιμέρους ιδιότητές σας;

Σπούδασα Κοινωνιολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Εργάστηκα στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση, μπροστά και πίσω από τις κάμερες, αρθρογραφώ, συνεργάζομαι με μια εταιρία δημοσίων σχέσεων και πρόσφατα είχα αναλάβει το γραφείο τύπου ενός υποψηφίου που εκλέχτηκε βουλευτής. Κοινός παρονομαστής όλων αυτών είναι η επικοινωνία με τους ανθρώπους, προφορική ή γραπτή, συνεπώς δεν νιώθω ότι πρόκειται για διαφορετικές ιδιότητες, αλλά για διαφορετικές διαστάσεις της ίδιας. Όσο για τη συγγραφή, δεν αποτελεί επαγγελματική δραστηριότητα, αλλά εκτόνωση, χόμπι και ψυχαγωγία.

5) Πιστεύετε πως το επιστημονικό υπόβαθρο είναι απαραίτητο για τη συγγραφή ενός βιβλίου, ή αρκεί το έμφυτο συγγραφικό ταλέντο, η φαντασία και οι εμπειρίες του συγγραφέα;

Όχι, δεν θεωρώ απαραίτητο το επιστημονικό υπόβαθρο, παρά μόνο εάν πρόκειται για επιστημονικό εγχειρίδιο. Το έμφυτο ταλέντο εκτιμώ ότι είναι το πολυτιμότερο προσόν για έναν συγγραφέα, δεδομένου ότι δεν υπάρχει τρόπος να το αποκτήσεις, ωστόσο δεν θα πρέπει να επαναπαύεται σε αυτό. Η βελτίωση και η εξέλιξη του τρόπου γραφής, είναι υποχρέωση κάθε δημιουργού που σέβεται τον εαυτό του και το αναγνωστικό κοινό.

6) Υπάρχει κάποιο μοτίβο ως προς το πότε σας «επισκέπτεται» η συγγραφική σας έμπνευση; Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ώρα, διάθεση ή τόπος, ίσως, που να σας προδιαθέτει να γράψετε ή είναι κάτι που «ρέει» αβίαστα από μέσα σας συνέχεια;

Δυστυχώς υπάρχει. Και λέω «δυστυχώς» γιατί η έμπνευση επιμένει να με επισκέπτεται πολύ νωρίς το πρωί, δημιουργώντας μου μεγάλο πρακτικό πρόβλημα αφού συνήθως εκείνες τις ώρες δεν μπορώ να γράψω. Το τελευταίο διάστημα, τη λύση μου δίνει το τρένο! Επειδή εργάζομαι πλέον στην Κηφισιά και ζω στο Παλαιό Φάληρο, η μετακίνηση με τον ηλεκτρικό μού χαρίζει χρόνο ώστε να κρατάω σημειώσεις και να μην χάνω την έμπνευση.

7) Όταν ολοκληρώνετε ένα νέο βιβλίο σας αρκείστε μόνο στη δική σας γνώμη και αξιολόγηση, πριν προχωρήσετε στην έκδοσή του, ή αναζητάτε πρώτα την άποψη κάποιου οικείου σας προσώπου την κρίση του οποίου εμπιστεύεστε;

Αρκούμαι μόνο στη δική μου γνώμη και θα σας αιτιολογήσω το γιατί. Μέχρι σήμερα, δεν έχω γράψει ποτέ «επαγγελματικά» ένα βιβλίο. Δεν έχω δηλαδή καθίσει να γράψω κάτι με σκοπό να εκδοθεί. Η συγγραφή σημαίνει για εμένα χαλάρωση, ξεκούραση, εκτόνωση, ακόμη και αυτοψυχανάλυση. Δεν έχει λοιπόν νόημα να ζητήσω την άποψη κάποιου για αυτό που γράφω, αφού στην ουσία το γράφω για εμένα.

8) Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για τα βιβλία σας και, γιατί όχι, την ιστορία «πίσω από την ιστορία» αυτών;

Το «Είδα τον εαυτό μου στα μάτια σου», το πρώτο μου βιβλίο, είναι βασισμένο στην αληθινή ιστορία μιας γυναίκας που τυφλωμένη από τη λαχτάρα της να γίνει μητέρα, σκόρπισε πόνο και δυστυχία στους γύρω της, καταστρέφοντας τη ζωή της και στιγματίζοντας τις ζωές των δικών της ανθρώπων. Οι «Κλεμμένες Λιακάδες», που κυκλοφόρησαν πρόσφατα, είναι ένα αυτόνομο έργο, με πρωταγωνιστές όμως τους ίδιους ήρωες, 16 χρόνια μετά από την συγκλονιστική περιπέτεια που βίωσαν. Την κεντρική ιστορία την άκουσα το 1987, σε κάποια οικογενειακή εκδρομή στην Κομοτηνή, από το στόμα ενός αστυνομικού που είχε άμεση εμπλοκή στην υπόθεση. Την σημείωσα το ίδιο κιόλας απόγευμα σε ένα από τα τετράδιά μου και 10 χρόνια αργότερα, την ανέσυρα από εκεί και άρχισα να ψάχνω στοιχεία. Για τη βασική ηρωίδα μου, κανένας δεν ξέρει να μου πει εάν ζει ή όχι. Το τελευταίο ίχνος που κατάφερα να εντοπίσω είναι η νοσηλεία της σε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα. Όταν πια εκδόθηκε το πρώτο μου βιβλίο, έφτασαν σε εμένα νέες συνταρακτικές πληροφορίες για την ιστορία, τις οποίες συμπεριέλαβα στις «Κλεμμένες Λιακάδες», αλλά απάντηση στο ερώτημα «ζει αυτή η γυναίκα;» πάλι δεν πήρα.

9) Η συγγραφέας Μαρία Παναγοπούλου βρίσκει τον χρόνο να διαβάζει για δική της ευχαρίστηση και όχι μόνο για έρευνα πάνω σε κάποιο μελλοντικό βιβλίο της; Εφόσον συμβαίνει αυτό, ποιο είδος λογοτεχνίας προτιμάτε περισσότερο ως αναγνώστρια και γιατί;

Διαβάζω πολύ και τα πάντα. Το μοναδικό είδος που δεν με συγκινεί καθόλου είναι τα αμιγώς αισθηματικά μυθιστορήματα. Τρελαίνομαι για την αστυνομική λογοτεχνία, αγαπώ τα θρίλερ, με μαγεύουν τα ιστορικά μυθιστορήματα, διαβάζω μετά μανίας αληθινές μαρτυρίες και βιογραφίες.

10) Θυμάστε το πρώτο σας ανάγνωσμα το οποίο σας «παρέσυρε» στον κόσμο της λογοτεχνίας; Ποια είναι τα αγαπημένα σας βιβλία και συγγραφείς; Υπάρχει κάποιο λογοτεχνικό απόφθεγμα το οποίο να καθόρισε τη μετέπειτα ζωή σας; Έχετε δεχθεί κάποιες επιρροές από ομότεχνούς σας, Έλληνες ή ξένους, σύγχρονους ή κλασσικούς, στον δικό σας τρόπο γραφής, ύφους ή θεματολογίας;

