Ταξίδια Μέσα Από Τη Λογοτεχνία!

Η Λογοτεχνία είναι για μένα ένα «παράθυρο» σ' έναν μαγικό κόσμο. Κάθε βιβλίο μάς ταξιδεύει σε κόσμους πραγματικούς ή φανταστικούς, τωρινούς, μελλοντικούς ή παρελθοντικούς. Ένα είναι το μόνο σίγουρο, κάθε βιβλίο που μας ενθουσιάζει, μας εντυπωσιάζει ή μας μαγεύει θέλουμε να το μοιραστούμε με άλλους φίλους-αναγνώστες. Έτσι κι εγώ, θέλω να μοιραστώ μαζί σας όσα βιβλία με ενθουσίασαν και με «γέμισαν» με πρωτόγνωρες ιδέες, εικόνες και συναισθήματα. Σαφώς και η άποψη του κάθε αναγνώστη είναι μοναδική και ένα βιβλίο που εμείς λατρέψαμε μπορεί κάποιος άλλος να το αντιπάθησε ή ακόμα και να το μίσησε... Μέσα από αυτήν την οπτική θεωρώ φρόνιμο να μη σχολιάζω όσα βιβλία δεν με εντυπωσίασαν ή με άφησαν αδιάφορη, διότι η άποψή μου είναι απολύτως υποκειμενική. Δεν θα ήθελα να προκαταλάβω αρνητικά κανέναν αναγνώστη, αποτρέποντάς τον από το να διαβάσει ένα βιβλίο το οποίο, ενδεχομένως, να τον ενθουσιάσει. Κάθε βιβλίο απαιτεί το κατάλληλο περιβάλλον, το υπόβαθρο και την ανάλογη διάθεση για να εκτιμηθεί, οπότε καλό θα είναι να μην απορρίπτουμε ποτέ τίποτα. Η έκφραση και αποτύπωση της δικής μου γνώμης για κάθε βιβλίο -αλλά και των απόψεων και σχολιασμών άλλων φίλων-συγγραφέων-αναγνωστών, που αναγράφονται στη σχετική κατηγορία-, έχουν ως μοναδικό σκοπό να εκφράσουν τον θαυμασμό μας για ορισμένα βιβλία που θεωρούμε άξια λόγου και θέλουμε να γίνουν ευρέως γνωστά, βοηθώντας έτσι τους αναγνώστες στην επιλογή του επόμενου βιβλίου που θα διαβάσουν. Πάντοτε με το μεγαλύτερο σεβασμό και θαυμασμό για όλους τους συγγραφείς, που μέσα από τις σελίδες των βιβλίων τους μας «ταξιδεύουν» μακριά από την εκάστοτε πραγματικότητα ή μας βοηθούν να την κατανοήσουμε καλύτερα, αλλά σε κάθε περίπτωση στολίζουν την ψυχή μας, οφείλω ένα μεγάλο ευχαριστώ!

Κλειώ Ισιδ. Τσαλαπάτη

Τετάρτη 13 Σεπτεμβρίου 2017

Συνέντευξη με την ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΛΑΨΑΤΗ - Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

κ. Κωνσταντίνα Λαψάτη
          Το πρώτο βιβλίο της χαρισματικής Κωνσταντίνας Λαψάτη, με τίτλο «Οι Γεύσεις Της Νέμεσης», ήρθε στα χέρια μου εντελώς τυχαία πριν από λίγα χρόνια, αφενός, γιατί με προσέλκυσε ευθύς αμέσως η θεματολογία του, αφού ανήκει στο ιστορικό μυθιστόρημα που λατρεύω από παιδί και, αφετέρου, διότι με εντυπωσίασε ο τίτλος και το υπέροχο, καλαίσθητο εξώφυλλό του. Διαβάζοντάς το εντυπωσιάστηκα από την μεστή, πλούσια, λογοτεχνική γραφή της συγγραφέως, την σε βάθος ιστορική έρευνα που προφανώς πραγματοποίησε ώστε να μπορέσει να αναπαραστήσει και να ζωντανέψει την εποχή του αρχαίου ελληνικού κόσμου με τέτοια ακρίβεια και πειστικότητα, αλλά και από το γεγονός ότι κυριολεκτικά με "απορρόφησε" χωρίς να χάσω στιγμή το ενδιαφέρον μου, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για ένα αρκετά "χορταστικό" βιβλίο 700 περίπου σελίδων. Εν κατακλείδι, είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα αριστουργηματικό, το οποίο αξίζει να διαβαστεί από όλους όχι μόνο ως αξιόλογο λογοτεχνικό δείγμα αλλά και ως ιστορική πηγή. Ευθύς αμέσως αναζήτησα και άλλα έργα της συγγραφέως και σκεφτείτε την έκπληξή μου όταν διαπίστωσα ότι το επόμενο βιβλίο της ανήκε στην λογοτεχνία του φανταστικού με τον τίτλο «Έμπονυ Βάργκας – Νυχτερινοί Ψίθυροι». Συνειδητοποίησα ότι το συγγραφικό ταλέντο της κ. Λαψάτη δεν περιορίζεται σε μία μόνο κατηγορία και δεν μπαίνει σε καλούπια, καθώς έχει την ικανότητα να εκφράζεται και να πειραματίζεται μέσα από εντελώς διαφορετικά λογοτεχνικά είδη κάθε φορά, με την ίδια επιτυχία. Με αφορμή, λοιπόν, την έκδοση του δεύτερου και τελευταίου μέρους της διλογίας της με τίτλο «Έμπονυ Βάργκας – Σκοτεινό Κάλεσμα», η αγαπητή συγγραφέας είχε την καλοσύνη να απαντήσει στο ερωτηματολόγιο των «Φίλων Της Λογοτεχνίας» για την λογοτεχνία, την συγγραφή, την κοινωνία και πολλά ακόμη. Την ευχαριστώ θερμά για τον χρόνο που μου διέθεσε, της εύχομαι ολόψυχα καλή επιτυχία σε κάθε πόνημά της και σας προσκαλώ να διαβάσετε τις απαντήσεις της ώστε να γνωρίσετε κι εσείς λίγο καλύτερα την εξαίρετη Κωνσταντίνα Λαψάτη!

1) Αγαπητή κ. Λαψάτη, τις θερμές μας ευχές για το νέο μυθιστόρημά σας φαντασίας και μυστηρίου, με τίτλο «Σκοτεινό Κάλεσμα», το οποίο αποτελεί το δεύτερο μέρος της διλογίας σας «Έμπονυ Βάργκας». Ποιό ήταν το έναυσμα για την ενασχόλησή σας με τον κόσμο της λογοτεχνίας και το αντικείμενο της συγγραφής;

Αγαπητή Κλειώ Τσαλαπάτη, νιώθω πως με τιμά η επιθυμία σου να καταγραφούν στον όμορφο διαδικτυακό σου χώρο οι προσωπικές μου σκέψεις με αφορμή την δημοσιοποίηση του δεύτερου μέρους της ιστορίας της Έμπονυ Βάργκας που ξέρω πως αγαπήθηκε από τους φίλους της Φανταστικής Λογοτεχνίας.
Τώρα, για να απαντήσω στο ποιο ήταν το έναυσμα να ξεκινήσω αρχικά να διαβάζω και στην συνέχεια να θέλω να αποτυπώσω τις δικές μου αισθήσεις στο χαρτί, θα έλεγα πως ήταν μια αίσθηση σαν κι αυτήν που θέλουμε να ανασάνουμε καθαρό αέρα όταν όλα γύρω μας είναι αφόρητα δύσοσμα.
Η σπουδαία σκέψη της παγκόσμιας γραμματείας που διαβάζω αποτελεί για μένα ζωτική ανάγκη για να μπορώ να υπάρχω.

2) Από πού αντλείτε την έμπνευση για κάθε έργο σας και κάθε χαρακτήρα και πόσο δύσκολο είναι να σταχυολογήσετε τις απαραίτητες πληροφορίες, όταν αυτές απαιτούνται, ώστε να συνδυάσετε τυχόν ιστορικά γεγονότα, τόπους και μυθοπλασία στα βιβλία σας;

Έμπνευση…  Είναι μια λέξη που την συνδυάζω με την επίσης  παρεξηγημένη έννοια που είναι το ταλέντο. Ο άδειος νους δεν μπορεί να εμπνευστεί. Όταν ξεκινώ να γράψω, ήδη έχουν γίνει μέσα στο μυαλό μου οι απαραίτητες ενέργειες για αυτό που με απασχολεί και θέλω να ασχοληθώ.  Το αστείο είναι πως για να γράψεις ένα είδος λογοτεχνίας, πρέπει να έχεις διαβάσει, ή για να το πω πιο σωστά, να έχεις μελετήσει πολλά άλλα. Δεν γίνεται να αγνοείς τον Παπαδιαμάντη ή τον Ροΐδη και να θέλεις να γράψεις κάτι που θα έχει ενδιαφέρον να το διαβάσουν μετά από κάποια χρόνια άγνωστοι σε εσένα.
Σαφώς τα ιστορικά γεγονότα και οι τόποι που αναπτύσσεται ο μύθος αποτελούν μια άλλη τεράστια μελέτη που παίρνει χρόνο κατά την προετοιμασία της γραφής. Στο σπίτι μου, αν έρθει κάποιος την περίοδο που ερευνώ για ένα βιβλίο μου, νιώθει πως μπαίνει σε ένα στρατηγείο πολέμου με αναρτημένους χάρτες και όγκο βιβλίων γύρω από τα δύο γραφεία μου.
Όταν ένας γράφει, οφείλει να μην φαντάζεται, όσο κι αν πιστεύει πως είναι εμπνευσμένος, αλλά να ακολουθεί το γνωστό τρίπτυχο του σεμνού ανθρώπου. Να μελετά, να μελετά και να μελετά.

3) Συνήθως, οι περισσότεροι συγγραφείς είτε έχουν σπουδάσει κάποιο αντικείμενο, είτε ασκούν ως επάγγελμα κάτι εντελώς διαφορετικό από την συγγραφική τους ιδιότητα. Θα θέλατε να μας μιλήσετε σχετικά με αυτό και να μας πείτε πόσο αρμονικός είναι ο συνδυασμός όλων αυτών και κατά πόσο αλληλοεπηρεάζονται οι επιμέρους ιδιότητές σας;

Κλειώ μου, θα ήταν ευχής έργον αν μπορούσε κάποιος στην Ελλάδα να ζήσει από την γραφή των βιβλίων του. Αυτό δεν γίνεται για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι πως οι άνθρωποι που διαβάζουν, δηλαδή η αγορά του βιβλίου είναι τραγικά μικρή. Ο δεύτερος λόγος κρύβεται πίσω από την αινιγματική φράση ‘δυστυχώς, ο Άλδος Μανούτιος πλέον δεν ζει’.
Πέρα από αυτές τις δυσκολίες, το επάγγελμα ενός ανθρώπου που γράφει δεν είναι ανασταλτικός παράγων μα ούτε και αρωγός της γραφής του. Η ουσία βρίσκεται στο ερώτημα «Γιατί θέλει κάποιος να γράψει». Εδώ θέλω να πω κάτι που στην οικογένειά μου το πιστεύουμε και βάσει αυτού πορευόμαστε με μέτρο και σεβασμό. Συγγραφέας δεν γίνεται κάποιος επειδή γράφει και τυπώνει ένα βιβλίο, ούτε επειδή αρέσκεται να φέρει αυτήν την ιδιότητα. Αυτός είναι ένας τίτλος που δίνεται σ’ αυτόν συνήθως μετά την ολοκλήρωση της ζωής του και λόγω του ότι συνεχίζει το έργο του να απασχολεί τις σκέψεις των μεταγενεστέρων. Δύσκολες έννοιες και σίγουρα άγνωστες στο ήθος της εποχής μας. Όταν συστήνομαι, αποφεύγω να πω ότι είμαι συγγραφέας, παρά επιλέγω να λέω «γράφω βιβλία». Επιλέγω ρήμα, δηλαδή ενέργεια, δράση κι όχι ιδιότητα.

