Ταξίδια Μέσα Από Τη Λογοτεχνία!

Η Λογοτεχνία είναι για μένα ένα "παράθυρο" σε έναν μαγικό κόσμο. Κάθε βιβλίο μας "ταξιδεύει" σε κόσμους πραγματικούς, ή φανταστικούς, τωρινούς, μελλοντικούς, ή παρελθοντικούς. Ένα είναι το μόνο σίγουρο, κάθε βιβλίο που μας ενθουσιάζει, μας εντυπωσιάζει, ή μας μαγεύει θέλουμε να το μοιραστούμε με άλλους φίλους - αναγνώστες. Έτσι κι εγώ, θέλω να μοιραστώ με όλους εσάς όσα βιβλία με ενθουσίασαν και με "γέμισαν" με πρωτόγνωρες ιδέες, εικόνες και συναισθήματα. Σαφώς και η άποψη του κάθε αναγνώστη είναι μοναδική και ένα βιβλίο που εμείς λατρέψαμε μπορεί κάποιος άλλος να το αντιπάθησε, ή ακόμα και να το μίσησε... Μέσα από αυτή την οπτική θεωρώ φρόνιμο να μη σχολιάζω όσα βιβλία δεν με εντυπωσίασαν, ή μου άφησαν αρνητικά συναισθήματα, διότι αυτά είναι απολύτως υποκειμενικά. Δεν θα ήθελα να προκαταλάβω αρνητικά κανέναν αναγνώστη, αποτρέποντάς τον από το να διαβάσει ένα βιβλίο το οποίο, ενδεχομένως, να τον ενθουσιάσει. Κάθε βιβλίο απαιτεί το κατάλληλο περιβάλλον, το υπόβαθρο και την ανάλογη διάθεση για να εκτιμηθεί, οπότε μην αποκλείετε ποτέ τίποτα. Η έκφραση και αποτύπωση της δικής μου γνώμης για κάθε βιβλίο, αλλά και των απόψεων και σχολιασμών άλλων φίλων - αναγνωστών που αναγράφονται στη σχετική κατηγορία, έχουν μοναδικό σκοπό να εκφράσουν το θαυμασμό μας για ορισμένα βιβλία που θεωρούμε άξια λόγου και θέλουμε να γίνουν ευρέως γνωστά, βοηθώντας έτσι τους φίλους - αναγνώστες στην επιλογή του επόμενου βιβλίου που θα διαβάσουν. Πάντοτε με το μεγαλύτερο σεβασμό και θαυμασμό για όλους τους συγγραφείς, που μέσα από τις σελίδες των βιβλίων τους μας "ταξιδεύουν" μακριά από την εκάστοτε πραγματικότητα ή μας βοηθούν να την κατανοήσουμε καλύτερα, αλλά σε κάθε περίπτωση "στολίζουν την ψυχή μας", ένα μεγάλο ευχαριστώ!

Κλειώ Ισ. Τσαλαπάτη

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2018

Προδημοσίευση: «ΘΥΣΙΑ», της Μαρίας Ζαχαράκη - Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη



Προδημοσίευση: «ΘΥΣΙΑ», της Μαρίας Ζαχαράκη Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη
Εκδόσεις: Momentum
Σελίδες:  544
Τιμή: 17€
Ημερομηνία Κυκλοφορίας: Ιούνιος 2018