Το πρώτο ανάγνωσμα που με «παρέσυρε» στον μαγικό κόσμο της λογοτεχνίας, ήταν «Ο Τρελαντώνης» της Πηνελόπης Δέλτα. Όταν το ολοκλήρωσα, έκατσα στην παιδική βιβλιοθήκη μου, άνοιξα ένα τετράδιο, πήρα στα χέρια μου ένα μολύβι (αγαπώ τη γραφή με μολύβι!) και άρχισα να αποτυπώνω τα  συναισθήματά μου γι αυτό που είχα διαβάσει. Από εκείνη την ημέρα, δεν έχω σταματήσει ποτέ να γράφω.
Αγαπημένα βιβλία και συγγραφείς, είναι πολλά. Περισσότερα από όσα χωράνε σε μια συνέντευξη. Το λογοτεχνικό απόφθεγμα που με καθόρισε ανήκει στον Χέρμαν Μέλβιλ: «Είναι καλύτερο να αποτυγχάνεις στην πρωτοτυπία, παρά να επιτυγχάνεις στην απομίμηση».
Όσο για τις επιρροές που έχω δεχτεί, θα αναφέρω τρεις ξένους και τρεις Έλληνες λογοτέχνες με τη σειρά που μου έρχονται στο νου: Άγκαθα Κρίστι, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, Φίλιπ Κερ, Λιλή Ζωγράφου, Κώστας Μουρσελάς, Φρέντυ Γερμανός, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας.
Από σύγχρονους Έλληνες, μελετώ διεξοδικά όλα τα έργα του Στέφανου Δάνδολου, ενώ από ξένους του Τζο Νέσμπο. Από το 2017 που μπήκα στον χώρο των εκδόσεων, διαβάζω έχοντας πάντα δίπλα μου ένα μπλοκ, για να σημειώνω ό,τι με «κεντρίζει» ως συγγραφέα πια και όχι ως αναγνώστρια. Τα τελευταία μου «ευρήματα» περιλαμβάνουν την υποδειγματική θέση της «ακροάτριας» που επιλέγει η βραβευμένη με Νόμπελ Σβετλάνα Αλεξίεβιτς στο «Τσέρνομπιλ: Ένα χρονικό του μέλλοντος». Την αύρα του κλασσικού με την οποία τυλίγει η Ελίζαμπεθ Χάροουερ το «Στους δικούς μας κύκλους». Τον μοναδικό τρόπο με τον οποίο καταφέρνει να σε μεταφέρει στην Κρήτη ο «Σασμός» του Σπύρου Πετρουλάκη. Τον ρεαλιστικό ρομαντισμό που ξεχειλίζει από τις σελίδες του έργου «Πριγκιπότο» της Πηνελόπης Κουρτζή. Την επιτυχημένη ακροβασία σε τεντωμένο σκοινί της Κλαίρης Θεοδώρου στις «Άλικες Σιωπές». Την αριστοτεχνική αναπαράσταση της Αθήνας των μέσων του 19ου αιώνα στις «Κόρες της Ελλάδας» της Φιλομήλας Λαπατά. Την αρμονία ανάμεσα στη φρίκη και την ελπίδα που κατορθώνει η Πασχαλία Τραυλού στην τριλογία «Η ελεγεία της στάχτης». Αντιλαμβάνομαι ότι έχω ήδη καταχραστεί τον χώρο σας, οπότε βάζω με βαριά καρδιά μια τελεία εδώ, αδικώντας πολλά έργα και δημιουργούς.

11) Πιστεύετε πως ο συγγραφέας οφείλει να ταξιδεύει ώστε να έχει κάποια βιώματα από τις χώρες και τις τοποθεσίες τις οποίες, τυχόν, περιγράφει στα βιβλία του και πόσο εφικτό είναι αυτό στην πράξη, ιδιαίτερα στις μέρες μας; Είναι απαραίτητο κάτι τέτοιο, απλά και μόνο, για τη «διεύρυνση των οριζόντων» του;

Πιστεύω ότι τα ταξίδια είναι η καλύτερη επένδυση που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος για τον εαυτό του και για τα παιδιά του και είμαι βέβαιη πως αν είχαμε όλοι τη δυνατότητα να ταξιδεύουμε συχνότερα, ο κόσμος μας θα ήταν διαφορετικός. Σε ό,τι με αφορά, γράφω κυρίως για τόπους που έχω επισκεφτεί, αλλά στις «Κλεμμένες Λιακάδες» ήμουν αναγκασμένη να κάνω μια εξαίρεση. Βλέπετε η βασική ηρωίδα μου, η Αέλια, έζησε τα παιδικά της χρόνια στο Γουίνιπεγκ του Καναδά και, δυστυχώς, ήταν αδύνατο να ταξιδέψω μέχρι εκεί. Πέρασα πολλές εβδομάδες παρακολουθώντας videos στο διαδίκτυο, «περπάτησα» μέσα από τους χάρτες της google στους δρόμους που είχε περπατήσει κι εκείνη και κατέφυγα στη βοήθεια μιας Ελληνίδας που ζει σήμερα εκεί. Ομολογώ πάντως ότι έχει τύχει να αφήσω στη μέση βιβλίο γιατί ήταν φανερό ότι η συγγραφέας του δεν είχε επισκεφτεί ποτέ τα μέρη στα οποία εξελισσόταν η ιστορία της, ούτε είχε εμβαθύνει την έρευνά της, με συνέπεια αυτά που έγραφε να είναι επιφανειακά σαν «αντιγραφή» της Βικιπαίδεια.

12) Θεωρείτε ότι ο συγγραφέας θα πρέπει να ασχολείται με διαφορετικά είδη λογοτεχνίας και να «πειραματίζεται» θεματολογικά, ρισκάροντας το υπάρχον αναγνωστικό του κοινό, ή θα όφειλε να εμμένει στο είδος που τον έχει καθιερώσει;

Θα σας απαντήσω ως αναγνώστρια, γιατί με δύο βιβλία στο ενεργητικό μου δεν νιώθω ακριβώς συγγραφέας. Προσωπικά επιβραβεύω τους συγγραφείς που «πειραματίζονται» θεματολογικά και ενδεχομένως ρισκάρουν το κοινό τους, γι αυτό και διαβάζω πάντα τα «διαφορετικά» έργα τους. Για εμένα αυτό δείχνει ότι δεν επαναπαύονται σε δοκιμασμένες συνταγές, παράγοντας βιβλία στη λογική του φασόν, αλλά συνεχίζουν το ταξίδι στο άγνωστο, αφήνοντας την ψυχή τους να καθοδηγήσει την «πένα» τους. Ένα τέτοιο παράδειγμα που με εξέπληξε ευχάριστα είναι το γενναίο «ξεγύμνωμα» ψυχής της Λένας Μαντά στο «Ζωή σε πόλεμο», το οποίο σίγουρα δεν μοιάζει με κανένα από τα προηγούμενα best sellers της, όμως για εμένα είναι ένα πολύ «δυνατό» βιβλίο.

13) Πιστεύετε πως οι συγγραφείς στοχεύουν να προβληματίσουν τους αναγνώστες «αφυπνίζοντας» τη σκέψη τους, ή ο σκοπός των βιβλίων τους θα έπρεπε να είναι απλά και μόνο ψυχαγωγικός; Εσείς, ποια μηνύματα επιδιώκετε να «περάσετε» στους αναγνώστες σας και σε ποιο είδος αναγνωστικού κοινού, συνήθως, απευθύνεστε μέσα από το συγγραφικό έργο σας;

Υπάρχουν συγγραφείς που στοχεύουν στον προβληματισμό και άλλοι που επιθυμούν να ψυχαγωγήσουν τους αναγνώστες. Στην εποχή μας συχνά οι δεύτεροι «απαξιώνονται» από τους πρώτους, γεγονός που το θεωρώ απαράδεκτο! Είναι δικαίωμα του καθενός από εμάς να διαβάζει ό,τι τον ευχαριστεί, χωρίς να πρέπει να απολογηθεί γι’ αυτό και το ίδιο ισχύει και για τους συγγραφείς. Εξάλλου, αν θέλουμε να είμαστε απολύτως ειλικρινείς, την τελική «γραμμή» για το τι βιβλία εκδίδονται την επιβάλλουν οι εκδότες. Προσωπικά δεν επιδιώκω να περάσω συγκεκριμένα μηνύματα, ούτε απευθύνομαι σε κάποιο συγκεκριμένο είδος αναγνωστικού κοινού, γιατί δεν έχω ακόμη γράψει κάποιο έργο έχοντας στο μυαλό μου ότι πρέπει να εκδοθεί.