4) Έχετε συμπεριλάβει ποτέ στα βιβλία σας κάποια προσωπικά σας βιώματα; Στο νέο σας βιβλίο, το οποίο βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, πόσο εύκολη, ή επώδυνη ήταν η αντικειμενική προσέγγισή τους συγγραφικά;

Αγαπητή μου Κλειώ, πόσο καίρια είναι αυτή σου η ερώτηση… Χωρίς προσωπικό βίωμα δεν μπορεί να υπάρξει γραφή. Αλλά και μόνο με προσωπικό βίωμα δεν λογίζεται πως μπορεί να έχει αξία μία γραφή. Ένα κείμενο οφείλει να φέρει μέσα του την υπέρβαση των ίδιων των σκέψεων που μας κάνουν να το δημιουργήσουμε. Αυτός που γράφει, εξελίσσεται μέσα από το ίδιο το κείμενό του. Εδώ υπάρχει ένα ερώτημα που δεν απαντιέται εύκολα. Μία γραφή ανήκει στον δημιουργό της ή αυτός γίνεται ο σκυταλοδρόμος μια συλλογικής γνώσης που την υπηρετεί; 
Στο δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος με την Έμπονυ Βάργκας, με απασχόλησε μόνο η σκέψη να ολοκληρώσω με συνέπεια την προσέγγιση του φανταστικού μύθου που θέλησα να υπηρετήσω. Επάνω σε αυτήν την θεματολογία έχουν γραφεί αριστουργήματα και μια σοβαρή προσέγγιση του μύθου των βαμπίρ οφείλει να δίνει εκδοχές του μύθου που θα πλουτίζουν την θεματική και δεν θα καταναλώνουν φτηνές σκηνές κακογραμμένου τρόμου.

5) Στο βιβλίο σας έχετε καταπιαστεί με πολλά θέματα και, αν και η συγκεκριμένη διλογία σας «Έμπονυ Βάργκας» ανήκει στη σφαίρα της λογοτεχνίας φαντασίας, έχετε διαπρέψει εξίσου και στο πεδίο του ιστορικού μυθιστορήματος με το προσωπικά αγαπημένο μου «Οι Γεύσεις Της Νέμεσης». Ποιά θεωρείτε ως την πιο σημαντική, ίσως και ανεξάντλητη, "πηγή ιδεών" για έναν συγγραφέα;
Ποια είναι η πηγή ιδεών για κάθε συγγραφέα; 
Τεράστιο το θέμα… Ο Πλάτωνας θα μας έλεγε πως οι ιδέες βρίσκονται έξω από την φθαρτή και εφήμερη ύλη μας. Ίσως η πηγή ιδεών είναι τα ατομικά μας ερωτήματα για την ίδια την ζωή μας. Όχι την ζωή των άλλων, αλλά την δική μας.
Τα είδη της λογοτεχνίας, όσο κι αν δημόσια οφείλω να τα ταξινομήσω, δεν τα ξεχωρίζω μέσα στο μυαλό μου. Περισσότερο με καθοδηγεί το ερώτημα ζωής που θέλω να μελετήσω και λιγότερο με απασχολεί αν θα εξειδικευτώ σε ένα είδος λογοτεχνίας. Για άλλους ανθρώπους που γράφουν δεν ξέρω πως αντλούν τις ιδέες τους, γιατί κάθε άνθρωπος, όπως και εγώ, είναι μια μοναδική οντότητα που έχει την δυνατότητα να παράγει άξια ή ευτελή προϊόντα σκέψης.

6) Πιστεύετε πως το επιστημονικό υπόβαθρο είναι απαραίτητο για τη συγγραφή ενός βιβλίου, ή αρκεί το έμφυτο συγγραφικό ταλέντο, η φαντασία και οι εμπειρίες του συγγραφέα;

Αυτός που γράφει Κλειώ μου, οφείλει να επίσταται των θεμάτων που πραγματεύεται. Τώρα, αν θα έχει πιστοποίηση της επιστασίας του από ιδρύματα είναι μια άλλη υπόθεση. Μπορεί ναι, αλλά δεν είναι και απαραίτητο. Περίπτωση όμως να είναι εντελώς απληροφόρητος για το θέμα και να γράψει σοβαρά, δεν γίνεται. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η γραφή είναι φαιδρή και χαμένος είναι ο ίδιος ο Πολιτισμός μας που σωρεύει σκουπίδια δίπλα σε άξιες γραφές.
Ένας άνθρωπος με φαντασία μα με δίχως ιδρώτα γνώσης δεν μπορεί να ‘γράψει’.

7) Υπάρχει κάποιο μοτίβο ως προς το πότε σας "επισκέπτεται" η συγγραφική σας  έμπνευση; Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ώρα, διάθεση, ή τόπος ίσως, που να σας προδιαθέτει να γράψετε, ή είναι κάτι που "ρέει" αβίαστα από μέσα σας συνέχεια;

Η συγγραφή είναι μια λειτουργία που την καταλαβαίνω ως προσφορά των επεξεργασμένων ερωτημάτων της σκέψης μου. Είναι περίοδοι που θέλω μόνο να διαβάζω και να ταξινομώ τις έρευνές μου για τις θεματικές που με απασχολούν. Το να συγκεντρώσω υλικό για τα σύμβολα κατά την ιστορία του ανθρώπου, ή να ψάξω λεπτομέρειες για πολιτισμούς του παρελθόντος, είναι κάτι που δεν σημαίνει πως θα καταλήξει σε γραφή βιβλίου. Έχω ένα τεράστιο αρχείο για ιστορικά και κοινωνιολογικά θέματα πολιτισμών που και εγώ η ίδια δεν ξέρω γιατί συνεχίζω να το αυξάνω μελετώντας το.
Σίγουρα, αυτό που μπορώ να πω με βεβαιότητα είναι πως χρειάζομαι σταθερότητα ώστε να γράψω για κόσμους εξαιρετικά ασταθείς, κι αυτό γίνεται σχεδόν πάντα τις μεταμεσονύκτιες ώρες.

8) Όταν ολοκληρώνετε ένα νέο μυθιστόρημά σας αρκείστε στη δική σας μόνο γνώμη και αξιολόγηση, πριν προχωρήσετε στην έκδοσή του, ή αναζητάτε πρώτα την άποψη κάποιου οικείου σας προσώπου την κρίση του οποίου εμπιστεύεστε;

Αγαπημένη Κλειώ, ένα βιβλίο τελειώνει όταν αποφασίσει ο συγγραφέας πως θα μπορούσε να είναι και καλύτερο, αλλά αυτό δεν τον κάνει να αισθάνεται άσχημα.
Η επιμέλεια ενός βιβλίου είναι πολύ σπουδαία υπόθεση που οφείλει να γίνεται πρώτα από τον συγγραφέα κι έπειτα, σε συνεργασία πάντα με τον φιλόλογο επιμελητή. Υπάρχουν λέξεις που σκόπιμα μπορεί να είναι λογοπλαστικά αδόκιμες, όμως να έχουν λόγο ύπαρξης σε ένα κείμενο που ο δημιουργός θέλει να υπάρχουν.
Ορισμένα πρόσωπα που αποτελούν συνειδητές επιλογές στη ζωή μου, πάντα  βρίσκονται σε διαλεκτική συνύπαρξη με εμένα, από την γέννηση της ιδέας του βιβλίου μέχρι τις τελικές διορθώσεις του. Δεν τίθεται θέμα εμπιστοσύνης  στην κρίση των ανθρώπων που έχω επιλέξει να συνυπάρχω κατά την δημιουργία, αλλά συγγενούς σκέψης με σαφείς ηθικές προσεγγίσεις ή αποκλίσεις στα ερωτήματα που εμφανώς ή αθέατα πραγματεύεται η γραφή μου.

9) Από τα μυθιστορήματά σας  υπάρχει κάποιο το οποίο ξεχωρίζετε, στο οποίο ίσως έχετε μεγαλύτερη αδυναμία και γιατί; Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για τα βιβλία σας και, γιατί όχι, την ιστορία "πίσω από την ιστορία" κάποιων από αυτά;

Τα βιβλία που έχω γράψει, ανεξάρτητα αν έχουν εκδοθεί ή όχι, αποτελούν τα ίχνη των ερωτημάτων της σκέψης μου στα χρόνια που έχω αποφασίσει να γράφω πέραν του να διαβάζω. Κάθε βιβλίο φέρει μέσα του την δική μου πορεία, {και απορία} που όσο και αν νιώθω όμορφα γι αυτήν, δεν μπορώ να παραμείνω προσκολλημένη σε αυτήν θαυμάζοντάς την.
Ό,τι βιβλίο έχω γράψει, νιώθω πως είναι ξένο προς την σημερινή μου συγκρότηση. 
Τις νέες μου γραφές δεν τις αντιμετωπίζω με χαριεντισμούς φιλάρεσκης αυτό-λαγνείας, αλλά ως μαθηματικά προβλήματα μορφοποίησης όσων θέλω να πω, μέσα από τον μύθο.

10) Η συγγραφέας Κωνσταντίνα Λαψάτη βρίσκει το χρόνο να διαβάζει για δική της ευχαρίστηση και όχι μόνο για έρευνα πάνω σε κάποιο μελλοντικό βιβλίο της; Εφόσον συμβαίνει αυτό, ποιό είδος λογοτεχνίας προτιμάτε περισσότερο ως αναγνώστρια και γιατί;

Ναι, διαβάζω πέρα από την έρευνα. Διαβάζω Έλληνες συγγραφείς και χαίρομαι που υπάρχουν πολύ καλές γραφές.  Για να μιλήσω με ειλικρίνεια είναι ελάχιστες, ως προς την πρωτοτυπία της σκέψης τους. Συνήθως, όταν σταθώ στους χώρους αγοράς βιβλίου, ένα γρήγορο διάβασμα μικρών αποσπασμάτων με κάνει να το επιλέξω ή να το αφήσω πίσω στο ράφι.
Τώρα, για το είδος της λογοτεχνίας που έχει ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου, είναι αυτό της περιηγητικής λαογραφίας.  Άνθρωποι που αφιερώνουν την ζωή τους σε αυτό που τους οδηγεί το ‘θέλω’ της καρδιάς τους, έχουν ξεχωριστή θέση εκτίμησης  μέσα μου.