          Η λογοτεχνία φαντασίας είναι ένα είδος που στη χώρα μας, μέχρι πριν από λίγα χρόνια τουλάχιστον, είχε ελάχιστους αξιόλογους αντιπροσώπους. Ευτυχώς για εμάς τους λάτρεις του είδους, τα τελευταία χρόνια εμφανίζονται ολοένα και περισσότεροι συγγραφείς που ασχολούνται με τη λογοτεχνία φαντασίας, συγγράφοντας πραγματικά πρωτότυπα και ευφάνταστα μυθιστορήματα, άξια να συναγωνιστούν επιτυχημένα αυτά των ξένων συγγραφέων. Μία τέτοια συγγραφέας, την οποία είχα την τιμή και τη χαρά να γνωρίσω από κοντά πριν από καιρό και να μιλήσω για το πρώτο μυθιστόρημά της «Νόμος» από τις εκδόσεις Momentum, είναι και η αγαπητή Μαρία Ζαχαράκη. Έκτοτε, διάβασα και το επόμενο, εξίσου πρωτότυπο και ευφάνταστο βιβλίο της «Μαύρη Πεταλούδα» και ομολογώ πως ανυπομονούσα ιδιαίτερα για το δεύτερο μέρος του «Νόμου», το οποίο θα ολοκλήρωνε και το αντίστοιχο έργο της. Επιτέλους, έφτασε η στιγμή που θα πάρω στα χέρια μου τη «Θυσία», που κυκλοφορεί εντός των ημερών από τις ίδιες εκδόσεις, ώστε να ολοκληρώσω την ανάγνωση μιας ιστορίας που θα μείνει αλησμόνητη σε όσους τη διαβάσουν. Άγγελοι, δαίμονες και κοινοί θνητοί σε μια περιπέτεια που κόβει την ανάσα και ταυτόχρονα μια ιστορία αγάπης που συγκινεί. Ευχαριστώ ιδιαίτερα τις εκδόσεις Momentum για την παραχώρηση του ακόλουθου αποσπάσματος στο ιστολόγιο «Φίλοι Της Λογοτεχνίας», εύχομαι στην αγαπητή συγγραφέα καλή επιτυχία στο νέο της πόνημα και σας προσκαλώ να διαβάσετε ένα μικρό δείγμα από τη «Θυσία», ένα μυθιστόρημα φαντασίας που αξίζει να διαβαστεί!                                              

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ «ΘΥΣΙΑ»:

Λάμψη

Ποτέ δεν πίστευα πραγματικά στον Θεό, ποτέ περισσότερο από τώρα. Έχει όμως αξία η πίστη όταν γνωρίζεις, όταν έχεις δει, όταν έχεις ακούσει, όταν κουβαλάς μέσα σου το παιδί ενός αγγέλου του; Είσαι άραγε πράγματι πιστός, περισσότερο από τους συνανθρώπους σου, που πιστεύουν δίχως να έχουν δει, δίχως να έχουν ακούσει, δίχως να ξέρουν;
Ή μήπως είσαι απλά γνώστης;
Πάντα με χαρακτήριζε το ρήμα γνωρίζω, τώρα όμως χρειαζόμουν όσο ποτέ άλλοτε το πιστεύω. Να πιστέψω πάραυτα πως αυτή δε θα ήταν η τιμωρία μου… ούτε του Κάμεν. Να πιστέψω πως όσο σκληρός κι αν ήταν ο Νόμος του, θα μας έδειχνε έλεος. Να πιστέψω, κι ας γνώριζα την κατάληξη της Λίλιθ και του έρωτά της.
Πού θα έβρισκα άραγε τόση πίστη;
«Αντριάνα;» ακούστηκε χαμηλά η φωνή της μαμάς μου κι αυτόματα πρόβαλε το ξανθό κεφάλι της στο άνοιγμα της πόρτας.
Άνοιξα απρόθυμα τα μάτια, παρ’ όλο που ήμουν ξύπνια εδώ και πολλή ώρα. Προσπάθησα να πάρω το συνηθισμένο μου ύφος και της χαμογέλασα. 
«Είσαι ξύπνια;», σχεδόν απόρησε.
Ποτέ δεν ξυπνούσα εγκαίρως για την πρωινή λειτουργία των Χριστουγέννων. Εκείνο το πρωινό όμως ήταν διαφορετικό, εγώ ήμουν διαφορετική. Πέραν της άσχημης ψυχικής κατάστασης που με ταλαιπωρούσε ξεσπώντας σε αϋπνίες, ένιωθα βαθιά την ανάγκη να βρεθώ στην εκκλησία. Πίστευα ίσως, πως θα τον αισθανόμουν κοντά μου… Υπήρχε άραγε αυτή η περίπτωση;
Λένε πως ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός, εγώ όμως γιατί νόμιζα ότι είναι λάθος αυτό; Δεν ήθελα να τον ξεχάσω, απλώς για να νιώσω εγώ καλύτερα. Δεν ήθελα να χάσω ούτε την παραμικρή λεπτομέρεια από όσα περάσαμε. Ήθελα να θυμάμαι την κάθε στιγμή μας, όσο βασανιστικό κι αν ήταν αυτό. 
                                          