14) Θεωρείτε πως η σύγχρονη πραγματικότητα μπορεί να αποτελέσει πηγή έμπνευσης για έναν συγγραφέα και, ειδικότερα, οι τόσο δύσκολες καταστάσεις που βιώνουμε τελευταία στην πατρίδα μας; Ή μήπως το ζητούμενο από τους αναγνώστες είναι ακριβώς η «φυγή» από αυτήν τη ζοφερή πραγματικότητα;

Νομίζω πως τα «ζητούμενα» από τους αναγνώστες είναι τόσα πολλά και διαφορετικά, όσα και οι αναγνώστες. Προσωπικά, όταν βρίσκω καλογραμμένα και «δυνατά» βιβλία που καταπιάνονται με την σύγχρονη πραγματικότητα και όπως για παράδειγμα τα δύο τελευταία του Μένιου Σακελλαρόπουλου, «Η πυραμίδα της οργής» και «Ο χορός των συμβόλων», σαφώς τα προτιμώ από πιο «ξέγνοιαστα» αναγνώσματα.

15) Στη σύγχρονη καθημερινότητα και στην εποχή της άκρατης τεχνολογίας ποια θεωρείτε πως είναι η θέση του λογοτεχνικού βιβλίου; Περνάει, τελικά, το βιβλίο κρίση στη χώρα μας ή διεθνώς και τι θα μπορούσαμε να κάνουμε ώστε να γίνει πιο προσιτό στο αναγνωστικό κοινό και, ιδιαίτερα, στους νέους;

Το «λογοτεχνικό βιβλίο» δεν έχει να φοβηθεί τίποτα ούτε από την τεχνολογία, ούτε από την οικονομική κρίση. Πρόσφατα είδα μια λίστα ευπώλητων και μέσα στην 15άδα υπήρχε το «διαμάντι» του Αλμπέρ Καμί «Ο ξένος», γραμμένο το 1942 παρακαλώ! Ούτε όμως το «εμπορικό βιβλίο» θεωρώ ότι κινδυνεύει τόσο από την κρίση, αφού είναι φανερό ότι οι αναγνώστες αγοράζουν με «κλειστά μάτια» συγγραφείς και όχι έργα. Για όλα τα άλλα βιβλία, φυσικά και υπάρχει θέμα, δεδομένου ότι ο κόσμος πλέον δυσκολεύεται να καλύψει βασικές ανάγκες του. Όσο για τους νέους που με ρωτήσατε, ως μαμά ενός 26χρονου γιου, διαπιστώνω ότι η γενιά αυτή σε ένα μεγάλο βαθμό διαβάζει, αλλά είναι λίγο πιο επιλεκτική από τις προηγούμενες γενιές. Οι νέοι που αγαπούν το διάβασμα, δεν αγοράζουν δεκάδες βιβλία για να περάσουν την ώρα τους αλλά λίγα και καλά. Αυτό, ίσως τελικά να τους καθιστά «μη ελκυστικό» αγοραστικό κοινό για τους εκδότες.

16) Είχατε κάποιους «ενδοιασμούς» όταν αποφασίσατε να δώσετε το πρώτο σας βιβλίο προς έκδοση; Αγωνιούσατε ως προς την αποδοχή που θα τύχαινε αυτό από το αναγνωστικό κοινό; Η θεματολογία των βιβλίων σας, πιστεύετε πως παίζει τον δικό της ρόλο στην αποδοχή αυτή;

Το πρώτο βιβλίο μου το έστειλα σε εκδότες περίπου 20 χρόνια μετά τη συγγραφή του. Δεν είχα σκεφτεί ποτέ να εκδώσω κάποιο από τα έργα μου και δεν θα το είχα κάνει αν δεν με είχε «τσιγκλίσει» ο σύζυγός μου, ο οποίος σε ανύποπτο χρόνο μού είπε: «δεν καταλαβαίνω πώς μια γυναίκα τόσο δυναμική όσο εσύ, στο θέμα αυτό δειλιάζει και συμπεριφέρεται σαν κότα». Έχασα τον ύπνο μου εκείνο το βράδυ και δύο ημέρες αργότερα, χωρίς να πω τίποτα σε κανέναν, έστειλα το «Είδα τον εαυτό μου στα μάτια σου» σε 5 εκδότες. Όταν πια δρομολογήθηκε η έκδοσή του, η αγωνία μου ήταν να μην διαψευστεί η εμπιστοσύνη που μου έδειξαν οι Εκδόσεις Ωκεανός. Ευτυχώς ήταν αναπάντεχα θερμή η υποδοχή του αναγνωστικού κοινού και πιστεύω πως σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στη θεματολογία του.

17) Εσείς, με την έως τώρα πείρα σας στον χώρο της συγγραφής, τι θα συμβουλεύατε όλους τους νέους επίδοξους συγγραφείς, που ονειρεύονται να δουν κάποτε ένα βιβλίο τους στις προθήκες των βιβλιοπωλείων και, ιδιαίτερα, εν μέσω αυτής της δύσκολης οικονομικής συγκυρίας;

Η πείρα μου είναι ελάχιστη, δεδομένου ότι έχω εκδώσει μόνο δύο βιβλία, συνεπώς κατά μία έννοια νιώθω κι εγώ «επίδοξη συγγραφέας». Με αυτήν την ιδιότητα λοιπόν, μπορώ να τους δώσω κάποιες φιλικές συμβουλές:
α) να έχουν γερό στομάχι για να αντέξουν τις πολλές και συνεχείς απορρίψεις από τους εκδότες.
β) να φροντίσουν να έχουν μια δουλειά για να βιοπορίζονται, γιατί είναι ουτοπικό να πιστέψουν ότι στην Ελλάδα η συγγραφή μπορεί να σου προσφέρει ένα σταθερό, στοιχειώδες εισόδημα.
γ) να μην ακολουθούν «δοκιμασμένες συνταγές» στο γράψιμο, σαν να φτιάχνουν τυρόπιττα, αλλά να αφήνουν την ψυχή και τη φαντασία τους να τους οδηγήσει.
δ) να έχουν ανοιχτά τα αυτιά τους στις υποδείξεις και τις παρατηρήσεις και να μην θεωρούν εαυτούς απριόρι διαδόχους του Καζαντζάκη.

18) Κλείνοντας και, αφού σας ευχαριστήσω θερμά για την τιμή της παραχώρησης αυτής της συνέντευξης, θα ήθελα να σας ευχηθώ ολόψυχα καλή επιτυχία στο νέο μυθιστόρημά σας «ΚΛΕΜΜΕΝΕΣ ΛΙΑΚΑΔΕΣ», και να σας ρωτήσω για τα άμεσα συγγραφικά σας σχέδια. Τι να περιμένουμε από εσάς στο μέλλον;

Εγώ σας ευχαριστώ θερμά! Η τιμή ήταν δική μου! Ήταν αναμφίβολα μία από τις πιο δύσκολες και ενδιαφέρουσες συνεντεύξεις που έχω δώσει. Δεν έχω άμεσα συγγραφικά σχέδια, με την έννοια ότι δεν ξέρω αν και πότε θα εκδοθεί ξανά κάποιο βιβλίο μου. Συνεχίζω όμως να γράφω, καθημερινά, χωρίς διακοπή, για το καλό της ψυχής μου.

Βιογραφικό σημείωμα Μαρίας Παναγοπούλου:

Η Μαρία Παναγοπούλου γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Πειραιά. Σπούδασε Κοινωνιολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Το πραγματικό της επίθετο είναι Παναγοηλιοπούλου, αλλά όταν ξεκίνησε να εργάζεται στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΙ σε ηλικία 18 ετών, κατάλαβε ότι δεν είχε καμμία ελπίδα να κάνει καριέρα με ένα επώνυμο-σιδηρόδρομο και πήρε την απόφαση να το περικόψει. Υπολόγιζε όμως χωρίς τον... έρωτα. Ο γάμος και η γέννηση του γυιού της έβαλαν τα σχέδιά της για καριέρα σε δεύτερη μοίρα αφού προτίμησε τον ρόλο της full time μαμάς, ξεδίνοντας μέσα από το (ερασιτεχνικό) γράψιμο. Μόλις ο γυιός της μεγάλωσε, επέστρεψε στη δουλειά της επιλέγοντας το πιο μαγικό κομμάτι των Μέσων Ενημέρωσης, αυτό που βρίσκεται πίσω από τις κάμερες. Παράλληλα αρθρογραφεί στην εφημερίδα Κυριακάτικη και στο aixmi.gr ενώ διατηρεί το προσωπικό της site (thisimarias.com). Είναι παντρεμένη με τον δημοσιογράφο Κώστα Χαρδαβέλλα και μητέρα του Κωνσταντίνου Χαρδαβέλλα που είναι διαιτολόγος-διατροφολόγος. Το Είδα τον εαυτό μου στα μάτια σου, είναι το πρώτο της βιβλίο.