11) Θυμάστε το πρώτο σας ανάγνωσμα το οποίο σας "παρέσυρε" στον κόσμο της λογοτεχνίας; Υπάρχει κάποιο απόφθεγμα από βιβλίο το οποίο να καθόρισε την μετέπειτα ζωή σας; Έχετε δεχθεί κάποιες επιρροές από κάποιους ομότεχνούς σας, έλληνες ή ξένους, σύγχρονους ή κλασσικούς, στο δικό σας τρόπο γραφής, ύφους ή θεματολογίας;

Και βέβαια θυμάμαι. Η Φανταστική Λογοτεχνία με κέρδισε από μικρή, όταν με τα πρώτα μου χρήματα αγόρασα τα αξιόλογα βιβλία της σειράς «Ο Μικρός Βρικόλακας», δεκατρία βιβλία τα οποία βρίσκονται στην γυάλινη προθήκη της βιβλιοθήκης, προστατευμένα από τον χρόνο, αλλά όχι από εμένα, αφού υπάρχουν καιροί που ξαναγυρίζω σε αυτά, επιθυμώντας να επιστρέψω στην πηγή του νερού που πρωτοήπια. Αμέσως μετά, ήρθα σε επαφή με σπουδαίους δημιουργούς του ιστορικού μυθιστορήματος και άκουσα τις Μούσες πάλι να με καλούν.
Τα αποφθέγματα τα αποφεύγω, γιατί με τόσα που υπάρχουν καταγεγραμμένα θα έπρεπε ο κόσμος να ήταν χρόνια τώρα καλύτερος. Οι επίγονοι του Γουτεμβέργιου, όσο κι αν τυπώνουν σπουδαία λόγια, κάνουν τους αναγνώστες να παραμένουν υποτελείς στα «θέλω» τους. «Θέλω» σημαίνει «έχω μόνο δικαίωμα». «Πρέπει» σημαίνει «έχω και υποχρέωση». Αρνούμενοι λοιπόν τις υποχρεώσεις και δεχόμενοι μόνο τα δικαιώματά μας, χτίζουμε κοινωνίες με ηθικές ζούγκλας.

12) Ποιά είναι τα αγαπημένα σας βιβλία και συγγραφείς; Από την ελληνική και παγκόσμια λογοτεχνία υπάρχει κάποιο βιβλίο το οποίο έχετε λατρέψει,  το οποίο "ζηλεύετε" ως λογοτεχνικό έργο και θα θέλατε, ή ονειρεύεστε να είχατε συγγράψει εσείς;

Πάρα πολλά! Σε κάθε εποχή υπάρχουν συγγραφείς που με γοητεύουν να τους διαβάζω και αντί να ζηλεύω την γραφή τους, χαίρομαι που υπήρξαν και συνεχίζουν να υπάρχουν μέσα από το έργο τους γιατί νιώθω πως χτίζουν την σκέψη μου.
Να μιλήσω για το Ντάν Σίμονς που έγραψε τον καθηλωτικά σκοτεινό «Ντρουντ», τον Όσκαρ Ουάιλντ και την ευφυέστατη πένα του, ή τον Καραγάτση με την σκληρή, τολμηρή γραφή του; 
Οι παραπάνω δημιουργοί -και πόσοι άλλοι- αποτελούν την υπέροχη έρμα της ψυχής μου και σε αυτήν οφείλω την ‘εύπλοιαν’ της ζωής μου.

13) Πιστεύετε πως ο συγγραφέας πρέπει να ταξιδεύει ώστε να έχει κάποια βιώματα από τις χώρες και τις τοποθεσίες τις οποίες, τυχόν, περιγράφει στα βιβλία του και πόσο εφικτό είναι αυτό στην πράξη κατά τη γνώμη σας; Είναι απαραίτητο κάτι τέτοιο, απλά και μόνο, για την "διεύρυνση των οριζόντων" του;

Εδώ τα πράγματα έχουν πόνο… Πόνο γιατί θεωρώ πως τα ταξίδια πρέπει να γίνονται πρώτα μέσα από τις μελέτες μας και στην συνέχεια, να πλησιάζουμε το μέρος που μας αφορά συγγραφικά αν είναι δυνατόν. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν έχω γράψει για πόλεις και εποχές που εκ των πραγμάτων ήταν αδύνατη η ύπαρξή μου σε αυτές, άλλωστε, πριν κάποιον καιρό για ένα ιστορικό μυθιστόρημά μου, επισκέφθηκα τον πανέμορφο Γαλλικό νότο και έμεινα στην Προβηγκία, βαδίζοντας πάνω στα μονοπάτια των αιρετικών Καθαρών του 13ου αιώνα. Δεν βλέπουμε λοιπόν με τα μάτια μας, αλλά με την συγκρότηση της σκέψης που διαθέτουμε. Αυτό ισχύει για γράφοντες και  μη.

14) Θεωρείτε ότι ο συγγραφέας θα πρέπει να ασχολείται με διαφορετικά είδη λογοτεχνίας και να "πειραματίζεται" θεματολογικά, ρισκάροντας το υπάρχον αναγνωστικό του κοινό, ή θα όφειλε να εμμένει στο είδος που τον έχει καθιερώσει;

Κλειώ μου, σε αυτό το θέμα δεν υπάρχουν κλισέ. Ο κάθε γράφων διαλέγει τον δρόμο της ζωής του και κρίνεται από την αξία που δίνει στα βήματά του. Ο Γάλλος γιατρός, διπλωμάτης και περιηγητής Πουκεβίλ διάλεξε να γράψει ως νέος Παυσανίας την δική του ζωή. Δεν θα μπορούσε ένας σοβαρός άνθρωπος να τον κρίνει ως ανεπαρκή γιατί δεν ασχολήθηκε με διαφορετικά είδη γραφής.
Μέχρι στιγμής εμένα με συγκινεί η ιστορική μυθιστορία και η φανταστική λογοτεχνία σε όλα της τα είδη. Νιώθω πως η λατρεία που έχω στην Ιστορία μπορεί να εκτονώνεται σε μυθοπλασίες φαντασίας, γιατί χωρίς παρελθόν δεν μπορούμε να έχουμε μέλλον.

15) Πιστεύετε πως οι συγγραφείς οφείλουν να προβληματίζουν τους αναγνώστες "αφυπνίζοντας" τη σκέψη τους, ή ο σκοπός των βιβλίων τους θα έπρεπε να είναι απλά και μόνο ψυχαγωγικός; Εσείς, ποιά μηνύματα επιδιώκετε να "περάσετε" στους αναγνώστες σας και σε ποιό είδος αναγνωστικού κοινού, συνήθως, απευθύνεστε μέσα από το συγγραφικό έργο σας;

Μμμ, και τούτη η ερώτηση έχει ενδιαφέρον.  Το αναφέρω τούτο αγαπητή Κλειώ, γιατί δεν πιστεύω πως υπάρχουν σπουδαίες ή ενδιαφέρουσες απαντήσεις, αλλά μόνο άξιες ερωτήσεις. Οι απαντήσεις ακόμα και στην επιστήμη είναι φυσική απόρροια των ερωτημάτων που τίθενται.
Τώρα για τους συγγραφείς…  Το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι, ο καθένας με το δικό του φαναράκι, να φωτίζουν την δική τους πορεία. Αν θελήσει κάποιος να γράψει βιβλίο μόνο για να καμαρώνει το Εγώ του μέσα από τα καλά λόγια της αυλής που τον περιτριγυρίζει, ενώ νομίζει πως είναι συγγραφέας που αφυπνίζει συνειδήσεις, τότε απλώς δεν γνωρίζει πως αυτό αποτελεί ψυχική εκτροπή.
Σκληρά λόγια θα μου πεις, αλλά από την στιγμή που έχω περάσει και εγώ απ’ όλα αυτά τα στάδια, έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου πως ποτέ δεν θα χαϊδέψω αυτιά, εκτός από εκείνα της Σεχραγάτ, της γλυκιάς μου γάτας, που αδιαφορεί αν είμαι συγγραφέας και με έχει αναγορεύσει σε ευεργέτιδα της κροκέτας.
Για το θέμα της ψυχαγωγίας… Σίγουρα υπάρχουν και τέτοια βιβλία, όπως υπάρχουν και γραφές που δεν άγουν την ψυχή, αλλά την φυλακίζουν σε στερεότυπες εικόνες σκέψης που κάνουν τον άνθρωπο φτηνό καταναλωτή. Να το πάλι το δίπολο του πολιτισμού μας.
Η αλήθεια είναι πως σήμερα ο αγώνας μεταξύ του τίποτα και της σπουδαίας παγκόσμιας γραμματείας είναι 1-0 υπέρ της φαιδρότητας της σκέψης. Θέλω να πιστεύω όμως πως, όσο υπάρχουν σκέψεις άξιες που τυπώνονται, υπάρχει ελπίδα να διαφοροποιηθεί ο κόσμος μας προς ένα νέο ήθος.
Με όσα λέω, αποκαλύπτω πως γράφω για την ψυχή μου και χωρίς να έχω καμία αυταπάτη αυθεντίας, αφήνω παρακαταθήκη σε αναγνώστες του μέλλοντος, την βάσανο της σκέψης μου. Αυτοί, θα κρίνουν.

16) Θεωρείτε πως η σύγχρονη πραγματικότητα μπορεί να αποτελέσει  πηγή έμπνευσης για έναν συγγραφέα και, ειδικότερα, οι τόσο δύσκολες καταστάσεις που βιώνουμε τελευταία στην πατρίδα μας; Ή μήπως το ζητούμενο από τους αναγνώστες είναι ακριβώς η "φυγή" από αυτήν την ζοφερή πραγματικότητα;

Σήμερα ανακαλύψαμε την λέξη κρίση στο λεξιλόγιο ως νεοέλληνες. Αναπαράγουμε σκέψεις όπως αυτήν που λέει πως η κρίση δεν είναι οικονομική αλλά ηθική, αλλά δεν ξέρουμε τι είναι αυτό που με ευκολία λέμε. Η απόδειξη είναι πως συνεχίζουν να συνωστίζονται οι νέοι σε καταστήματα ευτελούς διασκέδασης και συνεχίζουν τα ηχοσυστήματα των αυτοκινήτων να κυκλοφορούν στις συνοικίες ζαλίζοντας τους κατοίκους την νύχτα.
Η «φυγή» από την πραγματικότητα μπορεί να γίνει εύκολα χωρίς κόστος μέσα από τα προγράμματα της εμπορικής τηλεόρασης.
Αν δώσουν οι νέοι λίγα περισσότερα αγοράζοντας ναρκωτικά πετυχαίνουν με ουσίες την «φυγή» από τα βάσανα.
Στους χώρους όσων είναι αναγνώστες, μια σημαντική μερίδα αναγνωστών προσπαθεί να ξεχάσει τα προσωπικά της προβλήματα διαβάζοντας πλοκές ιστοριών με αναπάντεχες ανατροπές.
Οι περισσότεροι σήμερα ζητούν την «φυγή», γιατί τους έχουν πείσει πως η ζωή γίνεται ωραία, όταν το πρόβατο σεργιανίζει αμέριμνο στον αγρό μασουλώντας χορτάρι, δίχως να γνωρίζει την ημερομηνία σφαγής του. Ποτέ δεν επεδίωξα την «φυγή», αντιμετωπίζω την ζωή κατάματα. Αυτό σημαίνει πως θα με στενοχωρούσε αν οι αναγνώστες των βιβλίων μου ήθελαν να με διαβάζουν για να ξεφύγουν από την ζωή και τα προβλήματά της. Η ζωή είναι βουτιά και αγώνας. Ένα βιβλίο οφείλει να σου δώσει τα εφόδια για να κάνεις την βουτιά και να βγεις στην άλλη άκρη του ωκεανού.