*~

Όταν μπήκαμε στην εκκλησία, αισθάνθηκα κάπως άβολα. Συνήθως όταν ερχόμουν εδώ ένιωθα ηρεμία, γαλήνη. Ήταν ο χώρος, όπου μπορούσα να χαλαρώσω και να ανακουφιστώ από σκέψεις που με βασάνιζαν. Όχι αυτή τη φορά όμως. Όχι αυτά τα Χριστούγεννα. Αν μεγαλώσεις σε μια οικογένεια όπου σε δίδαξαν να σέβεσαι τους κανόνες, ακόμη κι αν παραβείς κάποιον που τον θεωρείς άδικο, βαθιά μέσα σου γνωρίζεις ή τουλάχιστον νιώθεις, πως έχεις παρανομήσει. Κι αυτή είναι μια αίσθηση που σε κάνει να νιώθεις μονίμως άσχημα. 
Έτσι ακριβώς αισθανόμουν εκείνη τη στιγμή, κι ακόμη περισσότερο πως δεν είχα δικαίωμα να βρίσκομαι εκεί μέσα. Στάθηκα ακίνητη στο κατώφλι συλλογιζόμενη αν έπρεπε να φύγω, μα η μαμά μου με τράβηξε απαλά από το χέρι. 
«Αν θέλεις να βρεις στασίδι πρέπει να βιαστούμε», μου ψιθύρισε καθώς με τραβούσε προς το κέντρο του ναού. 
Την ακολούθησα και κάθισα πλάι της.
Προσπάθησα να συγκεντρωθώ στη λειτουργία, χωρίς μεγάλη επιτυχία όμως. Όλα μου θύμιζαν τον Κάμεν δίχως έλεος, δίχως ελπίδα. 
Οι ιταλικές εκκλησίες, ίσως περισσότερο από οποιεσδήποτε άλλες, έχουν σαφείς  αναφορές στα αγγελικά τάγματα, και μάλιστα με έναν τρόπο τόσο ρεαλιστικό. Ήρθαν στον νου μου τα λόγια του στην πρώτη μας συνάντηση στη βιβλιοθήκη «…δεν υπήρχαν συλλέκτες έργων τέχνης. Η εκκλησία ήταν το αγοραστικό κοινό…». 
Ο Καθεδρικός ναός Santa Croce είναι πράγματι ένα όργιο εικαστικής τέχνης. Η αρχιτεκτονική σε γοτθικό στιλ, σε συνδυασμό με αναγεννησιακά αγάλματα και τοιχογραφίες βιβλικών αναφορών, φωτίζονται θαυμάσια από τα τεράστια βιτρό με κυρίαρχο χρώμα το μπλε-ιώδες, ακριβώς πίσω από το χρυσό σκαλιστό τέμπλο. Στο ύψος της μέσης του κεντρικού παραθύρου, ορθώνεται το μοναδικό λιτό έργο: Ο Ιησούς καθηλωμένος στον σταυρό του. Τόση πολυτέλεια, τόση χλιδή για έναν θεό που μας δίδαξε να είμαστε απλοί. Δε νομίζω όμως να υπάρχει έστω και ένας ναός, που να χαρακτηρίζεται από απλότητα. Μάλλον όλοι ομολογούν τη ματαιοδοξία του ανθρώπινου γένους. 
Η ματιά μου έπεσε στoν άγγελο του Donatello. Σμιλεμένος σε λευκό μάρμαρο με ελαφρώς χρυσές λεπτομέρειες, κυρίως στα μαλλιά και τα ανασηκωμένα φτερά του, με το κεφάλι γερμένο στον ώμο και τα χέρια τυλιγμένα γύρω από το σώμα του, τα μάτια κλειστά σε μια έκφραση υπέρτατης έκστασης… μου θύμισε τόσο πολύ τον Κάμεν. 
Απότομα τράβηξα το βλέμμα, σε μια προσπάθεια να λύσω τον κόμπο που ανέβαινε στον λαιμό και με έπνιγε. Έκανα ένα γύρο με το κεφάλι στην ψηλοτάβανη αίθουσα. Ήταν κατάμεστη. Οι περισσότεροι έδειχναν προσηλωμένοι στη λειτουργία με το κεφάλι σκυφτό. Καθώς έστρεφα το βλέμμα εμπρός, η άκρη του ματιού μου έπιασε ένα ανασηκωμένο κεφάλι να κοιτάζει προς το μέρος μου. Ξαναέστρεψα τα μάτια μου προς τα εκεί. Πράγματι ένας αδύνατος άντρας, σχεδόν ξερακιανός, κοίταγε σταθερά εμένα με μάτια βαθουλωμένα, που έμοιαζαν κάπως κίτρινα. Ήταν μαυριδερός με μαβιά χείλη και μάγουλα τόσο ρουφηγμένα προς τα μέσα, που τα ζυγωματικά του προεξείχαν αφύσικα. Το βλέμμα του ήταν έντονο, όχι όμως βλοσυρό, σχεδόν γεμάτο καλοσύνη. Φορούσε μαύρα ρούχα, τα μαλλιά του ήταν κορακίσια και το πρόσωπό του ξεχώριζε με δυσκολία σε αυτήν την ομοιομορφία.