Εργογραφία Μαρίας Παναγοπούλου:

Εκδόσεις: Ωκεανός (2019)
Σελίδες: 296
Τιμή με έκπτωση: 14,50€

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

Αέλια. Γνώρισε για πρώτη φορά τον πατέρα της στην ηλικία των έξι ετών κι εκείνος την πήρε μακριά, στο Γουίνιπεγκ του Καναδά, ξεριζώνοντάς την από την Ελλάδα, από τις παιδικές μνήμες της και από την αγκαλιά της μανούλας της, της Μάικας.

Νεκταρία. Στα επτά της χρόνια βίωσε το οδυνηρό διαζύγιο των γονιών της. Δεν έμαθε τους λόγους που τους μεταμόρφωσαν από παράφορα ερωτευμένους σε θανάσιμους εχθρούς, μα η ψυχή της ξέρει πως ο ζυγός της ευθύνης γέρνει αμείλικτα προς την πλευρά της μάνας της, της Λιάνας.
Δεκαέξι χρόνια μετά, μια ανώνυμη επιστολή παγιδεύει τα δύο ενήλικα πια κορίτσια στο ναρκοπέδιο του χθες και τα παρασύρει στο Φισκάρδο της Κεφαλλονιάς. Εκεί, τις περιμένει ο ένοχος για τις κλεμμένες λιακάδες της ζωής τους. Μα δεν είναι μόνος...

Ένας ανίερος έρωτας. Μια ιερή φιλία. Και η αέναη μάχη ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι. Ποιός θα νικήσει; Και με ποιό τίμημα;

Από την συγγραφέα του μπεστ σέλερ «Είδα τον εαυτό μου στα μάτια σου» Υποψήφιο για Βραβείο Βιβλίου Public 2018

Εκδόσεις: Ωκεανός (2017)
Σελίδες: 464
Τιμή με έκπτωση: 15€

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

Την βάπτισαν Μαρία. Όμως το όνομα της καρδιάς της ήταν άλλο: Μάικα.
Μάικα, που στη γλώσσα των Πομάκων σημαίνει «μάνα». Όνομα που η ίδια το επέλεξε, θαρρείς από μια εσωτερική διαίσθηση… χωρίς να γνωρίζει πως λίγα χρόνια μετά, ο ίδιος ο Έρωτας θα της στερούσε το δικαίωμα να φέρει στον κόσμο δικά της παιδιά, αφήνοντάς την με την κοιλιά άδεια, την ψυχή κενή και μ’ ένα κουκλάκι, πιστό αντίγραφο μωρού, από αυτά που κάποιοι άνθρωποι συλλέγουν και ζουν μαζί τους σαν να είναι αληθινά, στην αγκαλιά της...
Ο Νικήτας Ρενιέρης, ένας άνδρας ωραίος, ισχυρός, που μοιάζει να τα έχει όλα, από ένα τραγικό γύρισμα της ειμαρμένης χάνει σε μια στιγμή τα πάντα: τη νεογέννητη κόρη του, τη νόμιμη σύζυγό του, μα και τη γυναίκα που λάτρεψε όσο καμμία....
Οι άνεμοι της μοίρας θα υφάνουν στον ιστό τους το χθες και το σήμερα των ηρώων και θα τους φέρουν μπροστά στην αποκάλυψη ότι ευτυχία και δυστυχία είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Ένα μυθιστόρημα τρυφερό και σκληρό, συγκινητικό και αγωνιώδες, με γοητευτικούς ήρωες που αναζητούν αλήθειες οι οποίες οδηγούν σε ανατροπές και σε αποκαλύψεις
που πληγώνουν κατάκαρδα και δοκιμάζουν τις αντοχές της ανθρώπινης λογικής.

Τετάρτη 24 Ιουλίου 2019

Συνέντευξη με τον ΓΙΑΝΝΗ Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗ - Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

κ. Γιάννης Θ. Οικονομίδης
          Με την αφορμή της εκδόσεως του νέου μυθιστορήματος του κ. Γιάννη Θ. Οικονομίδη που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις αγαπημένες εκδόσεις Χάρτινη Πόλη με τίτλο «ΑΝΤΑΡΗΣ, Ο Οιωνός των Αστεριών», ο συγγραφέας είχε την καλοσύνη να απαντήσει στο ερωτηματολόγιο των «Φίλων της Λογοτεχνίας». Τον ευχαριστώ θερμά για τον χρόνο που μου διέθεσε, καθώς και για τις εξαιρετικά ενδιαφέρουσες και πρωτότυπες απαντήσεις του, του εύχομαι ολόψυχα καλή επιτυχία στο αξιόλογο συγγραφικό του έργο –και ιδιαιτέρως στον νέο του πόνημα–, και σας προσκαλώ να διαβάσετε τα όσα μας εξέφρασε ώστε να γνωρίσετε κι εσείς λίγο καλύτερα τον εξαίρετο κ. Οικονομίδη!

1) Αγαπητέ κ. Οικονομίδη, τις θερμές μας ευχές για το νέο μυθιστόρημά σας που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Χάρτινη Πόλη, με τίτλο «ΑΝΤΑΡΗΣ, Ο Οιωνός των Αστεριών». Ποιο ήταν το έναυσμα για την ενασχόλησή σας με τον κόσμο της λογοτεχνίας και το αντικείμενο της συγγραφής;

Σας ευχαριστώ για τις ευχές σας. Όσο για το έναυσμα… Θυμάμαι από τότε που ξεκίνησα να διαβάζω, ήθελα να βρίσκομαι στην θέση αυτού του «υπεράνθρωπου» παραμυθά που κατάφερνε με λέξεις και εικόνες να με ταξιδεύει, να με συγκινεί και να μου δείχνει όλες τις πλευρές της ανθρώπινης ζωής, καλές ή κακές. Τελικά κατάφερα κι εγώ να βάλω στο χαρτί κάποια παραμύθια και θέλω να πιστεύω πως κάποιοι τα χάρηκαν. Πάντως υπεράνθρωπος δεν ένοιωσα ποτέ.

2) Από πού αντλείτε την έμπνευση για κάθε έργο σας και κάθε χαρακτήρα και πόσο δύσκολο είναι να σταχυολογήσετε τις απαραίτητες πληροφορίες, όταν αυτές απαιτούνται, ώστε να συνδυάσετε τυχόν ιστορικά γεγονότα, τόπους και μυθοπλασία στα βιβλία σας;

Την έμπνευση για κάθε έργο, μυθιστόρημα ή θεατρικό, μου τη δίνει συνήθως η ζωή, οι προσωπικές μου εμπειρίες, οι ιστορίες που κάποτε είχα ακούσει. Οι χαρακτήρες κτίζονται σιγά σιγά, αποκτούν παρελθόν, παρόν και στο τέλος επιβάλλουν την πορεία τους. Όσο για την σταχυολόγηση πληροφοριών για την ανάπτυξη της μυθοπλασίας, υπάρχουν ιστορικά βιβλία τα οποία φυσικά συμβουλεύομαι καθώς και πληροφορίες από το διαδίκτυο και επειδή δεν είμαι ιστορικός και δεν έχω την υποχρέωση της ιστορικής ακρίβειας σας λέω πως η πλοκή πλάθεται ανάλογα με τις ανάγκες του μύθου. Στην πραγματικότητα τα ιστορικά γεγονότα αποτελούν τον καμβά όπου σχεδιάζεται η δράση των ηρώων.