17) Στην σύγχρονη πραγματικότητα και στην εποχή της άκρατης τεχνολογίας ποιά θεωρείτε πως είναι η θέση του λογοτεχνικού βιβλίου; Περνάει τελικά το βιβλίο κρίση στη χώρα μας ή διεθνώς και τί θα μπορούσαμε να κάνουμε ώστε να γίνει πιο προσιτό στο αναγνωστικό κοινό και ιδιαίτερα στους νέους;

Η Ελλάδα θα μπορούσε να μεγαλουργήσει προσφέροντας Πολιτισμό. Ο Έλληνας λόγος παράγει σύνθετες σκέψεις και πίσω από την σπουδαία παγκόσμια λογοτεχνία, θέλουμε δεν θέλουμε, βρίσκεται ο θαυμασμός στην Ελληνίδα σκέψη. Η εικονοποίηση της πληροφορίας είναι σαφώς εξελισσόμενη και έχει μαζικά κερδίσει το έντυπο. Όμως  η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν υπήρχαν βιβλία ή έντυπα που τύχαιναν καθολικής ανάγνωσης.
Ένα βιβλίο λειτουργεί διαφορετικά στον αναγνώστη σε σχέση με μια εικόνα που περιγράφει το ίδιο θέμα. Το βιβλίο χωρά την ατομική εκδοχή επεξεργασίας του αναγνώστη, ενώ η εικόνα του οργανώνει την λογική σε αυτό που θέλει να αποδεχθεί ως πληροφορία.
Όσο είναι απαραίτητη η τεχνολογία, άλλο τόσο είναι χρήσιμο και το βιβλίο που αφορά σε μια προαγωγική σκέψη του αναγνώστη. Στο χέρι του κάθε ενός είναι να διαλέξει το βάθος της «όρασης» στην ζωή του.

18) Είχατε κάποιους "ενδοιασμούς" όταν αποφασίσατε να δώσετε το πρώτο σας βιβλίο προς έκδοση; Αγωνιούσατε ως προς την αποδοχή που θα τύχαινε αυτό από το αναγνωστικό κοινό; Η θεματολογία των βιβλίων σας, πιστεύετε πως παίζει τον δικό της ρόλο στην αποδοχή αυτή;

Τότε δεν ήξερα. Τώρα έμαθα. «Τα καλύτερα βιβλία στην Ελλάδα είναι αυτά που δεν εκδίδονται» λέμε συχνά στο σπίτι αστειευόμενοι αφού και τα δικά μας βιβλία έχουν εκδοθεί.
Αγωνία είχα μόνο στην αρχή. Τώρα όμως, δεν βάζω χαλινάρι στην επιθυμία μου να γράψω ένα μυθιστόρημα τρόμου, μόνο και μόνο επειδή κάποιοι δεν θα αποδεχτούν την θεματολογία ή με έχουν κατατάξει σε εκείνους που γράφουν ιστορικό μυθιστόρημα.  

19) Εσείς, με  την έως τώρα πείρα σας στον χώρο της συγγραφής, τί θα συμβουλεύατε όλους τους νέους επίδοξους συγγραφείς, που ονειρεύονται να δουν κάποτε ένα βιβλίο τους στις προθήκες των βιβλιοπωλείων και, ιδιαίτερα, εν μέσω αυτής της δύσκολης οικονομικής συγκυρίας;

Δεν είμαι σε θέση να συμβουλέψω κανένα. Κλειώ μου, η ζωή κάθε ενός είναι στα χέρια του. Αυτό που θα έλεγα όμως είναι πως για να δεις ένα βιβλίο σου σε προθήκες βιβλιοπωλείων, πρώτα πρέπει να διαβάσεις βιβλία, δεύτερον να ξέρεις γιατί θέλεις να γράψεις και τρίτον να αποφασίσεις πως αυτό είναι σημαντικό για την ύπαρξή σου.

20) Κλείνοντας και, αφού σας ευχαριστήσω θερμά για την τιμή της παραχώρησης  αυτής της συνέντευξης, θα ήθελα να σας ευχηθώ ολόψυχα καλή επιτυχία σε όλα σας τα βιβλία και ειδικότερα, στο νέο  μυθιστόρημά σας «Έμπονυ Βάργκας: Σκοτεινό Κάλεσμα», και να σας ρωτήσω για τα άμεσα συγγραφικά σας σχέδια. Τί να περιμένουμε από εσάς στο μέλλον;

Κλειώ μου, εγώ σε ευχαριστώ που θέλησες να δημοσιοποιήσεις τις σκέψεις και τις απόψεις μου. Το βιβλίο που τυπώθηκε για τους αναγνώστες, με τίτλο «Σκοτεινό Κάλεσμα», ήταν μια υποχρέωση ολοκλήρωσης ενός κύκλου που όφειλα να τον ολοκληρώσω.
Στο μέλλον,  θα σκεφτώ αρκετά τον τρόπο που θα κυκλοφορήσουν τα βιβλία μου, γιατί νιώθω πως ο σεβασμός στον Συγγραφέα στην χώρα μας είναι είδος εν ανεπαρκεία.
Ο Κικέρων παραμένει επίκαιρος με το ρητό “o tempora o mores”

Βιογραφία της Κωνσταντίνας Λαψάτη:

Η Κωνσταντίνα Λαψάτη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1978 και κατοικεί στον Πειραιά. Αν και είναι απόφοιτος Ανθοκομίας-Αρχιτεκτονικής Τοπίου, το ενδιαφέρον της στρέφεται στην επιστήμη της αρχαιολογίας. Ασχολείται επίσης με την ερασιτεχνική αστρονομία και την συγκέντρωση λαογραφικών αφηγήσεων. Είναι η συγγραφέας του ιστορικού μυθιστορήματος «Οι Γεύσεις της Νέμεσης» (2009), καθώς και της σειράς φανταστικής λογοτεχνίας «Έμπονυ Βάργκας, Νυχτερινοί Ψίθυροι» (2012) και «Έμπονυ Βάργκας, Σκοτεινό Κάλεσμα» (2017).

Για επικοινωνία με την συγγραφέα απευθυνθείτε στο προσωπικό της ιστολόγιο στον ακόλουθο σύνδεσμο: http://konstantinalapsati.blogspot.gr/

Ή στην σελίδα της στο Facebook «Constance Lapsati Author» στον ακόλουθο σύνδεσμο: https://www.facebook.com/LapsatiConstance.Author/

Εργογραφία Κωνσταντίνας Λαψάτη:

«ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΚΑΛΕΣΜΑ – Έμπονυ Βάργκας ΙΙ» (2017)
Σελίδες: 310

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Μια νέα ζωή ξεκινά για την Έμπονυ Βάργκας. Όμως, όπου κι αν πάει, με όποιον κι αν αναμετρηθεί, απ’ όποιον κι αν χάσει, όποιον κι αν νικήσει το παρελθόν συνεχίζει να τη στοιχειώνει.

Θα παραμείνει η σκοτεινή απέθαντη ύπαρξη που για τέσσερις αιώνες αναζητά την λησμονιά ή θα κόψει το νήμα της αθανασίας συναντώντας την πολυπόθητη λήθη;»


«ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΙ ΨΙΘΥΡΟΙ – Έμπονυ Βάργκας Ι» (2012)
Εκδόσεις: Ωκεανός
Σελίδες: 384

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Η Έμπονυ Βάργκας είναι πουθενά και παντού. Αόρατη από τους περισσότερους, αλλά τόσο κοντά σε αυτούς. Έχει μνήμες, έχει ιστορία, έχει παρελθόν. Όπως όλοι... Είναι μια αριστοκρατική, γοητευτική φιγούρα του σκότους που ξέρει να κρύβεται καλά, καθώς η αγέρωχη σκιά της, βρίσκει πάντα τον τρόπο να σκαρφαλώνει στους τοίχους του δικού μας θνητού κόσμου.

Δεν πρόλαβε να αποτελειώσει την σκέψη της και η επιθυμία της έγινε πραγματικότητα. Τα πορφυρά, παγωμένα χείλη άγγιξαν τρυφερά τα δικά του. Έμειναν εκεί, ενωμένα για κάτι περισσότερο από ένα ολόκληρο δευτερόλεπτο, ώσπου ξαφνικά το μετάνιωσε.
Αν ξυπνούσε; Τί στο καλό θα έκανε αν εκείνος ξυπνούσε και την έβλεπε να στέκεται από πάνω του; Μέσα στο σπίτι του; Κλέφτης των χειλιών του μέσα στην ίδια του την κρεβατοκάμαρα;
Με μία αστραπιαία κίνηση, έκανε στροφή πετώντας ταυτόχρονα πάνω στο σώμα του κοιμισμένου άντρα την κουβέρτα και βγήκε βιαστικά έξω από το ανοιχτό παράθυρο...».

«ΟΙ ΓΕΥΣΕΙΣ ΤΗΣ ΝΕΜΕΣΗΣ» (2009)
Εκδόσεις: Ωκεανός
Σελίδες: 700

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Αθήνα, 404 π. Χ.

Η χαριτωμένη Ζηναΐς εργάζεται στην πόλη της Παλλάδος Αθηνάς σαν μαγείρισσα, στο σπίτι του Αθηναίου στρατηγού Δείναρχου. Το τρυφερό ειδύλλιο που αναπτύσσεται ανάμεσα σ’ αυτήν και στον γοητευτικό αφέντη της, την βοηθούν να ξεπεράσει τον άτυχο έρωτά της με τον Σπαρτιάτη οπλίτη Λίβυ, τον αδελφό του νικητή στους Αιγός Ποταμούς, Λύσσανδρου.

Όμως στην Αθήνα των Τριάκοντα Τυράννων ο Δείναρχος κινδυνεύει λόγω των δημοκρατικών του φρονημάτων και η ερωτευμένη Ζηναΐς κάνει ό,τι μπορεί για να τον προστατέψει...

Οι σκευωρίες που υφαίνονται εις βάρος της, σημαδεύουν ανεξίτηλα την ζωή της. Αποφασίζει να φύγει για την Έφεσο, ακολουθώντας το στράτευμα της Σπάρτης που κινεί εκστρατεία εναντίον των Περσών για να απελευθερώσει τις ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας...

Όμως η Λάχεσις έχει άλλα σχέδια γι’ αυτήν. Εκεί θα συναντήσει ξανά τους δύο μοιραίους άνδρες της ζωής της, και τώρα πια θα πρέπει να επιλέξει έναν απ’ τους δυο...

Ένα ρεαλιστικό, συναρπαστικό, περιπετειώδες, ερωτικό μυθιστόρημα που αναβιώνει με εκπληκτικό τρόπο τον αρχαίο κόσμο. Ένα μυθιστόρημα-αποκάλυψη που καθηλώνει τον αναγνώστη!»

Διαβάστε ολόκληρη την κριτική για το βιβλίο «Οι Γεύσεις Της Νέμεσης» στον ακόλουθο σύνδεσμο: http://filoithslogotexnias.blogspot.gr/2014/02/blog-post_8.html 


Πέμπτη 7 Σεπτεμβρίου 2017

«ΤΟ ΚΥΜΑ ΚΑΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΔΕΝ ΧΩΡΙΣΑΝ ΠΟΤΕ», της Σοφίας Παπαηλιάδου – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

«ΤΟ ΚΥΜΑ ΚΑΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΔΕΝ ΧΩΡΙΣΑΝ ΠΟΤΕ», της Σοφίας Παπαηλιάδου – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη
Εκδόσεις: Άνεμος
Σελίδες: 272
Τιμή: 12,87 €

          Το όνειρο κάθε πραγματικού βιβλιόφιλου υποθέτω, αν κρίνω από την δική μου περίπτωση, πως είναι να βρίσκει ολοένα και περισσότερους συγγραφείς με γραφή και έργα πρωτότυπα, ξεχωριστά, φρέσκα και ουσιώδη, που αφήνουν το δικό τους στίγμα στον κόσμο του βιβλίου. Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό ως αναγνώστρια, διότι μέσα από τον κόσμο του διαδικτύου γνώρισα έναν εκδοτικό οίκο –από αυτούς που αντικειμενικά θεωρούνται μικροί και λιγότερο διαφημισμένοι, αλλά είναι καθόλα αξιόλογοι και ποιοτικοί– ο οποίος προσπαθεί να κάνει ακριβώς αυτό, μέσα από τα εκδοτικά του πλάνα: να μας συστήσει νέους, λιγότερο γνωστούς, ταλαντούχους συγγραφείς που έχουν τον δικό τους μοναδικό τρόπο γραφής και καταπιάνονται με ποικίλα, λιγότερο τετριμμένα και περισσότερο ενδιαφέροντα θέματα. Μία τέτοια νέα και πολύ χαρισματική συγγραφέας είναι η Σοφία Παπαηλιάδου, την οποία η Άνεμος Εκδοτική μας συστήνει μέσα από το βιβλίο της «Το Κύμα Και Η Θάλασσα Δεν Χώρισαν Ποτέ». Αν και δεν πρόκειται για μυθιστόρημα, αλλά περισσότερο για μία συλλογή μικρών αυτόνομων κειμένων, το συγκεκριμένο βιβλίο κρατά συνεχώς αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη από την αρχή έως το τέλος. Η γραφή της συγγραφέως είναι μοναδική, στακάτη και απέρριτη, χωρίς ανούσια φτιασίδια εντυπωσιασμού, αλλά με περισσή ουσία και πολλαπλά νοήματα. Πρόκειται για αληθινές, βαθιές σκέψεις, "επώδυνες" συνειδητοποιήσεις και ανεκτίμητα συμπεράσματα τα οποία θα μπορούσαν να χαρακτηρίσουν ολόκληρο το βιβλίο ως μία πολύτιμη συλλογή άτυπων αποφθεγμάτων, μετά την ανάγνωση των οποίων ο αναγνώστης μονάχα κερδισμένος μπορεί να βγει.
          Η συγγραφέας με διάθεση εξομολογητική και διόλου διδακτική, "ξεγυμνώνει" την ψυχή της, μέσα από τα σύντομα σε έκταση αλλά τεράστια σε νόημα κείμενά της, τα οποία αφορούν κυρίως τον άνθρωπο, τις σχέσεις, την ψυχή και τα όνειρα του καθενός μας, τις απογοητεύσεις και τις χαρές μας, εν τέλει την ίδια την ζωή σε όλο το μεγαλείο και την μοναδικότητά της! Οι αλήθειες, ατόφιες και καθόλου εξωραϊσμένες ώστε να γίνουν περισσότερο εύπεπτες, ξεπηδούν από κάθε σελίδα, όπου μέσα από έναν πρωτότυπο και μεστό λόγο, η συγγραφέας εκφράζει και διατυπώνει ξεκάθαρα όλα όσα έχουμε και εμείς οι ίδιοι βιώσει, ακούσει ή παρατηρήσει κατά καιρούς, συνειδητά ή ασυνείδητα. Κάποιες φορές θα δούμε, σαν σε μεγεθυμένο καθρέφτη, τον ίδιο μας τον εαυτό, τις προσδοκίες και τις προαισθήσεις μας να επαληθεύονται ή να διαψεύδονται, τα όνειρά μας, αυτούσια ή παρόμοια, να κομματιάζονται ή να πραγματοποιούνται και τις σκέψεις μας για ανθρώπους που γνωρίσαμε και καταστάσεις που βιώσαμε, αλλά ίσως δεν συνειδητοποιήσαμε επακριβώς.
          Το εξαιρετικά πρωτότυπο βιβλίο «Το Κύμα Και Η Θάλασσα Δεν Χώρισαν Ποτέ» είναι ένας άτυπος "οδηγός ζωής", που μας παροτρύνει να ζήσουμε αληθινά, έντονα, παθιασμένα και μοναδικά, διώχνοντας από "πάνω" μας αβάσιμες ενοχές, ανυπόστατες τύψεις, άχρηστες επιφυλάξεις ή φοβίες και απραγματοποίητα όνειρα, καθώς η ζωή μας είναι μία και μοναδική, ο χρόνος μας πάνω σε αυτή την Γη είναι περιορισμένος και καθόλου εξασφαλισμένος και τα όνειρά μας αναρίθμητα και πολύτιμα για να τα αγνοούμε, να τα μασκαρεύουμε ή να τους κάνουμε εκπτώσεις. Πολλά και θερμά συγχαρητήρια στην Σοφία Παπαηλιάδου για το εξαίρετο αυτό δείγμα γραφής της το οποίο και σας προτείνω να διαβάσετε, και να ξαναδιαβάσετε, Φίλοι μου!

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Αν ήμασταν σχήμα, θα ήμασταν κύκλος. Χωρίς γωνίες, μόνο καμπύλες. Η αρχή να ενώνεται με το τέλος και να δημιουργεί το πάντα. Με ένα μικρό πείραγμα να γινόμαστε από το μηδέν το άπειρο. Από το τίποτα τα πάντα.
Αν ήμασταν χρώμα, θα ήμασταν κόκκινο. Κόκκινο της φωτιάς όταν το πάθος μας θυμώνει και χάνουμε τον έλεγχο. Κόκκινο του δειλινού όταν χανόμαστε ο ένας μέσα στον έρωτα του άλλου. Κόκκινο του κρασιού όταν γαληνεύουμε και ωριμάζουμε μέσα στους εαυτούς μας τους ίδιους.
Αν ήμασταν μυρωδιά, θα ήμασταν της βροχής. Ναι, μην παραξενεύεσαι. Έχει μυρωδιά η βροχή. Κάθε σταγόνα της παίρνει τη μυρωδιά σου. Κάθε σταγόνα της με λούζει μ’ εσένα.
Αν ήμασταν τραγούδι, θα ήμασταν εκείνο που δεν γράφτηκε ακόμα. Θα ήμασταν εκείνο το τραγούδι που δεν θελήσαμε ποτέ να μοιραστούμε. Εκείνο που θα έγραφες για εμάς.
Αν ήμασταν γεύση, θα ήμασταν σανγκρία με τεκίλα. Αταίριαστοι, διαφορετικοί κι όμως τόσο ίδιοι. Γλυκό με πικρό που γίνονται ένα.

Αν ήμασταν ήχος, θα ήμασταν η θάλασσα που σκάει στα βράχια. Εσύ θάλασσα, εγώ αέρας. Κι όταν ενωνόμαστε, κάνουμε το πιο δυνατό κύμα. Κύμα κι οι δυο και σκάμε πάνω στα βράχια. Κύμα κι οι δυο και κανένας βράχος δεν μας σταμάτησε. Γιατί το κύμα και η θάλασσα δεν χώρισαν ποτέ.»

Τρίτη 5 Σεπτεμβρίου 2017

«ΑΚΡΟΝ», του Μιχάλη Κ. Γριβέα – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

«ΑΚΡΟΝ», του Μιχάλη Κ. Γριβέα – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη
Εκδόσεις: Ιωλκός
Σελίδες: 512
Τιμή: 14,40 €