Μου φάνηκε ότι μου έκανε ένα νεύμα, μια ελαφριά κίνηση με το κεφάλι σαν να μου έδειχνε να πάω κάπου στο πλάι. Αναστατώθηκα κι αμέσως έριξα τη ματιά μου κάτω. Τότε συνέβη κάτι εντελώς απροσδόκητο. Τα δάχτυλά μου ή πιο συγκεκριμένα τα νύχια μου, έλαμψαν. Μικρές βιολετιές ακτίνες σηκώνονταν σε μικρό ύψος προς κάθε κατεύθυνση. Αυτόματα ξανακοίταξα προς τον άγνωστο, σαν αυτός να ήξερε τι συμβαίνει, όταν τον είδα να βάζει το δάχτυλο εμπρός στα χείλη του, στη γνωστή κίνηση της σιωπής.
Μου έλεγε να σωπάσω; Μου έλεγε να τα κρύψω;
Έσφιξα τα χέρια μου σε δυο μπουνιές και η λάμψη εξαφανίστηκε μες στις χούφτες μου. Το μυαλό μου δούλευε σε εντατικούς ρυθμούς. Ποιος ήταν αυτός ο άντρας; Γιατί μου έκανε νόημα; Τι ήξερε για μένα; Τι ήταν αυτή η λάμψη; Και το κυριότερο –γύρισα και κοίταξα τη μαμά μου δίπλα μου– πώς θα την έκρυβα! Με έπιασε πανικός. Τι θα γινόταν αν η λάμψη εξαπλωνόταν σε ολόκληρο το σώμα μου; Μια σκέψη καρφώθηκε στον νου μου. Αν υπεύθυνο ήταν το παιδί του Κάμεν; Όσο περνούσε η ώρα, τόσο πιο λογικό φάνταζε στο μυαλό μου: Το παιδί ενός αρχαγγέλου θα ακτινοβολεί όπως ο μπαμπάς του! Και το χειρότερο… βρισκόμουν μόλις στην αρχή της εγκυμοσύνης. Έπρεπε να μάθω τι συνέβαινε. Οπωσδήποτε! 
Ο μόνος που φαινόταν να γνωρίζει, ήταν ο άγνωστος στα πλαϊνά στασίδια. Είπα μια δικαιολογία στη μαμά μου, πως χρειαζόμουν λίγο καθαρό αέρα, και κατευθύνθηκα προς την έξοδο. Τη στιγμή που σηκώθηκα όρθια, τον είδα να κάνει το ίδιο. Φτάσαμε σχεδόν ταυτόχρονα στη μεγάλη πόρτα της εισόδου.
Πριν προλάβω να την ανοίξω, με τράβηξε από το χέρι στο πίσω μέρος του ναού, στην κλειστή δεξιά πύλη. Δεν ήξερα αν έπρεπε να φοβάμαι, δεν υπήρχε κανείς εκεί γύρω. Όταν όμως προχωρήσαμε πίσω από μια κόκκινη βελούδινη κουρτίνα που οδηγούσε σε μια μικρή αίθουσα, ένιωσα ρίγος. 
Έκλεισε την πόρτα πίσω μας και με τράβηξε κοντά στον ψηλό φεγγίτη απ’ όπου έμπαινε το λιγοστό φως της χαραυγής. Με κοίταξε λίγες στιγμές σοβαρός και τα μάτια του μου φάνηκαν ακόμη πιο βαθουλωμένα. Απότομα άρπαξε τα χέρια μου και τα σήκωσε ψηλά, προσπαθώντας να τα δει καλύτερα στο φως του φεγγίτη. 
«Είναι νωρίς ακόμη», είπε εκπλήσσοντάς με.
Τον κοίταξα απορημένη. 
«Για τι πράγμα;» ρώτησα. 
Δεν μπήκε στον κόπο να μου απαντήσει. 
«Ποιανού είναι;» συνέχισε με επιτακτικό τόνο. Τον κοίταξα εντελώς μπερδεμένη. 
«Ποιο;» 
«Αυτό το οποίο ευθύνεται για το φως…».
Έδειξε τα χέρια μου. Άρα πράγματι ήξερε. Η κίνηση του δαχτύλου προς τα χείλη του σήμαινε να σωπάσω. Πώς ήταν δυνατόν όμως, να γνώριζε;
«Ποιος είσαι;» έκανα αποφασιστικά.
«Με λένε Αντόνιο. Ποιανού είναι;» ξαναρώτησε με ακόμη πιο επιτακτικό ύφος. 
«Και γιατί θα πρέπει να σου πω;» ύψωσα τον τόνο της φωνής μου, προτάσσοντας παράλληλα το πηγούνι μου. 
Χαμογέλασε αχνά.
«Διότι είμαι ο μόνος που μπορεί να σε βοηθήσει».
«Σου φαίνομαι να χρειάζομαι βοήθεια;» του αντιγύρισα. 
«Αν δε χρειαζόσουν, δε θα βρισκόσουν με έναν άγνωστο στην αποθήκη της εκκλησίας». 
Είχε δίκιο και το γνωρίζαμε και οι δύο. 
«Τι είσαι;» ζήτησα να μάθω. 
«Είμαι άνθρωπος όπως κι εσύ, αν αυτό εννοείς», απάντησε σε πιο χαμηλό τόνο. Τα έχασα για λίγο. 
«Τότε πώς… Πώς γνωρίζεις για ότι μου συμβαίνει;» 