3) Στο τελευταίο βιβλίο σας η πλοκή υφαίνεται γύρω από πραγματικά ιστορικά γεγονότα. Ποια θεωρείτε ως την πιο σημαντική, ίσως και ανεξάντλητη, «πηγή ιδεών» για έναν συγγραφέα;

Χωρίς το βιβλίο να θεωρείται ιστορικό μυθιστόρημα, έχει σαν βάση ιστορικά γεγονότα που συνέβησαν στην επαναστατημένη Ελλάδα και στην συνέχεια στην αναπτυσσόμενη Αλεξάνδρεια του 19ου αιώνα. Όλες οι πηγές απ’ όπου κι αν προέρχονται είναι σημαντικές. Πηγή για έναν συγγραφέα είναι η ίδια η ζωή, οι εμπειρίες του, οι γνώσεις του και τα ακούσματά του.

4) Συνήθως, οι περισσότεροι συγγραφείς είτε έχουν σπουδάσει κάποιο αντικείμενο είτε ασκούν ως επάγγελμα κάτι εντελώς διαφορετικό από τη συγγραφική τους ιδιότητα. Εάν αυτό ισχύει και στη δική σας περίπτωση, θα θέλατε να μας πείτε πόσο αρμονικός είναι ο συνδυασμός όλων αυτών και κατά πόσο αλληλοεπηρεάζονται οι επιμέρους ιδιότητές σας;

Φυσικά το ιδανικό θα ήταν να κέρδιζα τα προς το ζην μόνο από το γράψιμο, αλλά αυτό δεν ήταν εύκολο. Εκείνος που θα θελήσει να ασχοληθεί με την συγγραφή θεατρικού έργου ή μυθιστορήματος θα υποχρεωθεί να μοιράσει τις ώρες του ανάμεσα στην βιοποριστική του εργασία και στο χόμπι του, γιατί κακά τα ψέματα η τέχνη στην Ελλάδα θεωρείται χόμπι. Εγώ ίσως στάθηκα τυχερός. Είχα αρκετές ελεύθερες ώρες λόγω της φύσης της δουλειάς μου και ουδέποτε η μία ενασχόληση ήταν σε βάρος της άλλης.

5) Πιστεύετε πως το επιστημονικό υπόβαθρο είναι απαραίτητο για τη συγγραφή ενός βιβλίου, ή αρκεί το έμφυτο συγγραφικό ταλέντο, η φαντασία και οι εμπειρίες του συγγραφέα;

Για να γράψει κανείς ένα μυθιστόρημα πρέπει να έχει τουλάχιστον γενικές γνώσεις. Δεν γίνεται να γράψω για τους ερυθρόδερμους της Αμερικής και να μην γνωρίζω την γενοκτονία τους από τους λευκούς αποίκους. Τώρα το ταλέντο όπως λέμε, η φαντασία και οι εμπειρίες είναι το δίχως άλλο απαραίτητα στοιχεία. Δεν αρκεί να γράψει κανείς την ιστορία της ζωής ενός ήρωα όπως ακριβώς του την διηγήθηκαν. Πρέπει να μπει και λίγη φαντασία, λίγη υπερβολή, λίγο παραμύθι, αλλιώς θα πρόκειται για ρεπορτάζ κι όχι για μυθιστόρημα.

6) Υπάρχει κάποιο μοτίβο ως προς το πότε σας «επισκέπτεται» η συγγραφική σας έμπνευση; Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ώρα, διάθεση ή τόπος, ίσως, που να σας προδιαθέτει να γράψετε ή είναι κάτι που «ρέει» αβίαστα από μέσα σας συνέχεια;

Εμπνεύσεις της στιγμής ή του δευτερολέπτου δεν υπάρχουν. Υπάρχουν μονάχα ιδέες. Παλιά ακούσματα που έχουν στοιχειώσει κι έχουν φυλαχτεί στην μνήμη. Περιμένουν την στιγμή που θα πάρουν τη σειρά τους για να γίνουν ζωντανός οργανισμός. Κάτι όμως ιδιαίτερο σε σχέση με την έμπνευση, όχι. Όταν αποφασίσω να ενεργοποιήσω κάποια πληροφορία, κάποια ιστορία που κάποτε είχα ακούσει και μου είχε κάνει εντύπωση, τότε αρχίζει ο σχεδιασμός και σαν επακόλουθο έρχεται σιγά σιγά και η έμπνευση που συνήθως αφορά την έναρξη ακόμα και το τέλος του έργου. Φυσικά κύριο λόγο έχει και η πλοκή, η δράση, η συνέπεια, αλλά η έναρξη, οι πρώτες σελίδες, αυτές είναι που συνήθως αιχμαλωτίζουν τον υποψήφιο αναγνώστη ενός βιβλίου. Το τέλος θα είναι εκείνο που θα του αφήσει την τελική γεύση, γλυκιά ή πικρή. Όσο για συγκεκριμένη ώρα, ναι, προτιμώ να γράφω πρωί και ειδικά στον προσωπικό μου χώρο.

7) Όταν ολοκληρώνετε ένα νέο βιβλίο σας αρκείστε μόνο στη δική σας γνώμη και αξιολόγηση, πριν προχωρήσετε στην έκδοσή του, ή αναζητάτε πρώτα την άποψη κάποιου οικείου σας προσώπου την κρίση του οποίου εμπιστεύεστε;

Ένας συγγραφέας είναι πάντα εγωιστής. Ποτέ δεν απορρίπτει το δημιούργημά του. Κι αν ορισμένοι διατείνονται πως απαρνούνται κάποια έργα τους, ίσως πρωτόλεια, λένε ψέματα. Πάντα υπάρχει ένας κρυφός θαυμασμός για το έργο μας από μας τους ίδιους, ακόμα κι αν το βιβλίο δεν έχει την αναμενόμενη επιτυχία. Δεν είναι έλλειψη αυτογνωσίας, είναι αγάπη για τα «παιδιά» μας, όσα ελαττώματα κι αν έχουν. Τώρα όσον αφορά εμένα, πράγματι υπάρχει ένα οικείο πρόσωπο που είναι ο πρώτος αναγνώστης του έργου μου. Η γυναίκα μου. Μπορώ να πω πως με έχει απαλλάξει πολλές φορές από λάθη και απροσεξίες. Εμπιστεύομαι την κρίση της και θεωρώ πολύτιμη την συνδρομή της.

8) Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για τα βιβλία σας και, γιατί όχι, την ιστορία «πίσω από την ιστορία» κάποιων από αυτά;

Τα βιβλία μου έχουν το δικό τους παρασκήνιο. Δεν γεννήθηκαν μέσα σε μια νύχτα. «Ο ΗΘΟΠΟΙΟΣ» προέρχεται από προσωπικές εμπειρίες και αναφέρεται στις περιπέτειες ενός εφήβου σ’ ένα Οικοτροφείο στην Αίγυπτο και αργότερα στη ζωή του στην Ελλάδα της δεκαετίας του 60. Το πρώτο μου βιβλίο «ΟΙ ΝΕΡΑΙΔΕΣ ΤΟΥ ΚΙΣΜΕΤ» έχει σαν βάση του διηγήσεις οικείων προσώπων και ιστορεί τη ζωή και το έργο ενός ταλαντούχου αυτοδίδακτου ζωγράφου που ζει και πεθαίνει για την τέχνη του και τον μαγικό τόπο που τον εμπνέει. «ΤΟ ΘΟΛΟ ΠΟΤΑΜΙ» δημιουργήθηκε από την περιγραφή μιας ερωτικής περιπέτειας φίλου και περιγράφει την εμμονή του ήρωα σ’ έναν έρωτα χωρίς ανταπόκριση, και τις φαντασιώσεις μιας γυναίκας για έναν απαγορευμένο έρωτα που την στοίχειωσε. Και τέλος, ο «ΑΝΤΑΡΗΣ» στηρίζεται εξ ολοκλήρου σε καθαρή μυθοπλασία. Την κάθε ιστορία που με συγκινεί την αποθηκεύω στην μνήμη μου και όταν ωριμάσει η στιγμή να αποκτήσει οντότητα, αρχίζει η διαδικασία της συγγραφής. Όσο για το περιεχόμενό τους, θεωρώ ότι είναι απλές ιστορίες, απλών ανθρώπων, που ζουν, πάσχουν, ερωτεύονται, απογοητεύονται και δημιουργούν. Ο αναγνώστης δεν θα βρει σ’ αυτούς τον ξεχωριστό ήρωα που πάντα βγαίνει νικητής. Στο φινάλε όμως της κάθε ιστορίας θα βρει σίγουρα την ελπίδα να λάμπει σαν την τελευταία σταλαγματιά της βροχής μετά από ξηρασία.

9) Ο συγγραφέας Γιάννης Θ. Οικονομίδης βρίσκει τον χρόνο να διαβάζει για δική του ευχαρίστηση και όχι μόνο για έρευνα πάνω σε κάποιο μελλοντικό βιβλίο του; Εφόσον συμβαίνει αυτό, ποιο είδος λογοτεχνίας προτιμάτε περισσότερο ως αναγνώστης και γιατί;

Ανέκαθεν εύρισκα τον χρόνο για διάβασμα. Το μυθιστόρημα και η Ιστορία είναι τα είδη που προτιμώ περισσότερο.

10) Θυμάστε το πρώτο σας ανάγνωσμα το οποίο σας «παρέσυρε» στον κόσμο της λογοτεχνίας; Ποια είναι τα αγαπημένα σας βιβλία και συγγραφείς; Υπάρχει κάποιο απόφθεγμα από βιβλίο το οποίο να καθόρισε τη μετέπειτα ζωή σας; Έχετε δεχθεί κάποιες επιρροές από ομότεχνούς σας, Έλληνες ή ξένους, σύγχρονους ή κλασσικούς, στον δικό σας τρόπο γραφής, ύφους ή θεματολογίας;

Τα πρώτα μου αναγνώσματα ήταν τα παραμύθια που όλοι διαβάσαμε όταν ήμασταν παιδιά. Θυμάμαι όμως με νοσταλγία και τα Κλασικά Εικονογραφημένα. Μου είχαν κάνει δώρο έναν τόμο από τεύχη τους. Αυτά με παρέσυραν στον κόσμο της λογοτεχνίας. Ήταν φυσικό μετά να αναζητήσω τα κανονικά βιβλία και από τότε δεν έχω σταματημό. Ομολογώ πως λίγοι συγγραφείς με έχουν κάνει να βαρεθώ και να εγκαταλείψω το βιβλίο τους. Οι περισσότεροι είχαν κάτι να μου δώσουν και να με διδάξουν. Αποφθέγματα ποτέ δεν συγκράτησα. Όμορφες φράσεις, ποιητικές παρομοιώσεις και γλαφυρές περιγραφές έχω συναντήσει σε πολλά λογοτεχνήματα. Τα απολαμβάνω την στιγμή που τα διαβάζω και μετά τα ξεχνάω. Έχω επηρεαστεί περισσότερο από τους δικούς μας συγγραφείς παρά από τους ξένους.

11) Πιστεύετε πως ο συγγραφέας πρέπει να ταξιδεύει ώστε να έχει κάποια βιώματα από τις χώρες και τις τοποθεσίες τις οποίες, τυχόν, περιγράφει στα βιβλία του και πόσο εφικτό είναι αυτό στην πράξη, ιδιαίτερα στις μέρες μας, κατά τη γνώμη σας; Είναι απαραίτητο κάτι τέτοιο, απλά και μόνο, για τη «διεύρυνση των οριζόντων» του;

Υπάρχουν συγγραφείς που δεν έχουν μετακινηθεί ούτε στην παρακάτω γειτονιά. Υπάρχουν όμως και άλλοι που έχουν γυρίσει όλον τον κόσμο. Εγώ για παράδειγμα δεν έχω ταξιδέψει πολύ. Κι αν έχω πάει σε κάποια μέρη το μόνο που μου έχει απομείνει είναι μερικές φωτογραφίες. Έχω περιγράψει στα βιβλία μου τόπους και τοποθεσίες που δεν τις έχω συναντήσει ποτέ. Μόνο κάποιες λεπτομέρειες παρμένες από περιγραφές άλλων και μετά λειτουργεί η φαντασία. Θέλει μεγάλη περιγραφική ικανότητα να απεικονίσεις πιστά με λέξεις ένα τοπίο ή μια περιοχή που υπάρχει στην πραγματικότητα. Αυτή εγώ δεν την έχω. Έχω μάθει όμως από προσωπική πείρα, πως, όπως και να περιγράψεις ένα τοπίο, ο αναγνώστης θα το αποδεχτεί σαν πραγματικό.

12) Θεωρείτε ότι ο συγγραφέας θα πρέπει να ασχολείται με διαφορετικά είδη λογοτεχνίας και να «πειραματίζεται» θεματολογικά, ρισκάροντας το υπάρχον αναγνωστικό του κοινό, ή θα όφειλε να εμμένει στο είδος που τον έχει καθιερώσει;

Τι να σας πω. Ξεκίνησα γράφοντας θέατρο, συνεχίζω γράφοντας μυθιστορήματα και επανέρχομαι στο θέατρο, την πρώτη μου αγάπη. Δεν ξέρω αν έχω ρισκάρει να χάσω το αναγνωστικό κοινό μου, όποιο κι αν είναι αυτό. Όσο για πειραματισμούς δεν έχω τέτοιες προθέσεις. Τους αφήνω σε όσους δεν έχουν βρει ακόμα τον δρόμο τους.

13) Πιστεύετε πως οι συγγραφείς οφείλουν να προβληματίζουν τους αναγνώστες «αφυπνίζοντας» τη σκέψη τους, ή ο σκοπός των βιβλίων τους θα έπρεπε να είναι απλά και μόνο ψυχαγωγικός; Εσείς, ποια μηνύματα επιδιώκετε να «περάσετε» στους αναγνώστες σας και σε ποιο είδος αναγνωστικού κοινού, συνήθως, απευθύνεστε μέσα από το συγγραφικό έργο σας;

Ναι. Ο συγγραφέας οφείλει να προβληματίζει με το έργο του. Δεν υπάρχει μη στρατευμένο κείμενο. Ακόμα και αυτά τα αθώα ψυχαγωγικά μυθιστορήματα κατά βάθος κάνουν τη δουλειά τους. Στρατεύονται υπέρ της άρνησης. Οδηγούν τον αναγνώστη στην υπνηλία και στην παραίτηση. Απευθύνομαι σε όλους όσους μου κάνουν την τιμή να διαβάσουν τα βιβλία μου. Όσο για τα μηνύματα… Η ανθρωπιά, η αλληλεγγύη, η αποδοχή του συνανθρώπου όποιο χρώμα κι αν έχει, η διεκδίκηση, είναι κάποια από αυτά που θέλω να σταθεί ο αναγνώστης.

14) Θεωρείτε πως η σύγχρονη πραγματικότητα μπορεί να αποτελέσει πηγή έμπνευσης για έναν συγγραφέα και, ειδικότερα, οι τόσο δύσκολες καταστάσεις που βιώνουμε τελευταία στην πατρίδα μας; Ή μήπως το ζητούμενο από τους αναγνώστες είναι ακριβώς η «φυγή» από αυτήν τη ζοφερή πραγματικότητα;

Παίρνοντας αφορμή από την σύγχρονη πραγματικότητα μπορείς να γράψεις ένα έργο που να αναφέρεται στον προπερασμένο αιώνα. Δεν είναι απαραίτητο να έχουν κινητά οι ήρωες για να περιγραφεί η δυστυχία, η προσφυγιά και το κουρέλιασμα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, που ζούμε σήμερα. Αν ρίξουμε μια ματιά στο παρελθόν τέτοιες καταστάσεις έχει ζήσει πολλές ο τόπος μας. Τώρα είναι στην επιλογή του καθενός αν θέλει να ξεφύγει απ’ την πραγματικότητα διαβάζοντας ανώδυνα κείμενα ή αν θέλει να προβληματιστεί και να αναζητήσει τρόπους που θα τον απαλλάξουν απ’ την μέγγενη των Μεγάλων που αποφασίζουν για τη ζωή του.

15) Στη σύγχρονη καθημερινότητα και στην εποχή της άκρατης τεχνολογίας ποια θεωρείτε πως είναι η θέση του λογοτεχνικού βιβλίου; Περνάει, τελικά, το βιβλίο κρίση στη χώρα μας ή διεθνώς και τι θα μπορούσαμε να κάνουμε ώστε να γίνει πιο προσιτό στο αναγνωστικό κοινό και, ιδιαίτερα, στους νέους;

Το βιβλίο περνάει κρίση όπως όλα τα παραδοσιακά αγαπημένα πράγματα που τείνουν να εξαφανιστούν κάτω από την λαίλαπα της τεχνολογίας. Πάντως έχω την εντύπωση πως είμαστε λίγο γκρινιάρηδες. Αν πράγματι βρισκόταν σε πτώση το βιβλίο δεν θα κυκλοφορούσαν οι εκατοντάδες τίτλοι που ξεφυτρώνουν κάθε χρόνο απ’ τους εκδοτικούς οίκους. Βέβαια θα μου πείτε τα περισσότερα είναι μιας χρήσης, αλλά δεν παύουν να είναι βιβλία που κάποιοι τα διαβάζουν και τα προτιμούν. Όσο για τους νέους; Γνωρίζω πολλούς νέους που διαβάζουν. Οι υπόλοιποι είμαι σίγουρος πως μια μέρα θα βρουν τον δρόμο τους. Ας μην βαυκαλιζόμαστε με την ιδέα πως εμείς οι κάποιας ηλικίας ξυπνάμε και κοιμόμαστε με ένα βιβλίο στο χέρι. Υπάρχουν ανάμεσά μας άνθρωποι που δεν έχουν πιάσει ποτέ βιβλίο στο χέρι τους.

16) Είχατε κάποιους «ενδοιασμούς» όταν αποφασίσατε να δώσετε το πρώτο σας βιβλίο προς έκδοση; Αγωνιούσατε ως προς την αποδοχή που θα τύχαινε αυτό από το αναγνωστικό κοινό; Η θεματολογία των βιβλίων σας, πιστεύετε πως παίζει τον δικό της ρόλο στην αποδοχή αυτή;

Είναι φυσικό κάθε συγγραφέας να αγωνιά για την αποδοχή του βιβλίου του. Ενδοιασμούς για το πρώτο, όχι δεν είχα. Είχαν προηγηθεί κάποια θεατρικά έργα και είχα εμπιστοσύνη στην πένα μου. Αλλά στην περίπτωση της έκδοσης δεν μετράει μόνο η εμπιστοσύνη του συγγραφέα στον εαυτό του. Δύο χρόνια πάλευα για την έκδοση του πρώτου μου βιβλίου που ήταν «ΟΙ ΝΕΡΑΙΔΕΣ ΤΟΥ ΚΙΣΜΕΤ». Η θεματολογία πάντα παίζει ρόλο στην αποδοχή του αναγνωστικού κοινού. Βέβαια εγώ δε γράφω με αντικειμενικό σκοπό να γίνω αρεστός στους αναγνώστες. Δύο από τα βιβλία μου δεν πήγαν καλά σε κυκλοφορία, ίσως δεν άρεσε το θέμα τους που λέγαμε, ωστόσο εγώ τα αγαπώ ιδιαίτερα γιατί έχουν στις σελίδες τους κάτι απ’ την ψυχή μου.

17) Εσείς, με την έως τώρα πείρα σας στον χώρο της συγγραφής, τι θα συμβουλεύατε όλους τους νέους επίδοξους συγγραφείς, που ονειρεύονται να δουν κάποτε ένα βιβλίο τους στις προθήκες των βιβλιοπωλείων και, ιδιαίτερα, εν μέσω αυτής της δύσκολης οικονομικής συγκυρίας;

Όποιον επιθυμεί να γίνει συγγραφέας το μόνο που μπορώ να τον συμβουλέψω είναι να διαβάζει. Με το διάβασμα αποκτάς γνώση της τεχνικής του γραψίματος. Υπάρχει τελευταία μια μόδα σεμιναρίων δημιουργικής γραφής. Δεν ξέρω αν αυτά τα σεμινάρια είναι αποτελεσματικά. Μπορεί και να είναι. Αλλά ένα θα πω, αν ο επίδοξος συγγραφέας δεν έχει το χάρισμα του παραμυθά, όσες τεχνικές και να του μάθουν δεν θα τα καταφέρει. Τώρα, όσο για την δύσκολη οικονομική συγκυρία; Αυτό που ξέρω είναι πως όλοι οι μεγάλοι Έλληνες συγγραφείς γράψανε και δημιουργήσανε σε χειρότερες απ’ τις δικές μας καταστάσεις.

18) Κλείνοντας και, αφού σας ευχαριστήσω θερμά για την τιμή της παραχώρησης αυτής της συνέντευξης, θα ήθελα να σας ευχηθώ ολόψυχα καλή επιτυχία στο νέο μυθιστόρημά σας «ΑΝΤΑΡΗΣ, Ο Οιωνός των Αστεριών», και να σας ρωτήσω για τα άμεσα συγγραφικά σας σχέδια. Τι να περιμένουμε από εσάς στο μέλλον;

Εγώ ευχαριστώ. Όσο για τα άμεσα συγγραφικά μου σχέδια είναι ακόμα πολύ νωρίς. Τώρα περνάω την περίοδο του απογαλακτισμού μου από τον «ΑΝΤΑΡΗ» και χαλαρώνω.

Βιογραφικό σημείωμα του Γιάννη Θ. Οικονομίδη:

Ο Γιάννης Θ. Οικονομίδης γεννήθηκε το 1946 στην Αλεξάνδρεια Αιγύπτου. Σπούδασε στην Αθήνα Νομικά και από το 1991 είναι τακτικό μέλος της ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΘΕΑΤΡΙΚΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

Θεατρικά έργα του:
«ΟΙ ΔΥΟ ΦΑΚΕΣ» ΚΘΒΕ (1979)  ̶  ΘΕΑΤΡΟ ΜΑΣΚΕΣ (1994)  ̶ ΘΕΑΤΡΟ ΝΟΤΙΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ (2014-2016)
«ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΙΠΠΟΣ» ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΙΑΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ (1985)  ̶  ΕΤΑΙΡΙΚΟΣ ΘΙΑΣΟΣ «ΠΑΡΑΓΚΑ» (1986)  ̶  ΕΡΑ (1990)  ̶  ΝΕΟ ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ ΘΕΣ/ΝΙΚΗΣ (2007)
«ΤΟ ΚΑΚΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ» ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΙΑΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ (1988) ̶  ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΤΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ (1995) ̶  ΘΕΑΤΡΟ ΝΟΤΙΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ (2009)
«ΜΠΡΙΖΟΛΕΣ ΣΑ ΜΥΑΛΟ» ΘΕΑΤΡΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΟ (1993)
«ΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΦΙΛΤΡΟ Ή Η ΜΑΓΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ ΜΕ ΤΙΣ ΑΝΑΠΟΔΕΣ ΕΥΧΕΣ» (ΠΑΙΔΙΚΟ) ΘΕΑΤΡΟ ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΗ ΓΕΦΥΡΑ (1995) ̶  ΘΕΑΤΡΟ ΝΟΤΙΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ (2012)
«ΤΟ ΤΕΡΑΣ» ΘΕΑΤΡΟ Life & Art (2016)

Εκδοθέντα έργα του:
«ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΜΟΝΟΠΡΑΚΤΑ» (Αυτοέκδοση) (1983)
«ΖΩΕΣ ΑΠΟΜΑΚΡΑ ΧΤΙΣΜΕΝΕΣ» Διηγήματα (ΕΝΝΟΙΑ) (1998)
«ΟΙ ΝΕΡΑΪΔΕΣ ΤΟΥ ΚΙΣΜΕΤ» Μυθιστόρημα (ΜΟΝΤΕΡΝΟΙ ΚΑΙΡΟΙ) (2004) (Εκδόσεις ΧΑΡΤΙΝΗ ΠΟΛΗ) (2016)
«ΤΟ ΘΟΛΟ ΠΟΤΑΜΙ» Μυθιστόρημα. (Εκδόσεις ΜΟΝΤΕΡΝΟΙ ΚΑΙΡΟΙ) (2008)
«Ο ΗΘΟΠΟΙΟΣ» Μυθιστόρημα. (Εκδόσεις ΧΑΡΤΙΝΗ ΠΟΛΗ ) (2016)

Πρόσφατη εργογραφία Γιάννη Θ. Οικονομίδη:

Εκδόσεις: Χάρτινη Πόλη (2019)
Σελίδες: 576
Τιμή με έκπτωση: 13,41€

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Στην πατρίδα με φωνάζανε Αγγελικώ. Στην ξενιτιά όπου έζησα με φωνάζανε Αγγέλα και Αγγελική. Το συνήθισα όπως συνήθισα και τόσα άλλα… Ό,τι σου πω θα τα πει η καρδιά μου. Η ζωή μου δεν ήταν εύκολη. Έζησα θάνατο και μύρισα αίμα. Πουλήθηκα σκλάβα. Αγάπησα δυο άντρες. Ο ένας χάθηκε νωρίς, ο άλλος με έκτισε απ’ την αρχή. Έχω μια κόρη δική του που είναι ο ήλιος μου. Με ξέσκισαν άγρια θεριά τότες που η άνοιξη φούντωνε μέσα μου. Τότε ήταν που έμαθα πόσο κιοτής και Γιούδας γίνεται ο άνθρωπος για να σώσει το τομάρι του. Τις νύχτες ξυπνάω ακόμα γεμάτη φόβο. Ευτυχώς υπήρξα τυχερή και γνώρισα καλούς ανθρώπους. Αυτοί με έσωσαν και δεν τρελάθηκα. Αυτή είμαι. Έρχομαι από κακοτράχαλη περασιά και κουβαλάω βαρύ φορτίο. Έρχεσαι από βελούδινα στρωσίδια και πιστεύεις στο μέλλον. Δεν έχω δύναμη να σε βεβαιώσω γι’ αυτό το μέλλον. Γι’ αυτό φύγε, σκέψου καλά και άμα αποφασίσεις να με δεχτείς όπως είμαι, έλα. Αλλιώς μείνε εκεί και μη με ξαναδείς.» Η Αγγελική έζησε στη φωτιά της επανάστασης του ’21, βίωσε την πείνα στο πολιορκημένο Μεσολόγγι, γνώρισε την προδοσία, ατιμάστηκε και πουλήθηκε στα σκλαβοπάζαρα της Αιγύπτου. Mαζί με χιλιάδες ξεριζωμένους Έλληνες, βρέθηκε σε μια ξένη γη, κάτω από αντίξοες συνθήκες, με την προδοσία να τη στοιχειώνει και τους εφιάλτες να φωλιάζουν στην καρδιά της και να της στερούν τη γαλήνη. Συνοδοιπόρος της πάντα ο Αντάρης, το μεγάλο κόκκινο αστέρι του Σκορπιού, άλλοτε να χαμογελά ζεσταίνοντας την ψυχή της και άλλοτε να την προειδοποιεί για το κακό που θα συμβεί στη ζωή τη δική της και των αγαπημένων της.

Εκδόσεις: Χάρτινη Πόλη (2016)
Σελίδες: 572
Τιμή με έκπτωση: 8,91€

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Τη μέρα που οι νεράιδες της θάλασσας πήραν μαζί τους στα άπατα παλάτια τους τον Στρατή, το μεγαλύτερο αδελφό μου, την ίδια εκείνη μέρα μου έδωσαν το χάρισμα να ξεχωρίζω τα χρώματα, να αφουγκράζομαι την ανάσα τους, να βλέπω το φως τους, να νιώθω τη ζεστασιά και την ψύχρα τους, την ημεράδα και την αγριάδα τους, να καταλαβαίνω τη γλώσσα τους και να οσφραίνομαι το άρωμά τους. Ήταν ένα χάρισμα, που αν και ήμουν μονάχα πέντε χρονών, το ένιωσα να μπαίνει βαθιά στο πετσί μου, να μου διαπερνάει τις φλέβες, να χώνεται στο αίμα μου, να ποτίζει τον εγκέφαλό μου και, στο τέλος, να καταλήγει στην καρδιά μου, που έκτοτε δεν λέει να ησυχάσει και μένει ανταριασμένη και έκπληκτη από ένα τέτοιο θαύμα. H θεία μου η Παγώνα είχε πει πως με έβγαλε μια χελώνα. Εγώ όμως βαθιά μέσα μου ήξερα πως δεν ήταν χελώνα, αλλά κάτι άλλο, κάτι βελούδινο και διάφανο. Mια μορφή αέρινη και συνάμα αληθινή. Δεν μπορώ να σου το εξηγήσω με λόγια, όμως είναι σαν να τη βλέπω ακόμα και τώρα μπροστά μου. Εκείνη τη μέρα άθελά μου είχα υπογράψει ένα συμβόλαιο, που κανένας και τίποτα δεν μπορεί να το ακυρώσει. O τόπος αυτός είχε γίνει η μήτρα που με ξαναγέννησε και μου έδωσε ξανά τη ζωή. Κι αφού αποφάσισα να αφήσω να τον πατήσουν ξένα ποδάρια, είναι σαν να τον πρόδωσα σαν να έχω προδώσει τη μήτρα της ίδιας μου της μάνας. Αυτό είναι το παραμύθι, δάσκαλε. Ποιητής είσαι. Σοφός είσαι και μέγας τρελός είσαι και του λόγου σου. Έχεις χρέος λοιπόν, να με καταλάβεις…»

Εκδόσεις: Χάρτινη Πόλη (2016)
Σελίδες: 516
Τιμή με έκπτωση: 8,91€

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

Το «Αγαμέμνων» αντίκριζε την μπούκα του λιμανιού της Αλεξάνδρειας. Μπροστά ξανοιγόταν η αρχαία Μεσόγειος, γεμάτη σοφία και φαντάσματα. Ο πιλότος άφησε τη γέφυρα και κατέβηκε από την κρεμαστή σκάλα στη πιλοτίνα. Το χοντρό καραβόσκοινο, που είχε δεθεί στη ρυμούλκα για να σύρει το πλοίο από τον ντόκο του μέχρι το σημείο απ’ όπου ο καπετάνιος θα αναλάμβανε την διακυβέρνησή του, τυλιγόταν τώρα αργά αργά, γύρω από το βαρούλκο, τρίζοντας από κούραση και γηρατειά. Οι έλικες φουλάρισαν και το σκάφος όρμησε ακάθεκτο για τον βορρά. Προορισμός η Ελλάδα. Είχα σκαρφαλώσει στο κοράκι του καραβιού και κοίταζα με δέος τα κύματα που σχημάτιζαν σκοτεινά βάραθρα έτοιμα να το καταπιούν. Η πλώρη βυθίστηκε απότομα σε ένα τέτοιο κενό και αμέσως ένιωσα την ανάγκη να ξαπλώσω. Η ναυτία μου χάλασε τη διάθεση. Κατευθύνθηκα τρικλίζοντας στο κατάστρωμα της τρίτης θέσης και άφησα το κορμί μου να σωριαστεί στο πάπλωμα, που είχε στρώσει κατάχαμα η μάνα. Μια μικρή περιπέτεια τελείωνε. Μια μεγάλη περιπέτεια άρχιζε.