          Κάποιες φορές συνειδητοποιείς ότι το βιβλίο που κρατάς στα χέρια σου, και του οποίου μόλις ξεκινάς την ανάγνωση, δεν είναι ένα απλό μυθιστόρημα, έστω και ιστορικό, αλλά ένα ξεχωριστό δείγμα της εμπνευσμένης ελληνικής λογοτεχνίας, εκείνης που έχει αφήσει θαυμαστά δείγματα κατά καιρούς, τα οποία κοσμούν και θα κοσμούν για πολλά χρόνια τις βιβλιοθήκες των φιλαναγνωστών. Εννοείται πως αυτό το καταλαβαίνεις από την πρώτη κιόλας σελίδα, για να μην πω από την πρώτη παράγραφο, καθώς η τέχνη του λόγου και η έμπνευση του ποιοτικού συγγραφέα δεν κρύβονται αλλά είναι πασιφανή και απόλυτα αισθητά ευθύς εξαρχής. Αυτό ακριβώς μου συνέβη μόλις πήρα στα χέρια μου το νέο, εξαιρετικό, και τώρα πια αλησμόνητο, μυθιστόρημα του Μιχάλη Γριβέα, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ιωλκός με τίτλο «Άκρον». Αφού θαύμασα το υπέροχο, επιβλητικό μέσα στην λιτότητά του, εξώφυλλο, με το πανέμορφο μαύρο άτι και διάβασα την υπόθεση στο οπισθόφυλλο, η οποία με προϊδέασε για το τι περίπου θα διαβάσω, άρχισα την ανάγνωση. Από την πρώτη κιόλας αράδα συνειδητοποίησα ότι κρατούσα στα χέρια μου ένα ξεχωριστό δείγμα της αξιόλογης νέας ελληνικής λογοτεχνίας, γραμμένο όμως σύμφωνα με το στυλ και την υπέροχη, προσεγμένη γλώσσα των μεγάλων μας λογοτεχνών. Η μαγεία ξεκίνησε κι εγώ παραδόθηκα άνευ όρων σε ένα ανάγνωσμα από αυτά που "κυριεύουν" όχι μόνο τα μάτια, την προσοχή και τον χρόνο του αναγνώστη, αλλά το μυαλό και την ψυχή του και μένουν για πάντα εκεί, σε μια περίοπτη θέση.  
          Η ιστορία μας ξεκινά με τον πιο απρόσμενο τρόπο: το 1880 στο νοτιότερο σημείο της Λακωνικής Μάνης, με την "αφύσικη" συνομιλία του νεαρού Λια με το φάντασμα του νεκρού πατέρα του, Νίκανδρου Στίλβα, πάνω από τον τάφο του στο κοιμητήριο του χωριού Άκρον, όταν πια το σκοτάδι έχει πέσει και οι θρύλοι, οι φόβοι και οι δεισιδαιμονίες έχουν πάρει τη σκυτάλη από την ημέρα που έσβησε. Με αυτό το υποβλητικό ξεκίνημα ο συγγραφέας μάς συμπαρασύρει σε μια περιήγηση δύο ολόκληρων αιώνων Ελληνικής Ιστορίας της χώρας μας, από την εξέγερση του Ελληνικού έθνους το 1821 μέχρι και τα τωρινά χρόνια που διανύουμε, τις δύσκολες εποχές της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης. Ο δεκαεξάχρονος Ηλίας, ως γνήσιος εγγονός του ήρωα του Ελληνικού ξεσηκωμού, του παππού του Πέτρου Στίλβα, προσπαθεί να βρει έναν τρόπο να προστατέψει την οικογένειά του ως ο μεγαλύτερος απόγονος, μετά τον πρόωρο θάνατο του πατέρα του, από τον παραδόπιστο Τσακαλέα, έναν αδίστακτο τοκογλύφο ο οποίος, εκμεταλλευόμενος την άγνοια των υπολοίπων μελών της οικογένειας του μακαρίτη, προσπαθεί να αρπάξει την διόλου ευκαταφρόνητη περιουσία τους, μαζί με τον πέτρινο πύργο τους όπου διαμένουν, προφασιζόμενος χρέος από ένα δάνειο που ο νεκρός δεν αποπλήρωσε. Όμως, ο θερμόαιμος νεαρός γιος του Νίκανδρου Στίλβα γνωρίζει πολύ καλά πως το δάνειο ο πατέρας του το αποπλήρωσε και με το παραπάνω και μετά το γιόρτασε αναλόγως, αλλά δυστυχώς οι αποδείξεις που εκείνος κρατούσε είναι άγνωστο πού βρίσκονται. Πάνω στην απελπισία του, επισκέπτεται κάθε σούρουπο το νεκροταφείο και τον τάφο του πατέρα του προσπαθώντας το αδιανόητο, να επικοινωνήσει δηλαδή με κάποιο τρόπο με τον νεκρό ώστε να ζητήσει την βοήθειά του. Αυτό το υπερφυσικό και "σκοτεινό" ξεκίνημα θα γίνει το έναυσμα πολλών περιπετειών της μανιάτικης οικογένειας του Νίκανδρου και της Γαλάτειας Στίλβα και των απογόνων τους στο πέρασμα του χρόνου, αλλά και της πειραιώτικης οικογένειας του Κυριάκου και της Πηνελόπης Γαλανού, καθώς διασταυρώνονται οι πορείες των δύο οικογενειών εξαιτίας του διαχρονικού και ασίγαστου έρωτα του Άγι Στίλβα και της Ρουμπίνης Γαλανού.
Ο προσωπικός "ξεναγός" μας σε αυτή την συγκλονιστική, λογοτεχνική περιπλάνηση, είναι από την μία ο Άγις, ένας άνθρωπος δυναμικός, μαχητής έως τέλους, με αξιοσημείωτη στρατιωτική καριέρα ως αξιωματικός του ιππικού και με συμμετοχή σε έξι πολέμους, στους οποίους ενεπλάκη η Ελλάδα με τον έναν ή τον άλλο τρόπο και, από την άλλη, η τρυφερή, πανέμορφη Ρουμπίνη που γνωρίζει ως νοσοκόμα τον τραυματισμένο Άγι. Έναν ήρωα που, παρά την μακρόχρονη στρατιωτική θητεία του, έχει ευγενικά αισθήματα, συναισθάνεται τις αδυναμίες και τους φόβους των γύρω του, ερωτεύεται με πάθος και μία μόνο φορά στη ζωή του και κυνηγά το όνειρό του για να ενωθεί για πάντα με τον "άγγελό" του, την μοναδική Ρουμπίνη, με ασίγαστη επιμονή, υπομονή και κουράγιο. Ο Άγις Στίλβας θα μπορούσε να παρομοιαστεί με το ίδιο το ελληνικό έθνος, καθώς διαθέτει την αστείρευτη δύναμη ψυχής, το πανάρχαιο ιστορικό παρελθόν, το κουράγιο, τη γενναιότητα, την αυτοθυσία και το πάθος για την ζωή αλλά και την αγάπη για την πατρίδα του, όπως συμβαίνει και με την Ελληνική φυλή ανά τους αιώνες. Μπορεί να δέχεται συνεχή πλήγματα, χτυπήματα απρόσμενα και ύπουλα, προδοσίες και απερισκεψίες, μοιραία ή σκόπιμα σφάλματα και λανθασμένες επιλογές των εκάστοτε κυβερνώντων, αλλά πάντοτε βρίσκει εκ νέου το κουράγιο, τη γενναιότητα και την δύναμη να σηκωθεί, να σταθεί ξανά στα πόδια του και να διεκδικήσει το δίκιο του.
Το «Άκρον», του εξαίρετου λογοτέχνη Μιχάλη Γριβέα, είναι ένα από εκείνα τα μυθιστορήματα που κρύβουν μεγάλη ιστορική έρευνα στο παρασκήνιο, ευρηματική έμπνευση ώστε να συνυφανθούν αρμονικά ακριβή γεγονότα και μυθοπλασία, μια εξαιρετική χρήση της πλούσιας ελληνικής γλώσσας, ήρωες που νιώθεις πως τους έχεις γνωρίσει από κοντά και αγαπήσει, με όλα τα τρωτά τους σημεία, τις αδυναμίες αλλά και τα σπάνια χαρίσματά τους, και μία αξιοθαύμαστη ικανότητα δημιουργίας ολοζώντανων εικόνων και έντονων συναισθημάτων, εν τέλει μια ανεπανάληπτη αναγνωστική εμπειρία που χαράσσεται στο μυαλό για πάντα! Πολλά και θερμά συγχαρητήρια στον αγαπητό συγγραφέα για το αριστουργηματικό βιβλίο του, το οποίο και σας προτείνω ανεπιφύλακτα να διαβάσετε, Φίλοι μου!

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Ο χρόνος παιχνιδίζει συστρέφοντας κι επιμηκύνοντας την ιστορία της νεότερης Ελλάδας, ξεκινώντας με την απελευθέρωσή της από τους Τούρκους και φτάνοντας στο επέκεινα του 21ου αιώνα.

Άκρον: φανταστικό χωριό στο νοτιότερο κάβο της Μάνης, άκρον του πελάγους της γης και τ’ ουρανού.

Άγις: αξιωματικός του ιππικού, μαχητής έξι πολέμων, από τους Βαλκανικούς ως το 1940-41.

Ρουμπίνη: πανέμορφος άγγελος του έρωτα και του λαού.

Αντισυμβατική ιστορία πολέμων, ερώτων, αιχμαλωσιών, επαναστάσεων, που υπερβαίνει την πεζή πραγματικότητα. Οι ήρωες συνομιλούν με φαντάσματα και τα γεγονότα μπερδεύονται με μεταφυσικά οράματα. Το κραχ του 1932 μπλέκεται με την οικονομική κρίση του 2011 και η δικτατορία του Μεταξά αγκαλιάζεται με τη χούντα του Παπαδόπουλου. Ο πατριωτισμός και η αριστερά σμίγουν, σ’ ένα εκρηκτικό μίγμα, κυοφορώντας την Ελληνικότητα του μέλλοντος.


Στο απρόσμενο τέλος η ιστορική αλήθεια χορεύει ταγκό με την προφητεία για το πεπρωμένο της Ελλάδας που έρχεται...»

Κυριακή 3 Σεπτεμβρίου 2017

«ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΛΕΜΟΝΙΕΣ», της Nadia Marks – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

«ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΛΕΜΟΝΙΕΣ», της Nadia Marks – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη
Εκδόσεις: Κλειδάριθμος
Σελίδες: 352
Τιμή: 13,95 €

          Υπάρχει, αλήθεια, σε μια ερωτική σχέση το "για πάντα μαζί"; Μπορεί ένας γάμος να είναι τόσο απόλυτα ταιριαστός, "ανέφελος" και ευτυχισμένος, ώστε να διαρκέσει για πάντα χωρίς ποτέ να κλυδωνιστεί; Είναι πράγματι όλοι οι άνθρωποι, ακόμα και οι πιο οικείοι μας, αυτό ακριβώς που μας παρουσιάζουν χωρίς να κρύβουν κανένα ανομολόγητο μυστικό, καμία κρυφή ιστορία, ή μήπως εμείς βιαζόμαστε να βγάλουμε συμπεράσματα και να τους κατηγοριοποιήσουμε ανάλογα με όσα βλέπουμε σε μια δεδομένη χρονική στιγμή; Και αν όλα όσα ξέραμε για τους δικούς μας ανθρώπους αποδειχθούν αποσπασματικά, ανακριβή και ψεύτικα ή εσκεμμένα καλυμμένα, θα έχουμε το θάρρος να αντικρίσουμε την αλήθεια κατάματα και να τους αποδεχτούμε όπως πραγματικά είναι, αφού ούτε κι εμείς είμαστε τέλειοι; Το νέο εξαιρετικό μυθιστόρημα «Ανάμεσα Στις Λεμονιές», το πρώτο της Nadia Marks από τις αγαπημένες εκδόσεις Κλειδάριθμος, επιχειρεί να απαντήσει σε όλα τα παραπάνω που κατά καιρούς έχουν απασχολήσει τον καθένα από εμάς.
Με μία ευρηματική μυθοπλασία η συγγραφέας μάς ταξιδεύει από την βροχερή και, συνήθως, συννεφιασμένη και ψυχρή Αγγλία σε ένα ηλιόλουστο και θερμό, μικρό ελληνικό νησί του πρόσφατου παρελθόντος και του παρόντος και, από εκεί, στην σχεδόν ολοκληρωτικά κατεστραμμένη Νάπολη του τέλους του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η ηρωίδα μας η Άννα, με καταγωγή από εκείνο το μικρό ελληνικό νησί και με την καλλιτεχνική φύση της ζωγράφου, ζει με τον άντρα της Μαξ και τα δύο παιδιά της, την Κλόι και τον Άλεξ, στην Αγγλία. Η ζωή της, αν εξαιρέσεις τον πρόωρο θάνατο της Ιταλίδας μητέρας της, Ροζάρια, έχει υπάρξει πολύ καλή μαζί της. Είναι ακόμα ερωτευμένη με τον άντρα της, έχει δύο αξιολάτρευτα παιδιά στην εφηβεία και τον αγαπημένο πατέρα της, ο οποίος μένει επίσης στο Λονδίνο, και οι μόνες της έγνοιες είναι οι συνηθισμένες, καθημερινές που αντιμετωπίζουμε όλοι μας. Μέχρι που ο λατρεμένος της Μαξ παθαίνει ξαφνικά ένα έμφραγμα, το οποίο αλλάζει άρδην την αρμονία και την ηρεμία στον μικρόκοσμο της Άννας. Ο άντρας της το θεωρεί μία αδικαιολόγητη αποτυχία στην κατά τα άλλα τέλεια ζωή του και θέλοντας να επιβεβαιώσει τον ανδρισμό του και την επάνοδό του στον κόσμο των υγιών και καλοδιατηρημένων μεσηλίκων, συνάπτει εξωσυζυγική σχέση με μία συνάδελφό του, επίσης ακαδημαϊκό. Φτάνει δε στο σημείο να ζητήσει από την Άννα να χωρίσουν κι εκείνη, μην έχοντας έως τότε υποψιαστεί κάτι, θεωρεί πως κατέρρευσε ολόκληρο το σύμπαν της. Η πρόταση του πατέρα της να τον συνοδέψει κατά την επιστροφή του για διακοπές στην γενέτειρά του έρχεται σαν "από μηχανής θεός" για την απογοητευμένη Άννα, που δέχεται χωρίς δεύτερη σκέψη να επιστρέψει μαζί με τον πατέρα της στο μέρος όπου έχει περάσει όλα τα καλοκαίρια της ανέμελης παιδικής και εφηβικής ζωής της. Οι διακοπές αυτές, όμως, θα ανατρέψουν ακόμα περισσότερο τον ήδη κλυδωνισμένο κόσμο της ηρωίδας μας, καθώς θα ανακαλύψει ανομολόγητα μυστικά για την οικογένειά της και το παρελθόν του πατέρα της και θα βιώσει τον κεραυνοβόλο έρωτα με έναν άγνωστο, όπως δεν πίστευε ποτέ ότι θα μπορούσε.
Η συγγραφέας Nadia Marks μας παρασύρει σε ένα μαγευτικό ταξίδι μέσα από τις σελίδες του εξαιρετικού αυτού πρώτου μυθιστορήματός της, όπου περιπλανιόμαστε μαζί με την "μπερδεμένη" Άννα στις ομορφιές της νησιώτικης Ελλάδας του παρόντος αλλά και στις τραγικές μέρες που βίωσαν οι άνθρωποι του νησιού της κατά την Κατοχή στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Βλέπει, μέσα από τα παλιά κιτρινισμένα γράμματα που ανακαλύπτει στο μπαούλο της αγαπημένης της θείας Ουρανίας, έναν τραγικό και καταδικασμένο έρωτα δύο νέων παιδιών από αυτούς που στιγματίζουν για πάντα τους ανθρώπους και σφραγίζουν την μοίρα τους. Συνειδητοποιεί ότι οι άνθρωποι μπορούν να αγαπήσουν δυνατά και αληθινά περισσότερους από έναν ανθρώπους, χωρίς να προδίδουν στην ουσία κανέναν από αυτούς, αφού η αγάπη όταν δίνεται απλόχερα και ειλικρινά πολλαπλασιάζεται. Καταλαβαίνει ότι κάποιες φορές οι συνθήκες, οι κοινωνικές και θρησκευτικές προσταγές μπορεί να αδικήσουν μια μεγάλη αγάπη ως "απαγορευμένη" και κατακριτέα, ενώ στην ουσία δεν υπάρχει ποτέ τέτοιου είδους αγάπη. Μαθαίνει επτασφράγιστα, παλιά μυστικά για την ιστορία της Ναπολιτάνας μητέρας της και βεβαιώνεται πως, κάποιες φορές, για να επικρατήσει το δίκαιο πρέπει να διαπράξουμε κάποιες μικρότερες αλλά απαραίτητες αδικίες. Τέλος, μαθαίνει ότι η ελληνική γλώσσα με τις τέσσερις λέξεις της που εκφράζουν την αγάπη σε κάθε της μορφή, όπως η αγάπη, ο έρωτας, η φιλία και η στοργή, μπορεί να είναι τόσο πλούσια και μοναδική ώστε να δημιουργήσει άτυπα και μία πέμπτη λέξη που να περιγράφει την αγάπη για την ελευθερία και την ανεξαρτησία του ατόμου! Το μυθιστόρημα «Ανάμεσα Στις Λεμονιές» είναι ένα υπέροχο βιβλίο, τρυφερό, ταξιδιάρικο, διαχρονικό και νοσταλγικό, το οποίο θα μείνει στην μνήμη σας ανεξίτηλο σαν ένα φωτεινό, ζεστό και μυρωμένο, καλοκαιρινό απομεσήμερο μέσα σε έναν κήπο γεμάτο λεμονιές! Διαβάστε το, Φίλοι μου!   

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Μια ιστορία για τον έρωτα και την αγάπη με φόντο το γαλάζιο του Αιγαίου
Η Άννα πίστευε ότι θα ζούσε με τον Μαξ για πάντα. Έτσι, όταν ο γάμος της κλονίζεται, όλος της ο κόσμος καταρρέει. Θέλοντας να μείνει για λίγο μόνη, δέχεται την πρόταση του πατέρα της ν’ αφήσει την Αγγλία και να περάσει μαζί του το καλοκαίρι στο μικρό νησί του Αιγαίου απ’ όπου κατάγεται.
Εκεί, όμως, θ’ ανακαλύψει τυχαία κάποια παλιά γράμματα της θείας της που θα φέρουν στο φως έναν χείμαρρο οικογενειακών μυστικών, καλά κρυμμένων για πάνω από εξήντα χρόνια, και θ’ αποκαλύψουν μια συνταρακτική ιστορία που ξεκινάει από την Ελλάδα στις αρχές του 20ού αιώνα και καταλήγει στη Νάπολη με τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.
Ανάμεσα στις λεμονιές, ανάμεσα στους ήχους, τα χρώματα και τον εκτυφλωτικό ήλιο του ελληνικού καλοκαιριού, η Άννα θα μάθει πράγματα για την οικογένειά της που αγνοούσε. Πράγματα που θα τη λυτρώσουν από το παρελθόν και θα την κάνουν να δει το παρόν και το μέλλον με άλλα μάτια…
Στο πρώτο μυθιστόρημά της η Νάντια Μαρκς αφηγείται με γλαφυρότητα και ζωντάνια μια συγκινητική ιστορία που θα σας μαγέψει.»  

Η Νάντια Μαρκς (με πατρώνυμο Κιτρομηλίδη, από το κιτρόμηλο, δηλαδή το νεράντζι ή «πικρό λεμόνι») γεννήθηκε στην Κύπρο αλλά μεγάλωσε στο Λονδίνο. Πρώην διευθύντρια δημιουργικού και βοηθός αρχισυντάκτη σε κορυφαία γυναικεία περιοδικά της Μεγάλης Βρετανίας, έχει πλέον αφοσιωθεί στη συγγραφή. Είναι μητέρα δύο αγοριών και ζει στο Βόρειο Λονδίνο με τον σύντροφό της Μάικ.


Τετάρτη 30 Αυγούστου 2017

«ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΦΕΓΓΑΡΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ», του Πασκάλ Μπρυκνέρ – Γράφει ο Γιώργος Πανόπουλος

«ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΦΕΓΓΑΡΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ», του Πασκάλ Μπρυκνέρ – Γράφει ο Γιώργος Πανόπουλος
Εκδόσεις: Πατάκη
Σελίδες: 336
Τιμή: 9,30 €

Ένα περίεργο ταξίδι ξεκινά τόσο μεταφορικά όσο και κυριολεκτικά. Τέσσερις ήρωες ανταμώνουν πάνω σε ένα πλοίο για να περάσουν από τη δύση στην ανατολή. Από την μία ο Ντιντιέ και η Μπεατρίς επιζητούν να ανανεώσουν τη σχέση τους με μια εκδρομή στην Ινδία κι από την άλλη ο Φρανς και η Ρεβέκκα διασκεδάζουν την ανία της δικής τους σχέσης. Έτσι δημιουργείται ένα ερωτικό τρίγωνο που παραπαίει από το φλερτ στην ειρωνεία.
Η Ρεβέκκα, έχοντας καταλάβει ότι ο δεσμός του Ντιντιέ και της Μπεατρίς έχει φθαρεί, τον προκαλεί. Όταν εκείνος είναι έτοιμος να ενδώσει εμφανίζεται ο Φρανς και μυστηριωδώς του λέει πως εγκρίνει την ενδεχόμενη παράνομη συνεύρεση αρκεί να ακούσει την ιστορία του. Με αυτό τον τρόπο ο συγγραφέας με τη μέθοδο του εγκιβωτισμού μας μεταφέρει στο μαγευτικό Παρίσι όπου εκτυλίσσεται ο ρομαντικός έρωτας του Φρανς με τη Ρέβεκκα.
Μέσα από μια μεγάλη διαδρομή ο Πασκάλ Μπρυκνέρ θέλησε, ίσως με παράδοξο τρόπο, να καταδείξει την εξύψωση και την ταυτόχρονη εξαθλίωση του έρωτα. Ο έρωτας βρίσκει έρεισμα στον άκρατο ενθουσιασμό του πάθους της  λαγνείας, διέπεται από το φθοροποιό συναίσθημα της ζήλειας και διοχετεύεται στο τελευταίο στάδιο, με τη μεγαλύτερη ορμή στην άσπλαχνη εγκατάλειψη και το αναπόφευκτο μίσος. Σε αυτή την στιγμή βρίσκονται οι ήρωες στο τραγικό ολίσθημα της μοίρας που τους εγκαλεί να αποδείξουν το "σ’ αγαπώ" που μυριάδες φορές έχει ειπωθεί. Τότε είτε οδηγούνται σε ακρότητες, προκειμένου να αναζωπυρώσουν της στάχτη μίας σχέσης, είτε παραμένουν εγκλωβισμένοι στη δύναμη της συνήθειας, που εμπεριέχει τον κατώτερο συμβιβασμό αφού εξευτελίζει κάθε είδους ανθρώπινη επαφή και σχέση.
Σίγουρα δεν είναι ένα βιβλίο που μπορεί να διαβαστεί από όλους αλλά αξίζει να διαβαστεί πολλές φορές. Μέσω μιας τολμηρότατης ιστορίας ο Πασκάλ Μπρυκνέρ αναδεικνύει την υπέρτατη ανάγκη του ανθρώπου να εξαρτάται από κάποιον, την φρικαλέα παρόρμησή του να χτίζει φρούρια τρομοκρατίας για να διατηρήσει τον άνθρωπό του και την εξάντλησή του όταν διαπιστώνει πως κατέστρεψε δυο ανθρώπινες ψυχές. Για τον Μπρυκνέρ ο έρωτας δεν έχει αξία αν δεν φτάσει στο υπέρλαμπρο σημείο κι αν δεν δοκιμάσει όλες τις μορφές του.

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Πώς μπορεί να ξεφύγει κανείς από τη μονοτονία σε µια μακροχρόνια σχέση; Αυτό είναι στην ουσία το ερώτημα που θέτουν οι ήρωες του εμβληματικού μυθιστορήματος του Πασκάλ Μπρυκνέρ, πάνω στο πλοίο που θα τους οδηγήσει από τη Μασσαλία στην Κωνσταντινούπολη. O Φραντς αφηγείται στον συνταξιδιώτη του Ντιντιέ το χρονικό του ακραίου έρωτά του µε τη γοητευτική και μυστηριώδη Ρεβέκκα, αφήγηση που δε θα αφήσει ανέγγιχτη τη σχέση του Ντιντιέ µε τη δική του σύντροφο, την Μπεατρίς…
Διπλή ιστορία έρωτα και προδοσίας, κεκλεισμένων των θυρών, τα Μαύρα φεγγάρια του έρωτα είναι ένα μεγάλο µυθιστόρηµα για τα όρια αλλά και για τα αδιέξοδα της ιδιωτικής ζωής, όταν εκείνη συντρίβεται υπό το κράτος της ίδιας της ελαφρότητάς της.

"Μία τυχαία συνάντηση που ξεκινάει µε τη δύναµη και την ορµή του πάθους περνάει από όλες τις διαδροµές της λαγνείας και της σαρκικής εξάρτησης... Οι ήρωες του Μπρυκνέρ, ανασφαλείς και παντοδύναμοι ταυτόχρονα, παρασύρουν και άλλους στο προκλητικό και άγριο παιχνίδι τους, θέτοντας μπροστά στα µάτια τους την επιθυμία ως πειρασμό, την αγάπη ως κακόγουστο παιχνίδι και τη συνύπαρξη δύο ανθρώπων ως µία κατάσταση που δεν πρέπει να είναι γαλήνια και στατική. Μήπως χωρίς τη σκοτεινή πλευρά δεν υπάρχει ερωτικό πάθος;" Το κουτί της Πανδώρας»

Κυριακή 20 Αυγούστου 2017

«ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΓΛΑΡΩΝ», της Μαρίας Καραγιάννη – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

«ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΓΛΑΡΩΝ», της Μαρίας Καραγιάννη – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη
Εκδόσεις: Κλειδάριθμος
Σελίδες: 400
Τιμή: 14,94 €

          Κάποιες φορές δεν χρειάζεται να γνωρίζεις το πρότερο συγγραφικό έργο ενός συγγραφέα ή να έχεις συστάσεις για κάποιο πόνημά του από άλλους αναγνώστες, ώστε να πειστείς να διαβάσεις ένα συγκεκριμένο βιβλίο του το οποίο θα έρθει στα χέρια σου. Απλά κοιτάζεις το εξώφυλλο θαυμάζοντας την λιτότητα και την υποβλητική ατμόσφαιρα που αυτό αποπνέει, διαβάζεις την υπόθεση στο οπισθόφυλλο για να "εισέλθεις" κάπως στο πνεύμα και την πλοκή του βιβλίου και αφήνεσαι στο νέο, πολλά υποσχόμενο, αναγνωστικό σου ταξίδι. Στην περίπτωση του τελευταίου βιβλίου της κ. Καραγιάννη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος με τίτλο «Το Σπίτι Των Γλάρων», μου συνέβη αυτό ακριβώς και, ειλικρινά, απόλαυσα κάθε στιγμή αυτής της αλησμόνητης, ξεχωριστής αναγνωστικής εμπειρίας.   
Ένα μυθιστόρημα με πολλά γνωστά ή άγνωστα στοιχεία της σχετικά σύγχρονης ιταλικής πραγματικότητας, από τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο και μετά, συνδυασμένα άψογα με μία ευρηματική μυθοπλασία ντυμένη με την αίγλη και τον ρομαντισμό παλαιότερων εποχών. Με έντονα στοιχεία σασπένς, μυστηρίου, καταιγιστικής περιπέτειας και γνήσιου αστυνομικού "χαρακτήρα", το δεύτερο μόλις μυθιστόρημα της χαρισματικής συγγραφέως μας ταξιδεύει στην Ρώμη προ μίας εικοσαετίας και κάτι και μας αιχμαλωτίζει στις σελίδες του από την πρώτη έως την τελευταία! Ο ξεναγός μας σε αυτή την μοναδική περιπλάνηση είναι ο μπλοκαρισμένος από έμπνευση συγγραφέας Αντρέ Κολιάν, που έως τότε δέχεται αδιαμαρτύρητα την μοίρα του αποτυχημένου λογοτέχνη, ο οποίος στερείται του απαιτούμενου συγγραφικού οίστρου ώστε να συγγράψει εκείνο το βιβλίο το οποίο θα του χαρίσει μια αξιοζήλευτη θέση στο συγγραφικό πάνθεον και στην αιωνιότητα των Γραμμάτων. Το τέλμα της συγγραφικής του πορείας, αλλά και ολόκληρης της έως τότε ανούσιας ζωής του, θα έρθει να ταράξει μία ιδιόχειρη επιστολή και μια πρόσκληση τυπωμένη σε περγαμηνή, μέσα σε έναν φάκελο σφραγισμένο με βουλοκέρι από την άγνωστή του θαυμάστρια και φανατική αναγνώστρια τού, ομολογουμένως, αποτυχημένου έργου του, Λουκία Ρόσα, η οποία τον προσκαλεί να επισκεφτεί την γκαλερί Ντόρια Παμφίλι και να αναζητήσει το έκθεμα Νο: 33…  
Ο Αντρέ, αφού αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στη λογική και την περιέργεια για την τόσο ασυνήθιστη αυτή πρωτοβουλία μιας παντελώς άγνωστής του γυναίκας, αποφασίζει να ρισκάρει μία επίσκεψη στην εν λόγω γκαλερί ώστε να δει ο ίδιος περί τίνος πρόκειται. Ο πίνακας που θα αντικρίσει με το περίεργο, συμβολικό όνομα καθώς και η καλλιτέχνιδα που τον φιλοτέχνησε θα γίνουν η αφορμή για να "ταξιδέψει" ο συγγραφέας στο μακρινό παρελθόν του, σε αναμνήσεις τόσο τρυφερές αλλά και τόσο επώδυνες ταυτόχρονα, που θα τον ταρακουνήσουν συθέμελα και θα τον "ανασύρουν" από το μακροχρόνιο τέλμα και την στείρα έμπνευσή του. Συνοδοιπόρος και συμπαραστάτρια σε αυτή την τιτάνια προσπάθεια του συγγραφέα να βρει τα ίχνη που οδηγούν στην αποκάλυψη παλαιών, καλά κρυμμένων μυστικών, δολοπλοκιών, συνωμοσιών, πλεκτανών, τρομοκρατίας και αδίστακτων, στυγερών εγκλημάτων, θα είναι η πρώην σύντροφός του, αστυνόμος Νόρα Τερεντίνο. Μαζί θα ξεκινήσουν μία δύσκολη και με πολλά εμπόδια έρευνα προσπαθώντας να βρουν την σύνδεση του πίνακα της Βερόνικα Πολάκ και της πρώτης πλατωνικής αγάπης του Αντρέ, της Εμμέλια Σόρντι, μοναχοκόρης ενός από τους πλουσιότερους και ισχυρότερους ανθρώπους της μεταπολεμικής Ιταλίας.  
Μέσα από τις σελίδες του έξοχου αυτού μυθιστορήματος θα γνωρίσουμε τις σαθρές και βρώμικες βάσεις πάνω στις οποίες οικοδομήθηκαν οικονομικοί και πολιτικοί κολοσσοί των τελευταίων δεκαετιών στην Ιταλία, θα δούμε πως η εξουσία και η δύναμη είναι συχνά συνυφασμένες και απόλυτα εξαρτημένες από την συνθηκολόγηση με πολύ "σκοτεινά" συμφέροντα και οργανώσεις που δρουν μυστικά και έχουν απλωμένα τα πλοκάμια τους παντού, όπως η επικίνδυνη Μασονία, θα διαπιστώσουμε ότι στον βωμό του χρήματος, της εξουσίας και των αρρωστημένων παθών μπορούν να θυσιαστούν οι αγνότερες των προθέσεων αλλά και τα πιο αθώα και ανυποψίαστα θύματα, ενώ θα συνειδητοποιήσουμε πως όσο και αν πασχίζει μια κοινωνία και ένα κατεστημένο να κρύψει τις ραδιουργίες, τις συνωμοσίες και τις πλεκτάνες που το κρατάνε καλά αγκιστρωμένο στα πόστα της εξουσίας, στο τέλος, η "δυσωδία" όλων αυτών των εγκλημάτων θα βρει τον τρόπο να φτάσει στις ευαίσθητες, ορθάνοιχτες "μύτες" που θα ενοχληθούν, που δεν θα σκύψουν το κεφάλι και θα απαιτήσουν δικαιοσύνη και δικαίωση για κάθε διαπραχθείσα αδικία. «Το Σπίτι Των Γλάρων» είναι ένα από εκείνα τα εξαιρετικά μυθιστορήματα που καθηλώνει τον αναγνώστη, τον συγκινεί, τον αναγκάζει να συμπάσχει με τους ήρωες σε κάθε πάθημα και κάθε αγωνία τους και, τέλος, αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση καθώς η ανάγνωσή του τελείωσε απογοητευτικά… γρήγορα! Πολλά και θερμά συγχαρητήρια στην συγγραφέα και σας προτείνω να το διαβάσετε, Φίλοι μου!  

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Μια καταιγιστική ιστορία μυστηρίου όπου η διαφθορά, η βία και η κατάχρηση εξουσίας συγκρούονται με την έμπνευση και τον παντοτινό έρωτα

Μια παράξενη πρόσκληση σε μια γκαλερί οδηγεί έναν συγγραφέα στα χνάρια της Εμμέλια, του νεανικού του έρωτα, και τότε θα πέσει στα χέρια του ένα σημείωμά της:
Τυρρηνική θάλασσα, νήσος Πόντζα, 30-6-1979.

Κάποτε είχα ακούσει τον πατέρα μου να λέει πως τίποτε δεν κρατάει για πάντα στη ζωή. Τίποτε... εκτός από τις τύψεις. Έπρεπε να περάσουν χρόνια ολόκληρα μέχρι να καταλάβω το νόημα εκείνων των λέξεων... Κανείς δεν μπορεί να εκτιμήσει την αξία της ζωής, ώσπου να νιώσει τη βρομερή ανάσα του θανάτου να ψιθυρίζει το όνομά του. Δεν φοβάμαι πια, μαμά. Το μόνο που αισθάνομαι είναι κούραση και μια γλυκιά προσμονή πως πολύ σύντομα τα φαντάσματα που στοίχειωσαν τη νιότη μου θα με αφήσουν επιτέλους ελεύθερη. Το όνομά μου είναι Εμμέλια, κι όταν θα διαβάζετε αυτές τις γραμμές θα είμαι ήδη νεκρή.

Αυτοκτονία ή δολοφονία; Δεκαπέντε χρόνια μετά τον θάνατο της Εμμέλια, κόρης του πανίσχυρου βιομήχανου Φραντσέσκο Σόρντι, ένας συγγραφέας και μία αστυνόμος αναζητούν την απάντηση.

Με σαγηνευτική γραφή η χαρισματική συγγραφέας πλέκει ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα με φόντο τις πιο σκοτεινές σελίδες της πρόσφατης Ιστορίας της Ιταλίας...»