Χαμογέλασε με συγκατάβαση, σχεδόν συμπάθεια για την πλήρη άγνοιά μου. 
«Δεν είσαι η μόνη. Πάντα υπάρχουν απερίσκεπτοι».
Με κοίταξε ανυπόμονα. 
Όμως αυτό σήμαινε πως πέραν του πρώτου έρωτα αυτού του κόσμου, πέραν της σχέσης μου με τον Κάμεν, υπήρχαν και άλλες παραβιάσεις του νόμου!
«Δηλαδή εννοείς πως γεννήθηκαν κι άλλα παιδιά αγγέλων στη Γη;» διαπίστωσα έκπληκτη. 
Παρέμεινε σιωπηλός. Νόμισα ότι με κορόιδευε, μα το ύφος του έδειχνε πως εννοούσε όσα έλεγε. Τον κοίταξα ερωτηματικά, περιμένοντας κάποιες εξηγήσεις για τους ισχυρισμούς του. Δεν έκανε καμία κίνηση.
«Μάλλον είσαι ο μοναδικός που γνωρίζει τέτοιο πράγμα», επέμεινα. 
«Πρέπει να βλέπεις πέρα από αυτό που βλέπεις», είπε αδιάφορα. 
Αναστατωμένη έκανα ένα βήμα πίσω. Ίσως τελικά αυτός ο Αντόνιο να μην ήθελε να με βοηθήσει!
Ασυναίσθητα το χέρι μου κατέβηκε στην κοιλιά μου, σε μια προστατευτική κίνηση. Αμέσως μετάνιωσα που τον είχα ακολουθήσει εκεί μέσα, στην απομακρυσμένη αποθήκη, δίχως μάλιστα κανείς να γνωρίζει πού βρισκόμουν. 
Ένιωσα ζάλη και όλα άρχισαν να γυρίζουν γύρω μου. Άπλωσα προς το μέρος του το χέρι μου την τελευταία στιγμή.
Βρισκόμουν στην Πράγα, στην άκρη της πέτρινης γέφυρας. Ήταν νύχτα και όλα ήταν αφύσικα ήρεμα. Σαν να είχε σταματήσει ο χρόνος να κυλάει, σαν να είχε σταματήσει η Γη να γυρίζει. Προχώρησα ως στο μέσον, έσκυψα το κεφάλι πάνω από το πέτρινο ύψωμα στα πλαϊνά της, κοιτώντας τον ποταμό. Ήταν ακίνητος… Σαν παγωμένος. 
Από πίσω μου υπήρχε μια τεράστια πηγή φωτός. Ήταν τόσο έντονη, που είχε σβήσει οτιδήποτε φωτεινό υπήρχε τριγύρω. Με το χέρι να καλύπτει τα μάτια –όπως όταν γυρίζεις να δεις τον ήλιο–, έστρεψα το κεφάλι. Στην αρχή δεν έβλεπα τίποτε, μονάχα ένα χρυσαφένιο φως να ξεπηδά προς κάθε κατεύθυνση. Απότομα, όλες οι ακτίνες περιορίστηκαν σε μικρή απόσταση γύρω από ένα ψηλόλιγνο σώμα. Μου ξέφυγε μια κραυγή. 
Αν το να περιγράψω τον Κάμεν ως το πιο υπέροχο πλάσμα του κόσμου άγγιζε τα όρια της φαντασίας, το ον που έβλεπα μπροστά μου ξεπερνούσε κάθε προσδοκία τελειότητας.
Τα τεράστια φτερά που άνοιγαν πίσω του έμοιαζαν με σκαλισμένο χρυσάφι σε κάποιον αρχαίο, μεγαλόπρεπο ναό. Το πρόσωπό του έλαμπε όπως ένα υπέρλαμπρο άστρο στο πιο βαθύ σκοτάδι. Το βλέμμα του ήταν σοβαρό, προσηλωμένο, και με κοίταζε με κατανόηση περισσότερο παρά με αυστηρότητα. Δεν μπορούσε να είναι άλλος από τον Πρώτο Πολεμιστή  των Αγγελικών Ταγμάτων… Ο Μιχαήλ, «Αυτός που είναι σαν τον Θεό»…
Δε διέφεραν και πολύ στα χαρακτηριστικά τους με τον Κάμεν, όμως η γαλήνη που εξέπεμπε η μορφή του ήταν απερίγραπτη. Με κατέκλυσε ευφορία. Ένιωθα σαν να μη βρισκόμουν στο σώμα μου, σαν να μην με περιόριζε η ύλη. Άπλωσα το χέρι μου προς το μέρος του να αγγίξω το χρυσό φως του. Είδα τα δάχτυλά του να ανοίγουν και να ακουμπούν τις άκρες των δικών μου. Η αίσθηση της επαφής του ήταν ασύλληπτη για τον νου μου. Δεν είχα ξανανιώσει ποτέ κάτι παρόμοιο. 
Με κοίταξε κατάματα πριν μιλήσει. 
«Για να έχει αξία ο θάνατος, Αντριάνα, πρέπει να είναι ικανός να δώσει ζωή. Δεν πεθαίνουν όλοι το ίδιο. Κάποιοι απλά πεθαίνουν, ενώ κάποιοι θυσιάζονται. Η επιλογή είναι δική σου». 

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Η ιστορία του «Νόμου» ολοκληρώνεται με το δεύτερο βιβλίο της σειράς, «Θυσία».

Η Αντριάνα και ο Κάμεν, έχουν παραβεί τον πρώτο Νόμο που ο Δημιουργός θέσπισε: Έρωτας ανάμεσα σε γυναίκα και άγγελο, δεν μπορεί να υπάρξει ούτε στους Ουρανούς ούτε στη Γη. Και υφίστανται την τιμωρία που Εκείνος όρισε: για πάντα χωριστά, κι ας είναι αδύνατον να ζήσουν ο ένας χωρίς τον άλλον. Αλλά όπως η πρώτη γυναίκα, η Λίλιθ από την οποία βιολογικά κατάγεται, η νεαρή φοιτήτρια της Οξφόρδης είναι αποφασισμένη να μην υπακούσει στην τιμωρία, όπως δεν υπάκουσε και στον νόμο. Και είναι έτοιμη να αποδεχθεί την ύψιστη Θυσία… αλλά και να κλείσει κυριολεκτικά μία συμφωνία με τον Διάβολο…
Ο πιο λαμπρός ανάμεσα στους αγγέλους, ο Εωσφόρος, που ζει ως έκπτωτος στην Πράγα σχεδιάζοντας την εκδίκησή του, θα της προσφέρει τη βοήθειά του: εξυφαίνει, με επικίνδυνα υψηλή ραπτική, ένα αρχαίο σχέδιο γενετικής πληροφορικής… έναν μαγικό κύκλο βιολογίας, αστρονομίας, αλχημείας που πυροδοτεί έναν νέο πόλεμο στους Ουρανούς τη νύχτα της Εαρινής ισημερίας.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΜΑΡΙΑΣ ΖΑΧΑΡΑΚΗ:

Η Μαρία Ζαχαράκη έχει πτυχίο Νηπιαγωγού από το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Το 2014 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Momentum το πρώτο της μυθιστόρημα, με τίτλο «Nόμος». Το 2017 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πηγή το μυθιστόρημα με τίτλο Μαύρη πεταλούδα. Το διήγημά της, Πορφυρός Σείριος, διακρίθηκε στον διαγωνισμό Αδιέξοδο, του 1ου φεστιβάλ λογοτεχνίας του φανταστικού Fantasmagoria και συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή Το έπος της φαντασίας.

Επικοινωνία με τη συγγραφέα και περισσότερες πληροφορίες για το έργο της στην επίσημη σελίδα της στο Facebook, στον ακόλουθο σύνδεσμο:

Διαβάστε την κριτική για τον «Νόμο» στο ιστολόγιο των «Φίλων Της Λογοτεχνίας» εδώ:

«ΝΟΜΟΣ», της Μαρίας Ζαχαράκη
Εκδόσεις: Momentum
Σελίδες: 450
Τιμή με έκπτωση: 14,87€

Υπόθεση οπισθόφυλλου:

«Όταν η Αντριάνα, πρωτοετής φοιτήτρια στο τμήμα φιλοσοφίας της Οξφόρδης, αναλαμβάνει με τέσσερις συμφοιτητές της μια εργασία για τη δημιουργία του ανθρώπου, το μόνο που έχει στο νου της είναι ένας καλός βαθμός.
Αυτό που δεν φαντάζεται ποτέ είναι ότι, καλά κρυμμένο στις σελίδες της Βίβλου και στις τοιχογραφίες του Μιχαήλ Αγγέλου που μελετά για την εργασία, βρίσκεται το μυστικό των Αρχαγγέλων της Δημιουργίας: το πρώτο μυστικό του Κόσμου, άρρηκτα δεμένο με τη μοίρα της.
Και σίγουρα δεν περιμένει ότι θα ερωτευτεί με την πρώτη ματιά έναν Αρχάγελλο που περπατά ανάμεσα στους ανθρώπους και ότι θα τον διεκδικήσει από τον Θεό, παραβιάζοντας τον πρώτο Νόμο που Εκείνος θέσπισε...
Το ζευγάρι θα βρεθεί να ακροβατεί ανάμεσα στον πόθο και την αμαρτία, την πτώση και τον έρωτα, το θάνατο και τη ζωή …
Ενώ οι πέντε φοιτητές προσπαθώντας ν’ ανακαλύψουν την αλήθεια, θα έρθουν αντιμέτωποι με τη μεγαλύτερη πλεκτάνη της Ιστορίας: ένας εξόριστος έρωτας, μια μυστηριώδης γυναίκα για την οποία όλοι σιωπούν και ένα σχέδιο εκδίκησης που περιμένει επί αιώνες την κατάλληλη στιγμή, για να ανατρέψει τον Νόμο…»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου