Ταξίδια Μέσα Από Τη Λογοτεχνία!

Η Λογοτεχνία είναι για μένα ένα «παράθυρο» σ' έναν μαγικό κόσμο. Κάθε βιβλίο μάς ταξιδεύει σε κόσμους πραγματικούς ή φανταστικούς, τωρινούς, μελλοντικούς ή παρελθοντικούς. Ένα είναι το μόνο σίγουρο, κάθε βιβλίο που μας ενθουσιάζει, μας εντυπωσιάζει ή μας μαγεύει θέλουμε να το μοιραστούμε με άλλους φίλους-αναγνώστες. Έτσι κι εγώ, θέλω να μοιραστώ μαζί σας όσα βιβλία με ενθουσίασαν και με «γέμισαν» με πρωτόγνωρες ιδέες, εικόνες και συναισθήματα. Σαφώς και η άποψη του κάθε αναγνώστη είναι μοναδική και ένα βιβλίο που εμείς λατρέψαμε μπορεί κάποιος άλλος να το αντιπάθησε ή ακόμα και να το μίσησε... Μέσα από αυτήν την οπτική θεωρώ φρόνιμο να μη σχολιάζω όσα βιβλία δεν με εντυπωσίασαν ή με άφησαν αδιάφορη, διότι η άποψή μου είναι απολύτως υποκειμενική. Δεν θα ήθελα να προκαταλάβω αρνητικά κανέναν αναγνώστη, αποτρέποντάς τον από το να διαβάσει ένα βιβλίο το οποίο, ενδεχομένως, να τον ενθουσιάσει. Κάθε βιβλίο απαιτεί το κατάλληλο περιβάλλον, το υπόβαθρο και την ανάλογη διάθεση για να εκτιμηθεί, οπότε καλό θα είναι να μην απορρίπτουμε ποτέ τίποτα. Η έκφραση και αποτύπωση της δικής μου γνώμης για κάθε βιβλίο -αλλά και των απόψεων και σχολιασμών άλλων φίλων-συγγραφέων-αναγνωστών, που αναγράφονται στη σχετική κατηγορία-, έχουν ως μοναδικό σκοπό να εκφράσουν τον θαυμασμό μας για ορισμένα βιβλία που θεωρούμε άξια λόγου και θέλουμε να γίνουν ευρέως γνωστά, βοηθώντας έτσι τους αναγνώστες στην επιλογή του επόμενου βιβλίου που θα διαβάσουν. Πάντοτε με το μεγαλύτερο σεβασμό και θαυμασμό για όλους τους συγγραφείς, που μέσα από τις σελίδες των βιβλίων τους μας «ταξιδεύουν» μακριά από την εκάστοτε πραγματικότητα ή μας βοηθούν να την κατανοήσουμε καλύτερα, αλλά σε κάθε περίπτωση στολίζουν την ψυχή μας, οφείλω ένα μεγάλο ευχαριστώ!

Κλειώ Ισιδ. Τσαλαπάτη

Τετάρτη 7 Μαρτίου 2018

Προδημοσίευση: «ΕΥΤΟΠΙΑ 1 – Τα Χρόνια Του Μανιφέστου», της Άννης Παπαθεοδώρου – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

Προδημοσίευση: «ΕΥΤΟΠΙΑ 1 – Τα Χρόνια Του Μανιφέστου», της Άννης Παπαθεοδώρου – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη
Εκδόσεις: Άνεμος
Σελίδες: 484

Η φαντασία στη λογοτεχνία, επιστημονική, τρόμου ή μεταφυσική, πάντα μου κέντριζε το ενδιαφέρον. Τα τελευταία χρόνια τα σκοτεινά, αιμοδιψή πλάσματα της νύχτας και τα εξωγήινα όντα με τα υπερσύγχρονα διαγαλαξιακά διαστημόπλοια, έχουν αντικατασταθεί από τα μυθιστορήματα φαντασίας με ήρωες συνηθισμένους ανθρώπους που τοποθετούνται σε ένα δυσοίωνο μέλλον, γι’ αυτό ακριβώς και αποκαλούνται "δυστοπικά". Ο κόσμος, και ειδικότερα ο πλανήτης μας, φαίνεται να πλησιάζει ένα σημείο καμπής, από όπου δεν διαφαίνεται καμία σωτηρία. Το περιβάλλον μας εκδικείται με το δίκιο του για την ασυλλόγιστη "κακοποίηση" αιώνων, η ανθρώπινη φύση φαίνεται να έχει χάσει την ανθρωπιά της και τα πάντα θυσιάζονται στον βωμό του κέρδους και της ισχυροποίησης της πλουτοκρατίας. Οι ελάχιστες επαναστατημένες "φωνές", που δείχνουν να συνειδητοποιούν τις δυσοίωνες αυτές εξελίξεις, χάνονται μέσα στα άβουλα πλήθη που παρουσιάζουν τάσεις "ρομποτοποίησης", ενώ η τεχνολογία με τα φανταχτερά κινητά που μοιάζουν φυσική προέκταση των χεριών των περισσοτέρων από εμάς, αλλά και τόσα άλλα gadgets που ανακαλύπτονται συνεχώς, φαίνεται να έχει χάσει τον ρόλο του υπηρέτη μας και πιθανότατα έχει σκόπιμα μετατρέψει τους περισσότερους ανθρώπους σε δικούς της υπηρέτες. Το χειρότερο, ίσως, όλων είναι ότι ο άνθρωπος θεωρείται πλέον ένα ακόμα "αναλώσιμο" ανάμεσα σε τόσους άλλους πόρους, που συχνά προτιμάται να "θυσιαστεί", ώστε να μειωθεί το κόστος ευκαιρίας της απόκτησης άλλων πιο απαραίτητων πόρων, από όσους έχουν την ισχύ να κρατούν την ανθρώπινη μοίρα στα χέρια τους.     
Τί θα συνέβαινε όμως, εάν δεν μιλούσαμε πλέον για "δυστοπία" αλλά για "ευτοπία"; Μήπως θα είχαμε άραγε περισσότερες ελπίδες να ανατρέψουμε τις δυσοίωνες προβλέψεις για το μέλλον, μετατρέποντας τον άνθρωπο από ένα άβουλο "αναλώσιμο" σε έναν επαναστάτη με πρωτοβουλία και θέληση για ανατροπή του τυραννικού κατεστημένου; Το νέο, εξαιρετικά πρωτότυπο και οδυνηρά αληθινό μυθιστόρημα της Άννης Παπαθεοδώρου, που κυκλοφορεί από την αγαπημένη Άνεμος Εκδοτική με τον εύγλωττο τίτλο «Ευτοπία – Τα Χρόνια Του Μανιφέστου» και αποτελεί το πρώτο μέρος της αντίστοιχης τριλογίας, έρχεται να μας παρουσιάσει μια άλλη εκδοχή στη λογοτεχνία του φανταστικού: αυτήν που μοιάζει τρομαχτικά με την πραγματικότητα που βιώνουμε καθημερινά και είναι, ίσως, πιθανότερη να συμβεί. Με γραφή σύγχρονη, λιτή και καθηλωτική η συγγραφέας, κάνοντας μία λεπτομερή "ανατομία" στις παθογένειες της ανθρώπινης κοινωνίας παγκοσμίως, μας παρασύρει μέσα στη δική της εκδοχή του μέλλοντος που μας περιμένει, μια εκδοχή που φαντάζει περισσότερο πιθανή ακριβώς διότι είναι βασισμένη σε όλα όσα βλέπουμε γύρω μας και όσα βιώνουμε τα τελευταία χρόνια. Ευχαριστώ θερμά τις εκδόσεις Άνεμος για την αποκλειστική παραχώρηση του ακόλουθου αποσπάσματος, εύχομαι ολόψυχα καλή επιτυχία στο έργο της συγγραφέως και σας προσκαλώ να διαβάσετε το απόσπασμα της «Ευτοπίας» ώστε να πάρετε κι εσείς μια πρώτη γεύση από ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα το οποίο αξίζει να γνωρίσετε!

Απόσπασμα «ΕΥΤΟΠΙΑ 1 – Τα Χρόνια Του Μανιφέστου»:

Η τηλεόραση, που βρισκόταν σε κάθε σπίτι, βομβάρδιζε τους πάντες με εικόνες καταστροφής. Μετανάστες και πρόσφυγες εξαθλιωμένοι, που πεινούσαν και σφάζονταν μεταξύ τους. Καθημερινές αυτοκτονίες για οικονομικούς λόγους, αλλά και εγκλήματα, ληστείες, τρομοκρατικές πράξεις, δολοφονίες. Απ’ την άλλη, απειλές από γειτονικές χώρες και πολεμικές διαθέσεις. Αλλά και τεράστια κλιματική αλλαγή. Παγετώνες σε μέρη όπου δεν είχαν ξαναεμφανιστεί, βροχές και πλημμύρες με πολλά για τον 21ο αιώνα θύματα. Καύσωνες και ξηρασίες. Η στάθμη της θάλασσας που ανέβαινε, οι πάγοι των πόλων που έλιωναν. Η μόλυνση του περιβάλλοντος και οι ρύποι σε μη αποδεκτά επίπεδα. Νέες ασθένειες που θέριζαν, αλλά και παλιές που είχαν εκλείψει κι έκαναν θριαμβευτικά την επανεμφάνισή τους.
Η κατάσταση που ζούσαμε ήταν, με όλη τη σημασία της λέξης, τραγική. Οι άνθρωποι ήταν σε απόγνωση και στα όρια της απελπισίας. Ο κόσμος όδευε με μαθηματική ακρίβεια στην καταστροφή. Δεν χρειαζόταν να είσαι ιδιαίτερα έξυπνος για να το δεις. Παντού υπήρχε διάχυτος ο φόβος. Είχε φωλιάσει σε όλους ένας γενικός φόβος, για όλους και για όλα. Φόβος για την οικονομική κρίση, φόβος για τη φτώχεια, φόβος για την ανεργία, φόβος για τους τρομοκράτες, φόβος για τον πόλεμο, φόβος για τους μετανάστες, φόβος για τις αρρώστιες, φόβος για τη βροχή, φόβος για τους σεισμούς, φόβος για τους γιατρούς, φόβος για τους ανθρώπους, φόβος για τον φόβο. Ήταν σαν ο φόβος να ερχόταν σε στρώματα. Πρώτα σε κάλυπτε ένα στρώμα και μετά πάνω σ’ αυτό ερχόταν ένα άλλο στρώμα φόβου κι επικαθόταν. Και μετά άλλο και άλλο. Ώσπου στο τέλος δεν ήσουν τίποτε άλλο παρά άπειρα στρώματα φόβου. Μια πανοπλία από στρώματα φόβου, την οποία τίποτα δεν μπορούσε να διαπεράσει. Τίποτα ανθρώπινο. Όλα τα ανθρώπινα έμοιαζαν να έχουν χαθεί.
Τόσο ζοφερό ήταν το κλίμα εκείνη την εποχή. Τόσο ζοφερή ήταν η κατάσταση. Και συνεχώς χειροτέρευε. Οι άνθρωποι κλείνονταν από νωρίς στα σπίτια τους. Το να κυκλοφορείς στον δρόμο νύχτα έγινε σιγά σιγά τόσο επικίνδυνο που σύντομα ήταν απαγορευτικό. Το να πηγαίνεις σε δημόσιους χώρους έγινε επικίνδυνο, λόγω της τρομοκρατίας και της ανεξέλεγκτης βίας που άρχισε να εκδηλώνεται. Ακόμα και στο σπίτι σου δεν ένιωθες πια ασφαλής.
Στην αρχή ξεκίνησε η προσπάθεια ερμηνείας της κατάστασης. Γιατί συμβαίνουν όλα αυτά; Αυτό το γιατί ήταν σε πρώτη ζήτηση. Και από αυτό ξεκίνησαν όλα.
Στην αρχή είπαν ότι φταίει ο υπερπληθυσμός. Η Γη, έλεγαν, δεν μπορεί να θρέψει τα δισεκατομμύρια που την κατοικούν. Ο Μάλθους έγινε ξαφνικά πάλι επίκαιρος. Στον καιρό μου δεν τον ξέραμε τον Μάλθους. Η μάνα έλεγε ότι είχε απορριφθεί. Δεν την πίστευα.
Μετά την 20η, τουλάχιστον, διεθνή συνδιάσκεψη για το περιβάλλον, τον υπερπληθυσμό, την οικονομική κρίση, τη βία και την τρομοκρατία, αποφασίστηκε η δημιουργία μιας επιτροπής που θα εξέταζε αυτά τα παγκόσμια προβλήματα. Θα συμμετείχαν όλα τα κράτη του πλανήτη, με αντιπροσωπείες από μεγάλους και διεθνούς κύρους επιστήμονες. Και αυτοί θα πρότειναν τη λύση. Όλος ο πλανήτης είχε στραμμένο το βλέμμα του πάνω τους. Είχε εναποθέσει τις ελπίδες του πάνω τους. Ανάμεσα σε όλους κι εγώ.
Είχα βέβαια την απορία: Άντε κι έβγαλαν ένα πόρισμα. Άντε και βρήκαν ένα σχέδιο για να θεραπεύσουμε όλα αυτά τα προβλήματα. Πώς τα κράτη θα συμφωνούσαν μεταξύ τους να εφαρμόσουν τα συμπεράσματα της επιτροπής; Δεν θα υπήρχαν κάποιοι που θα έπρεπε να πληρώσουν μεγαλύτερο τίμημα; Πώς θα το δέχονταν; Δεν έχουν όλοι το ίδιο επίπεδο ανάπτυξης, ούτε το ίδιο επίπεδο φτώχειας και προβλημάτων. Ποια θα ήταν η εφαρμογή στην Ευρώπη και ποια στην Αφρική; Θα μπορούσε να είναι ένα δίκαιο πρόγραμμα;
Απορίες μικρών παιδιών, έλεγε η μάνα. Γι’ αυτήν, όλα ήταν αυτονόητα. Ήταν μέρος ενός μεγαλύτερου σχεδίου, που δεν είχε ακόμα εμφανιστεί ολοκληρωμένο στα μάτια μας.
«Να είσαι βέβαιος» έλεγε, «το διακύβευμα θα είναι οικονομικό και μάλιστα για λίγους».
«Πάλι τα κομμουνιστικά σου…» έλεγα κι έκλεινα την κουβέντα.
Όπως μια εγκυμοσύνη έχει διάρκεια εννιά μήνες, έτσι και η κυοφορία της Επιτροπής των Σοφών κράτησε εννιά μήνες. Και γεννήθηκε το πόρισμα, το πολυπόθητο πόρισμα που όλη η υφήλιος περίμενε. Και είχαν συμφωνήσει όλοι σ’ αυτό. Όλες οι ειδικότητες και όλες οι εθνικότητες. Απίστευτο κι όμως αληθινό.
Την ημέρα που βγήκε λευκός καπνός από το κονκλάβιο, όλοι άρχισαν να πανηγυρίζουν. Οι άνθρωποι δεν έμπαιναν καν στον κόπο να ρωτήσουν τι ακριβώς έλεγε αυτό το πόρισμα. Μας αρκούσε που είχε βγει πόρισμα. Είναι σαν τον ασθενή που ταλαιπωρείται επί βδομάδες και μήνες, μη γνωρίζοντας από τι πάσχει, καθώς οι γιατροί δεν έχουν βγάλει συμπέρασμα. Όταν λοιπόν βγαίνει η διάγνωση, νιώθει σχεδόν ευτυχία για την ύπαρξη μιας διάγνωσης και δεν τον νοιάζει τόσο αν θα πεθάνει από καρκίνο, αρκεί που πιστοποιήθηκε ότι έχει καρκίνο. Έτσι ακριβώς συνέβη και με τον κόσμο. Στη διάρκεια των εννιά μηνών, που όλοι περίμεναν, οι εκτιμήσεις έδιναν κι έπαιρναν. Πουθενά δεν άκουγες άλλο από το περίφημο πόρισμα της Επιτροπής των Σοφών. Ακόμα και οι διαδηλώσεις είχαν σταματήσει. Ακόμα και οι τρομοκρατικές ενέργειες είχαν μειωθεί δραστικά. Η βία ήταν σημαντικά λιγότερη. Όλοι ήταν σε αναμονή. Υποθέσεις από δω, υποθέσεις από κει, παντού υποθέσεις.
«Να ξέρεις» έλεγε η μάνα, «ετοιμάζουν το έδαφος για κάτι πολύ άσχημο».
«Πάντα οι ίδιες απόψεις σου, πάντα η καταστροφολογία σου…» απαντούσα.
«Σκέψου λίγο» έλεγε, «σκέψου! Δεν είναι καταστροφολογία. Είναι απλή γνώση. Γνώση ιστορίας, αν θες να το πεις κι έτσι».
Η κατάσταση ήταν πραγματικά πολύ άσχημη. Κι αν υπήρχε μια περίπτωση να σωθεί από το πόρισμα των Σοφών, έπρεπε να πάρουμε το ρίσκο. Δεν υπήρχε άλλη λύση. Ήταν σαφές. Για μένα ήταν εντελώς σαφές. Το ίδιο και για όλο τον κόσμο.
Πριν καν ακούσουμε το πόρισμα της Επιτροπής των Σοφών, ο κόσμος απαίτησε να εφαρμοστεί. Είχαμε όλοι προετοιμαστεί γι’ αυτό. Εννιά ολόκληρους μήνες κράτησε η προετοιμασία. Κανέναν δεν ένοιαζε τι ακριβώς έλεγαν οι Σοφοί. Τους ένοιαζε μόνο ν’ ακουστεί η φωνή τους. Τους ένοιαζε να εφαρμοστεί το πόρισμα. Ήταν σαν να πίστευαν εκ προοιμίου ότι αυτό που οι Σοφοί θα πρότειναν θα ήταν σίγουρα προς όφελος του κόσμου και θα ήταν σίγουρα προς δυσαρέσκεια των υψηλά ισταμένων, πολιτικών, τραπεζιτών, οικονομικά ισχυρών και λοιπών.
Ποιος σκέφτηκε ότι οι Σοφοί εκπροσωπούσαν τον κόσμο; Πώς σκέφτηκε κάτι τέτοιο; Μήπως ήταν όλοι παιδιά του λαού; Μήπως ήταν όλοι σκληρά εργαζόμενοι και βιοπαλαιστές; Πώς έγινε και το είδαμε όλοι έτσι;
Ήταν υποβολή. Μόνο που αδυνατούσαμε να το καταλάβουμε. Δεν μπορούσαμε καν να το υποψιαστούμε. Δεν μας περνούσε καν από το μυαλό. Κι όπως έλεγε η φοβερή γριά, η πλύση εγκεφάλου είναι μια ολόκληρη επιστήμη, όπως και η προπαγάνδα.
Τίποτα δεν καταλάβαινα. Τίποτα δεν με άγγιζε. Τίποτα δεν υποψιαζόμουν. Να γιατί δεν συγχωρώ τον εαυτό μου. Γιατί είχα τα στοιχεία. Όλα τα στοιχεία. Και τα είχα εκεί δίπλα μου, ζωντανά, να μου φωνάζουν. Κι εγώ τ’ αγνοούσα. Κι έλεγα συνέχεια πως η φοβερή γριά είναι φαντασιόπληκτη, κολλημένη, μέχρι και παράφρων. Κι εγώ ήμουν ο παντογνώστης, ο έξυπνος, ο ατσίδας. Εμένα κανείς δεν μπορούσε να με κοροϊδέψει. Όχι με αυτόν τον δείκτη ευφυΐας, που με κατέτασσε στους εξυπνότερους ανθρώπους του κόσμου. Μήπως θα έπρεπε να ήμουν κι εγώ στην Επιτροπή των Σοφών;
«Μάνα» της είπα, «αν δεν εφαρμοστεί το πόρισμα, η άλλη λύση είναι να γίνει πόλεμος. Εσύ είσαι αυτή που το έλεγες πρώτη. Ότι οι κρίσεις τελειώνουν με πολέμους. Πάντα έλεγες ότι αυτό ισχύει και αποδεικνύεται ιστορικά. Αυτό θέλεις λοιπόν; Να γίνει πόλεμος; Ένας τρίτος παγκόσμιος πόλεμος;»
«Μα πόλεμος θα γίνει, γιε μου. Ό,τι γίνει θα είναι πόλεμος» απάντησε.

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Ο Μάνος και η Άννα ξεκινούν τη ζωή τους στην κρίση. Υπερπληθυσμός, μετανάστευση, φτώχεια κι εξαθλίωση, εγκληματικότητα, εθνικισμός και τρομοκρατία είναι το σκηνικό μέσα στο οποίο δημιουργούν την οικογένειά τους και χτίζουν τη ζωή τους. Δεν αντιδρούν όταν πρέπει. Κανείς δεν αντιδρά. Θα εναντιωθούν ποτέ και με ποιον τρόπο;
Έτος 2057. Παγκοσμιοποιημένη οικονομία και διακυβέρνηση με κλειστά σύνορα. Απομονωτισμός, τοπικής εμβέλειας διαδίκτυο και μέσα ενημέρωσης. Έλεγχος των γεννήσεων και των θανάτων. Ταξικές κι επαγγελματικές ζώνες ασφυκτικά κλειστές. Όποιος δεν ανταποκρίνεται επαρκώς στις υποχρεώσεις που του έχουν ανατεθεί από τους ιθύνοντες ολισθαίνει σε κατώτερη κοινωνική κλίμακα.
Η κρίση και η μετά κρίση περίοδος, σε μια ακραία εκδοχή της, οδηγούν στον θάνατο των ανθρώπων και του πολιτισμού, ή μήπως στην αφύπνιση και στο ξημέρωμα μιας καλύτερης εποχής; Ένας μυστικός αθέατος κόσμος που αναπτύσσεται θα κατορθώσει να παίξει ρόλο στο παρόν και στο μέλλον;
Η ιστορία μιας οικογένειας, που βιώνει τη δύσκολη εποχή, αφυπνίζεται, συνειδητοποιεί, αλλάζει, μεταμορφώνεται. Μέσα από τις δυσκολίες και τις ψυχολογικές μεταπτώσεις θα βρουν οι ήρωες τη δύναμη και τον τρόπο να επαναπροσδιορίσουν τους εαυτούς τους, τις ζωές τους αλλά και τον κόσμο ολόκληρο;»

Βιογραφία Άννης Παπαθεοδώρου:

Η Άννη Παπαθεοδώρου γεννήθηκε το 1960 στην Αθήνα. Σπούδασε Οικονομικά στο Οικονομικό Τμήμα της Νομικής στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Δούλεψε σε διάφορες εταιρείες στον ιδιωτικό τομέα και στη συνέχεια εργάστηκε στην Εμπορική Τράπεζα, περνώντας από διάφορες θέσεις και διάφορους τομείς. Από το 2012 είναι συνταξιούχος.
Από τα εφηβικά της χρόνια τη γοήτευε η ποίηση και η λογοτεχνία και έγραφε –όπως οι περισσότεροι έφηβοι– ποιήματα, καθώς και δοκίμια, χωρίς ποτέ να σκεφτεί να τα εκδώσει. Μετά τη συνταξιοδότησή της ασχολήθηκε κυρίως με θέματα της πόλης. Κυψελιώτισα γέννημα θρέμμα, ανήκει σε μια άτυπη συλλογικότητα, την Ομάδα Κατοίκων Κυψέλης, που στόχο έχει την αναβάθμιση της γειτονιάς και τη δημιουργία ανθρώπινων σχέσεων μεταξύ των γειτόνων. Στο ενδιάμεσο διάστημα δεν εγκατέλειψε ποτέ το ενδιαφέρον της για την οικονομία, καθώς και την πολιτική, διαβάζοντας πάρα πολλά σχετικά βιβλία.
Σημαντικό ενδιαφέρον της είναι το σκάκι, και είναι μέλος του Α.Ο. Πήγασος Κυψέλης. Για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα συμμετείχε σε  ένα φιλοσοφικό καφενείο, καθώς και σε εργαστήρια φιλανάγνωσης και αυτοβελτίωσης.
Ζει πάντα στην Κυψέλη και έχει έναν γιο.

Ένα μικρό απόσπασμα από το β’ αυτάκι του βιβλίου:

«Ουτοπία, ε;» φάνηκε να μονολογεί. Σκέφτηκε λίγο και είπε: «Και τι σημαίνει ουτοπία; Ένα φανταστικό μέρος που δεν υπάρχει πουθενά. Τόσο τέλειο, τόσο ιδανικό ώστε δεν μπορεί να υλοποιηθεί. Όμως, για σκέψου, αδελφέ, πού ζούμε τώρα. Τώρα ζούμε σε μια δυστοπία. Ζούμε σε μια κοινωνία απόλυτης δυστυχίας και σκότους. Αν υπάρχει δυστοπία, τότε γιατί να μην υπάρχει κι ευτοπία; Όχι ουτοπία. Ευτοπία όμως; Αν υπάρχει σκοτάδι, υπάρχει και φως. Αν υπάρχει το απόλυτο κακό, υπάρχει και το απόλυτο καλό. Τα αντίθετα. Γιατί όχι κι ευτοπία;» 

Τρίτη 6 Μαρτίου 2018

Προδημοσίευση: «ΟΙ ΚΟΡΕΣ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ», της Τζίνας Ψάρρη – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

Προδημοσίευση: «ΟΙ ΚΟΡΕΣ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ», της Τζίνας Ψάρρη – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη
Εκδόσεις: Άνεμος
Σελίδες: 344
Τιμή με έκπτωση: 13,80€

          Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο πως ορισμένοι συγγραφείς έχουν ένα μοναδικό χάρισμα να αγγίζουν τις πιο ευαίσθητες χορδές των αναγνωστών με την πρώτη κιόλας αράδα που θα γράψουν. Σε αυτές τις εξαιρετικές περιπτώσεις δε χρειάζεται να διαβάσει κανείς σελίδες ατελείωτες από ένα έργο ώστε να αποκομίσει μία αντιπροσωπευτική γνώμη για το ύφος και το στυλ του συγγραφέα, καθώς μέσα σε λίγες μόνο γραμμές μπορεί να βρίσκονται συμπυκνωμένα άπειρα αισθήματα, βουβή και συνάμα εκκωφαντική συγκίνηση, αγωνία και πόνος, αγάπη απεριόριστη, δίψα για ζωή, παράπονο για άδικες αντιξοότητες, πείσμα και πάλη για να ξεπεραστούν αυτές και αλήθεια χωρίς κανένα ρετουσάρισμα, αλήθεια από εκείνες που οι περισσότεροι από εμάς έχουμε βιώσει και νιώσει στο πετσί μας και μπορούμε να την αναγνωρίσουμε και να την αποδεχτούμε χωρίς αμφιταλάντευση. Το παρακάτω απόσπασμα είναι από ένα νέο, εξαιρετικό βιβλίο που κυκλοφορεί εντός των ημερών από την Άνεμος Εκδοτική, της ταλαντούχας Τζίνας Ψάρρη, με τον τίτλο «Οι Κόρες Της Ανάγκης» και πιστεύω πως είναι ένα ακριβέστατο δείγμα όλων των παραπάνω. Με μία γραφή αισθαντική, μεστή και λυρική, χωρίς περιττά φτιασίδια αλλά με περισσή αλήθεια και αμεσότητα, η συγγραφέας κερδίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη ευθύς εξαρχής, μεταδίδοντάς του αμέτρητα συναισθήματα και εικόνες που μιλούν απευθείας στην καρδιά του αφού προέρχονται μέσα από την ίδια τη ζωή. Ευχαριστώ για μία ακόμη φορά τις αγαπημένες εκδόσεις Άνεμος για την αποκλειστική παραχώρηση της προδημοσίευσης αυτού του αποσπάσματος από το νέο, συγκλονιστικό μυθιστόρημα της Τζίνας Ψάρρη, εύχομαι ολόψυχα στη συγγραφέα καλή επιτυχία σε κάθε πόνημά της και σας προσκαλώ να το διαβάσετε ώστε να πάρετε κι εσείς μια γεύση από ένα βιβλίο που αξίζει να γνωρίσετε!

Απόσπασμα «ΟΙ ΚΟΡΕΣ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ»:

Η νύχτα ξέρασε στην αυγή τη λάβα της. Ο καυτός Ιούλιος εξατμιζόταν στην επιφάνεια της θάλασσας την ώρα που περνούσαμε την πόρτα του νοσοκομείου. Η Φένια χαμογελούσε πλατιά, κρατώντας το κεφάλι ψηλά. Σε κανέναν δεν θα καταδεχόταν να δείξει την παγωμένη της ψυχή. Το βλέμμα της καρφώθηκε στο δικό μου. Ήθελε κάτι να μου πει, το έβλεπα. Ήμουν βέβαιη πως θα διαμαρτυρηθεί για την απουσία τού Στάθη, για την απόφασή του να μην αναβάλλει το σημαντικό επαγγελματικό ταξίδι που προέκυψε ξαφνικά. Η σκέψη της, ακόμα μια φορά, απρόσμενη έκπληξη.
«Το σώμα θυμώνει, κι άμα του πας κόντρα για πολύ καιρό, θα βρει τον τρόπο να σ’ το ξεπληρώσει».
Χαμογέλασε στις σκληρές λέξεις, τις ξεστόμισε με απάθεια· όχι για εκείνη, για εμένα τις είπε. Νουθεσία; Αποπροσανατολισμός από το πραγματικό βάσανο της δειλίας του άντρα της; Δεν έβρισκα κάτι χαριτωμένα έξυπνο ν’ απαντήσω, κι έτσι ο γιατρός που μπήκε στο δωμάτιο μετά από αρκετές ώρες αναμονής είχε τη μορφή του σωτήρα μου.
«Θα την πάρουμε τώρα, είμαστε έτοιμοι. Αν και είναι καθαρά διερευνητική η επέμβαση, όπως σας έχω εξηγήσει είναι πολύ σημαντική. Θα ψάξουμε όσο καλύτερα μπορούμε, δεν θα μας ξεφύγει ο άτιμος!»
Έκανε προσπάθεια ν’ αστειευτεί, ανεπιτυχή βέβαια, αλλά τουλάχιστον αποπειράθηκε να ελαφρύνει κάπως τη βαριά ατμόσφαιρα.
Και μετά οι ώρες πέρασαν βασανιστικά αργά. Το λευκό φως που έβγαζαν τα φώτα της οροφής έκανε τα μάτια μου να μισοκλείνουν. Κάρφωσα το βλέμμα μου σε μια λάμπα. Πίσω απ’ το λευκό γυαλί της δεκάδες μυγάκια είχαν παγιδευτεί και χτυπιούνταν αδιάκοπα στα τοιχώματα. Ένιωθα πως κάνουν απίστευτο θόρυβο στην προσπάθειά τους να ελευθερωθούν. Και όλη αυτή η φασαρία γινόταν μέσα στο κεφάλι μου. Αισθανόμουν δυσφορία. Η ζέστη ήταν τόσο πηχτή που νόμιζες πως μπορείς να την πιάσεις, να την ακούσεις να περπατάει δίπλα σου με αργά βαριά βήματα. Ο ιδρώτας κυλούσε στην πλάτη μου σαν παρέλαση από αόρατες κάμπιες. Κοίταξα έξω απ’ το παράθυρο. Οι άνθρωποι που βρίσκονταν στο προαύλιο του νοσοκομείου φορούσαν ελάχιστα ρούχα και με ανάγκασαν να συνειδητοποιήσω ότι βρισκόμασταν στην καρδιά του καλοκαιριού.
Ξανακοίταξα το ρολόι μου για τέταρτη φορά μέσα σε πέντε λεπτά. Πώς σκοτώνει κανείς την ώρα όταν αρνείται να περάσει; Η αγωνία μου δεν είχε νόημα. Το αποτέλεσμα ήταν προδιαγεγραμμένο, η λογική το ήξερε. Περπάτησα αργά ως το παράθυρο. Οι σκιές της νύχτας που ερχόταν κύκλωναν τα κτίρια, τ’ αυτοκίνητα και τους ανθρώπους. Ένα σκοτεινό περίγραμμα οι ζωές των αγνώστων που τρώνε, βιάζονται, ξεκουράζονται, μακριά απ’ τους θλιβερούς τοίχους του νοσοκομείου. Άρχισα να μετράω τα φωτισμένα παράθυρα στις απέναντι πολυκατοικίες, ελάχιστα είχαν απομείνει. Έψαχνα για ανοιγμένες κουρτίνες, να δω μια ανέφελη οικογενειακή στιγμή, να ξανοίξει λιγάκι τούτο το γκρίζο που με πλάκωνε. Μου ήρθε στον νου η ταινία του φον Ντόνερσμαρκ Οι ζωές των άλλων. Η διείσδυση στην ιδιωτικότητα των άλλων είναι επικίνδυνο παιχνίδι. Γιατί έτσι συνειδητοποιείς το άδειο της δικής σου ζωής.
Είδα ένα ζευγάρι ηλικιωμένων. Ήταν οι κουρτίνες του δικού τους σαλονιού που αποδείχθηκαν τραβηγμένες. Κάθονταν δίπλα δίπλα σ’ έναν μικρό καναπέ. Συζητούσαν έντονα, νόμιζα, και κάγχασα χαιρέκακα χωρίς ντροπή. Κι ύστερα ήρθε άμεσα η απάντηση στην ύβρη μου: ξεκαρδίστηκαν στα γέλια. Δεν το άκουσα το γέλιο τους, το είδα ωστόσο. Ο απόηχός του, ξεθωριασμένος απ’ την απόσταση, χτύπησε στ’ αυτιά μου σαν τιμωρία και με πόνεσε. Η μαμά μπήκε στο δωμάτιο ακριβώς εκείνη τη στιγμή, τα όμορφα μάτια της θαμπά από την αγωνία.
«Δεν την έφεραν ακόμα;»
«Τώρα, μαμά, την ανεβάζουν».
Πριν σβήσει η φράση μου η Φένια μπήκε στο δωμάτιο ξαπλωμένη στο φορείο, ακόμη κοιμισμένη. Κι ο γιατρός μαζί της.
«Θα μείνει μερικές ημέρες, θα κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε».
Λακωνικός, μα και τι περισσότερο να πει; Την είχαν πετσοκόψει από χίλιες μεριές, ελπίζοντας πως οι βιοψίες θα δείξουν το σημείο που έψαχναν.
Γλυκιά κι απεριόριστη αγάπη της μάνας, βάλσαμο φτιαγμένο από τρυφερά χάδια και φροντίδες. Έκανε τα χρόνια της να υπακούσουν στη νιότη τής καρδιάς της, στα συντρίμμια της ψυχής της, σ’ αυτήν που πάλευε ν’ αναστήσει το αίμα από το αίμα της. Φρουρός ακοίμητος, να τρώει ό,τι της φέρναμε, να ισιώνει και να ξαναϊσιώνει τις κουβέρτες, να ελέγχει ορούς και σωληνάκια με συγκινητική άγνοια. Η Φένια κόλλησε επάνω της σαν νεογέννητο κουτάβι. Είχε ανάγκη την παρουσία της, τα χάδια της, τα χείλη της επάνω στο μέτωπο να ελέγχουν τυχόν πυρετούς. Έκανε κουράγιο, σαν υποχρέωση να την προστατέψει απ’ τον γκρεμό που όλο και κοντοζύγωνε. Όμως, ό,τι κι αν έκανε η αεικίνητη μάνα μας, για πρώτη φορά έδειχνε να κουβαλά τα χρόνια της. Γέρασε σε μια νύχτα, άδειασαν τα μάτια μαζί με την ψυχή της.
«Ξάπλωσε λίγο στην πολυθρόνα, μάνα, θα τη φροντίσω εγώ τώρα» τη μάλωσα τρυφερά.
«Ναι, μαμά, εξάλλου θα κοιμηθώ κι εγώ λίγο» πρόσθεσε η Φένια, παίρνοντας αυθαίρετα μέρος στη μικρή μας συνωμοσία ενάντια στην κούραση της μαμάς.
Ήταν κι η ίδια εξαντλημένη όμως. Ένας γλυκός ύπνος ακούμπησε τα ταλαιπωρημένα μάτια της, να ξεκουράσει λίγο το χιλιοτρυπημένο της κορμί. Με τη μαμά ανταλλάξαμε μόνο ένα δειλό βλέμμα. Η ξαφνική βροχή του Ιούλη έσβηνε τη ζέστα του καλοκαιριού μαζί με την ελπίδα μας. Βγήκα από το δωμάτιο όσο πιο αθόρυβα μπορούσα. Τις άφησα να κοιμούνται δίπλα δίπλα και κατέβηκα ως το απέναντι παρκάκι. Ένα τσιγάρο, δυο γουλιές καφέ, τρεις ανάσες να καθαρίσουν λίγο τον πόνο. Το παγκάκι δεν με χωρούσε, δεν έπρεπε να είμαι εκεί, στον τρίτο όροφο του νοσοκομείου είχε μείνει η ψυχή μου.
Άνοιξα την πόρτα σιγανά, να μην τις ξυπνήσω. Το φως λιγοστό. Διέκρινα τη μαμά να κάθεται στα πόδια του κρεβατιού. Της έτριβε τη γάμπα, συνέχεια την έτριβε, κι έμοιαζε αυτή η ανακούφιση να ξαλαφρώνει την ίδια, όχι τη Φένια. Απόλυτη σιωπή. Τα μάτια της μαμάς ήταν καρφωμένα στον τοίχο, στην εικόνα του αγίου. Δεν ξέρω ποιος ακριβώς ήταν, προφανώς κάποιος αρμόδιος για την υγεία των ασθενών. Δεν ξεστόμισα τη δυσφορία μου, βλάσφημα θα την άκουγε η μαμά. Άσε που δεν ήθελα καθόλου να της καταστρέψω την όποια ελπίδα, όπου κι αν την έψαχνε η καρδιά της.
«Θα τη βοηθήσει ο άγιος, Αγνή, το νιώθω μέσα μου, όλα θα πάνε καλά».
Είναι φορές που η σκέψη ντύνεται τον μανδύα του επιθυμητού, ξεστρατίζοντας από τον δρόμο της λογικής. Και τότε, αν κατά τύχη δεν διαψευστούμε, κομπάζουμε για ισχυρές διορατικές ικανότητες και λέμε πως η διαίσθησή μας βρίσκεται σε καλό δρόμο, αφήνοντας απ’ έξω την εδραιωμένη δύναμη της θέλησης.

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Η Κλωθώ είναι η Κόρη της Ανάγκης, κατά τον Πλάτωνα. Η Μοίρα που υφαίνει το νήμα της ζωής των ανθρώπων. Κι ύστερα, δίκαια εκείνοι αναρωτιούνται: τα χαρίσματά μας τα επιλέγουμε ή μήπως είναι με κάποιον τρόπο προαποφασισμένα; Ποιες αναμνήσεις χάνονται και ποιες διατηρούνται;
Τρεις εντελώς διαφορετικές γυναίκες. Οι απρόσμενες ανατροπές, η υπεροψία τής αρτιμελούς αυτάρκειας, η τρυφερή ευφυΐα της αναπηρίας, το αναπόφευκτο και ο έρωτας. Όλα χάνονται στην ανυπαρξία κι όλα πλάθονται από την αρχή. Κι αν το κλειδί της ευτυχίας τους το έψαχναν σε λάθος τσέπη; Κι αν η εμπιστοσύνη σαν ένα χαρτί αποδειχθεί, που έτσι και τσαλακωθεί μετά δεν ξαναϊσιώνει;
Ευκαιρίες που θ’ αρπάξουν κι άλλες που θα χάσουν. Τραύματα από μάχες που θα δώσουν, ουλές απ’ όσες σκόπιμα θ’ αποφύγουν. Ένας δρόμος είναι η ιστορία τους, που άλλοτε τον περπατούν με ικανοποίηση κι άλλοτε με θλίψη. Τα όνειρά τους, όμως, πάντα μυρίζουν καλοδεχούμενη καλοκαιρινή βροχή. Γιατί η αγάπη μια λέξη ακίνδυνη είναι κι οφείλουν να νιώσουν το άγγιγμά της χωρίς φόβο. Ακόμα και τότε που ο ενήλικος κόσμος τής απώλειας μοιάζει απάνθρωπος.
Αμείλικτα ερωτήματα τίθενται στην κρίση του αναγνώστη, μέσα από μια μυθοπλασία τόσο αληθινή όσο η οικογένεια της διπλανής πόρτας. Κι όπως στη ζωή, οι απαντήσεις δεν βρίσκουν πάντοτε την ίδια χαραμάδα διαφυγής.»

Βιογραφία Τζίνας Ψάρρη:

Γεννήθηκα στην Αθήνα. Αποφοίτησα από την Ελληνογαλλική σχολή Ουρσουλινών και πήρα το πτυχίο της Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας από το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο. Δούλεψα για 20 χρόνια στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, διδάσκοντας γαλλικά και ιστορία, σε σχολεία της Αθήνας και της επαρχίας.
Από τις εκδόσεις Όστρια, κυκλοφόρησε το 2015 το πρώτο μου μυθιστόρημα με τίτλο «Μέχρι το πέμπτο σκαλοπάτι», ενώ πολλά ποιήματα και διηγήματά μου έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά (Fractal, Άνεμος Magazine) αλλά και λογοτεχνικά blogs (Eikonakailogos, Λογοτεχνικά Σοκάκια, Πολιτιστική Ατζέντα, Ψυχής Απάγκιο).
Το διήγημά μου «Πρωινό αστέρι», απέσπασε το πρώτο βραβείο 2016 στον πανελλήνιο διαγωνισμό που κάθε χρόνο διοργανώνει η Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Ένα μικρό απόσπασμα από το β΄ αυτάκι του βιβλίου:

«...Μακάρι να είχα τη μνήμη χρυσόψαρου. Θυμόμουν τα πάντα όμως: τον καβγά και τις απειλές που εκτόξευαν ο ένας στον άλλον, την αμήχανη καθημερινότητά τους, τις κατηγόριες του Στάθη. Τα λόγια τους στριφογύριζαν στο μυαλό μου και στον χώρο. Έβλεπα τις λέξεις να πετάνε γύρω μου. Κοιτούσα απορημένη αυτούς τους τόσο διαφορετικούς ανθρώπους και αναρωτιόμουν: πώς έπεισε ο ένας τον άλλον ότι είναι όμοιοι;»

Δευτέρα 5 Μαρτίου 2018

«ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ», της Τατιάνας Αβέρωφ – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη


«ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ», της Τατιάνας Αβέρωφ – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη
Εκδόσεις: Μεταίχμιο
Σελίδες: 272
Τιμή με έκπτωση: 12,96€

          Πριν από σχεδόν δύο δεκαετίες είχα διαβάσει το παλαιότερο, εξαιρετικό και αλησμόνητο μυθιστόρημα της Τατιάνας Αβέρωφ με τίτλο «Το Ξέφωτο» το οποίο και είχα λατρέψει, και που με κάθε ευκαιρία δεν παρέλειπα να συστήσω σε όσους βιβλιόφιλους γνωστούς και φίλους είχα. Έκτοτε, δυστυχώς, δεν έτυχε να διαβάσω ξανά κάποιο δικό της έργο, μέχρι που ήρθε στα χέρια μου το νέο μυθιστόρημά της με τίτλο «Έγκλημα Στον Παράδεισο», το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Η εξαίρετη συγγραφέας με εξέπληξε για μία ακόμα φορά με αυτό το τελευταίο πόνημά της, καθώς πρόκειται για ένα καθαρά σύγχρονο μυθιστόρημα το οποίο σατιρίζει και στηλιτεύει όλα τα υπάρχοντα προβλήματα της κοινωνίας μας, κάτι που γίνεται όμως με έναν καυστικό και ενίοτε ξεκαρδιστικό τρόπο. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να γίνεται διαφορετικά, αφού και στην ίδια τη ζωή το αστείο και το σοβαρό, το τραγικό και το κωμικό συνυπάρχουν ταυτόχρονα και εναλλάσσονται συχνότατα;
          Το «Έγκλημα Στον Παράδεισο» είναι ένα βιβλίο που συνδυάζει το αστυνομικό στοιχείο με το ερωτικό, την ηθογραφία με τη σάτιρα, την κοινωνική καταγγελία ποικίλων παθογενειών της κοινωνίας μας, και ειδικότερα της κλειστής ελληνικής επαρχίας, με ξεκαρδιστικές κωμικοτραγικές καταστάσεις. Η συγγραφέας με τον ξεχωριστό, δικό της αφηγηματικό τρόπο μας παρουσιάζει ένα ορεινό χωριό της Ηπείρου, με ένα όνομα που παραπέμπει στην ήρεμη, φιλήσυχη και ειδυλλιακή ατμόσφαιρά του, το οποίο και επιλέγει η κεντρική ηρωίδα μας, η Μαρία Λάζου, για να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως αγροτική γιατρός. Ταυτόχρονα, το απομακρυσμένο αυτό μέρος, είναι ιδανικό για τη νεαρή γιατρό, η οποία προσπαθεί να ξεπεράσει ένα επώδυνο παρελθόν στην Αθήνα το οποίο εξακολουθεί να την πληγώνει ακόμα. Όλα φαίνονται ήρεμα και ήσυχα και η Μαρία αρχίζει σιγά σιγά να απολαμβάνει ξανά τη ζωή και να επουλώνει τις πληγές της σε αυτό το ησυχαστήριο, έως ότου διαπράττεται ένας στυγερός φόνος. Η μικρή κοινωνία συνταράσσεται και προσπαθεί να χωνέψει το γεγονός πως ο αξιοσέβαστος δήμαρχός τους, ο ευγενικός, δραστήριος και καλοσυνάτος Σπυρίδωνας Κωλέττης βρέθηκε γκρεμοτσακισμένος και με μία σφαίρα στην κοιλιά. Για τη διαλεύκανση της δολοφονίας του η Αστυνομία στέλνει από τα Γιάννενα τον αστυνόμο Περικλή Γαλάνη, με την εντολή να βρει πάραυτα ποιος και γιατί ήθελε τον θάνατο του αξιοσέβαστου και αγαπητού αυτού δημοσίου προσώπου.  
          Εδώ αρχίζει και όλη η περιπέτεια καθώς, στο μικρό χωριό του Παραδείσου, όλοι αγαπούσαν τον δήμαρχό τους, όλοι "έπιναν νερό στο όνομά του", αφού ήταν ένας δραστήριος, σεμνός και φιλικός άνθρωπος με μεγάλη όρεξη για να κάνει πράγματα για τον τόπο του και να πάρει ανάλογες πρωτοβουλίες. Ο Γαλάνης προσπαθεί να "δει" πίσω από την επιφάνεια, να ανακαλύψει τα καλά κρυμμένα μυστικά που πιθανότατα κρατούν οι περισσότεροι κάτοικοι και να διαπιστώσει ποιός είχε κίνητρο για να δολοφονήσει τον δήμαρχο και πώς ακριβώς το έκανε. Στη γιγάντια και δύσκολη αυτή προσπάθειά του συναντά πολλά εμπόδια, με πρώτο και καλύτερο τον διοικητή του τοπικού αστυνομικού τμήματος, τον ανθυπαστυνόμο Ευστάθιο Κιτσούλη, που σαν γνήσιος "καρεκλοκένταυρος" δεν εννοεί να αφήσει τη θέση και την εξουσία του, έστω και προσωρινά, στον νεοφερμένο ανώτερό του από τα Γιάννενα. Η εύκολη λύση για τον κοντόφθαλμο διοικητή είναι να "ρίξει" χωρίς δεύτερη σκέψη την κατηγορία της δολοφονίας στον Τεράστιο, έναν γιγαντόσωμο ντόπιο βοσκό μειωμένης νοημοσύνης, ο οποίος και βρήκε το πτώμα του δημάρχου. Ο αστυνόμος Γαλάνης, όμως, δεν πείθεται τόσο εύκολα, καθώς έχει μάθει να βλέπει και όλα όσα οι άλλοι θέλουν να κρύψουν, όσα αποφεύγουν να ομολογήσουν και να παραδεχτούν, και έτσι αποφασίζει να ψάξει όλες τις πιθανές εκδοχές και να βρει κάθε πιθανό ύποπτο, ώστε να σιγουρευτεί ότι θα αποδοθεί δικαιοσύνη. Στην πορεία όμως, ο νεαρός αστυνόμος μπλέκεται στα δίχτυα του έρωτα, ο οποίος όπως πάντα έρχεται απρόσκλητος και χωρίς να ενδιαφέρεται για την καταλληλότητα της στιγμής ή για δεοντολογίες.    
          Η εξαίρετη συγγραφέας φτιάχνει με περισσή δεξιοτεχνία ένα γνήσιο αστυνομικό μυθιστόρημα, όπου κάθε λεπτομέρεια μετράει και παρασύρει τον αναγνώστη σε ένα ανελέητο κυνηγητό, προσπαθώντας να ανακαλύψει τον πραγματικό δολοφόνο, ενώ ταυτόχρονα, χρησιμοποιώντας το χιούμορ και τη σάτιρα κατορθώνει να θίξει πολλά από τα "τρωτά" της στενής επαρχιακής κοινωνίας. Τίποτα, όμως, δεν είναι αυτό που φαίνεται στο μικρό παραδεισένιο χωριό και σιγά σιγά αποκαλύπτονται τα πραγματικά πρόσωπα των ανθρώπων, τα οποία συχνά μας εκπλήσσουν με τη μαεστρία της προσποίησής τους. Οι σχέσεις τους πολλάκις είναι πολύ διαφορετικές από όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως, οι "ταυτότητές" τους μπορεί να μην είναι οι αληθινές, τα κίνητρά τους πολύ πιο ποταπά από όσο η "τεχνητή" θρησκοληψία τους αφήνει να φανούν και συχνά η επίσημη ιδιότητά τους είναι απλά ένα κοστούμι μασκαρέματος που καλύπτει έντεχνα το βρώμικο και ευτελές υπόβαθρο. Το νέο, συναρπαστικό μυθιστόρημα της Τατιάνας Αβέρωφ είναι ένα ηθογράφημα των ιδιαιτεροτήτων της ελληνικής επαρχίας, ένα αστυνομικό αξιώσεων, μια "ακτινογραφία" των πραγματικών και σοβαρών παθογενειών της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας και, ταυτόχρονα, μια ρομαντική, ερωτική ιστορία που προσπαθεί να ανθίσει μέσα σε εντελώς αντίξοες συνθήκες. Πολλά και θερμά συγχαρητήρια στην αγαπητή συγγραφέα για το εξαίρετο μυθιστόρημά της «Έγκλημα Στον Παράδεισο», το οποίο και σας προτείνω ανεπιφύλακτα να διαβάσετε, Φίλοι μου!

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Σε ένα ορεινό χωριό της Ηπείρου, στον Παράδεισο, γίνεται ένας φόνος. Θύμα ο δήμαρχος, ένας άνδρας με ιδιαίτερο παρελθόν. Ο αστυνόμος Γαλάνης έρχεται από τα Γιάννενα για να εξιχνιάσει το απρόοπτο αυτό μυστήριο.

Η Μαρία Λάζου υπηρετεί την θητεία της ως αγροτική γιατρός σ’ ένα ακριτικό χωριό, ξεχασμένο κάπου στα βουνά της Ηπείρου. Η μικρή κοινότητα την αγκαλιάζει, η ζωή κυλάει ήσυχα, σχεδόν ειδυλλιακά. Όλα δείχνουν πως βρήκε το ιδανικό περιβάλλον για να ξεφύγει απ’ το τραυματικό παρελθόν της στην Αθήνα.
Ώσπου γίνεται ένας φόνος…

Ο αστυνόμος Περικλής Γαλάνης έρχεται απ’ τα Γιάννενα για να εξιχνιάσει τον μυστηριώδη θάνατο του δημάρχου Κωλέτη, ενός ξεχωριστού ανθρώπου με ενδιαφέρον παρελθόν που όλοι πίνουν νερό στο όνομά του. Το κίνητρο μοιάζει ακατανόητο. Οι ύποπτοι πολλοί, όσο και απρόβλεπτοι. Η υπόθεση περιπλέκεται καθώς ο Γαλάνης παλεύει να αντιμετωπίσει τα εμπόδια που του θέτει ο ντόπιος αστυνομικός και μια παράξενη ορεινή κοινότητα με τα μυστικά της και τα ψέματά της.»

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2018

Προδημοσίευση: «ΔΥΟ ΧΕΙΜΩΝΕΣ ΚΙ ΟΥΤΕ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ», του Μιχάλη Κατσιμπάρδη – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

Προδημοσίευση: «ΔΥΟ ΧΕΙΜΩΝΕΣ ΚΙ ΟΥΤΕ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ», του Μιχάλη Κατσιμπάρδη – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη
Εκδόσεις: Άνεμος
Σελίδες: 320

          Δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, κατάκτηση της Ελλάδας από τους Γερμανούς φασίστες, Ελληνική αντίσταση, ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης αιχμαλώτων, σύλληψη αντιστασιακών και συνεχής αγώνας για επιβίωση μέσα στις πιο απάνθρωπες συνθήκες αιχμαλωσίας, επιστροφή στη λαβωμένη Ελλάδα και Εμφύλιος πόλεμος… Σχεδόν μία δεκαετία, ούτε καν ολόκληρη, η οποία συγκεντρώνει ορισμένα από τα μεγαλύτερα ιστορικά γεγονότα της νεώτερης Ελλάδας, γεγονότα που ίσως λόγω της συνταρακτικής φύσης τους μας έχουν "σημαδέψει" βαθιά ως έθνος και δεν παύουν να μας απασχολούν. Προσωπικά, η συγκεκριμένη ιστορική περίοδος με μαγνητίζει και με συγκλονίζει, πιθανότατα επειδή έχω ακούσματα και εμπειρίες από τους ίδιους τους γονείς μου, αλλά και από τον φιλικό και συγγενικό περίγυρο. Κάθε ιστορία τους, λοιπόν, που ακούω να μου αφηγούνται είναι μοναδική αφού έχει την πινελιά της προσωπικής πορείας του καθενός, όπως είναι και ανεκτίμητη καθώς προσθέτει μία ακόμα "ψηφίδα" στο πολυσύνθετο "ψηφιδωτό" εκείνης της εποχής. Το πρώτο λογοτεχνικό πόνημα του εξαίρετου Μιχάλη Κατσιμπάρδη που κυκλοφορεί από την Άνεμος Εκδοτική με τον εύγλωττο τίτλο «Δυο Χειμώνες Κι Ούτε Ένα Καλοκαίρι» αφορά την περίοδο του τέλους του Β’ Παγκοσμίου πολέμου και βασίζεται στην αληθινή ιστορία του ήρωα-πατέρα του συγγραφέα. Μέσα από τα βιώματα και την πορεία του ήρωά μας από την αντίσταση, την προδοσία, τη σύλληψη, την αιχμαλωσία στα ναζιστικά στρατόπεδα, τον αγώνα για επιβίωση, την απελευθέρωση, την επιστροφή σε μια "αλληλοσπαρασσόμενη" πατρίδα και την ματαίωση των προσδοκιών του, ο συγγραφέας μας προσφέρει ένα αναγνωστικό ταξίδι απαιτήσεων σε μια από τις πιο σημαντικές ιστορικές περιόδους της χώρας μας, αλλά και σε ιστορικές μνήμες που πρέπει να διατηρηθούν διαυγείς και αναλλοίωτες. Ευχαριστώ θερμά τις εκδόσεις Άνεμος για την αποκλειστική παραχώρηση της παρούσας προδημοσίευσης ενός συγκλονιστικού αποσπάσματος από το εξαιρετικό βιβλίο «Δυο Χειμώνες Κι Ούτε Ένα Καλοκαίρι», εύχομαι ολόψυχα στον χαρισματικό κ. Κατσιμπάρδη καλή επιτυχία σε αυτό το πρώτο συγγραφικό του έργο και σας προσκαλώ να το διαβάσετε, ώστε να πάρετε μια μικρή "γεύση" μιας αληθινής, συνταρακτικής ιστορίας που ενέπνευσε ένα καθηλωτικό μυθιστόρημα! Γιατί συχνά η ζωή ξεπερνά και την πιο ζωηρή φαντασία!

Απόσπασμα «ΔΥΟ ΧΕΙΜΩΝΕΣ ΚΙ ΟΥΤΕ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ»:

Το τρένο σερνόταν με αργό και βασανιστικό ρυθμό στις ράγες της υποδουλωμένης πατρίδας. Αυτό έκανε πιο επώδυνο το ταξίδι. Οι σκέψεις του καθενός θέριευαν αυτές τις ώρες, που η απελπισία εναλλασσόταν με την αισιοδοξία. Ακόμα έφεγγε μέσα τους η ελπιδοφόρα σκέψη ότι κάτι θα ματαίωνε την ολοκλήρωση του ταξιδιού, ότι κάτι θα συνέβαινε, έστω και την ύστατη ώρα. Ωστόσο, όσο περνούσαν οι ώρες, τόσο διαψεύδονταν οι στερνές ελπίδες κάποιων ότι πατριώτες αντάρτες θα είχαν υπονομεύσει και καταστρέψει τις γραμμές. Αυτές οι ελπίδες πάλευαν με τις φήμες ότι υπήρχε μυστική συμφωνία ανάμεσα στους Γερμανούς και την ελασίτικη ηγεσία, ώστε αναχωρώντας θα παρέδιδαν στους αντάρτες μέρος του εξοπλισμού τους, με την προϋπόθεση ότι θα τους άφηναν να εγκαταλείψουν ανενόχλητοι την Ελλάδα. Κάτι τέτοιο, πάντως, ιστορικά δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ.
Όλα, πλέον, κυλούσαν βασανιστικά, αργά, οριστικά, χωρίς δείγματα ματαίωσης. Σαν ανεμπόδιστη κατάβαση στον Άδη…
Η πρώτη στάση του σφραγισμένου τρένου έγινε μια μέρα μετά, έξω από τα σύνορα της πατρίδας, λίγο πριν από τα Σκόπια. Οι πόρτες των βαγονιών άνοιξαν διάπλατα. Ήταν στιγμές απέραντης αγαλλίασης και ανακούφισης για όλους. Αλαλαγμοί χαράς ακούγονταν από τα βαγόνια. Ήταν πεινασμένοι, διψασμένοι, βρόμικοι, άυπνοι και εξαντλημένοι. Με μια λέξη, ελεεινοί. Τα κεφάλια όλων βούιζαν από τον ανυπόφορο θόρυβο και το τράνταγμα της διαδρομής.
Το πρώτο που έκανε ο Κωστής, κατεβαίνοντας από το κινούμενο κελί τους, ήταν να πάρει μια βαθιά, ατέλειωτη ανάσα. Δε φανταζόταν ποτέ μέχρι τότε ότι αυτή η ανεξάρτητη λειτουργία των πνευμόνων θα του πρόσφερε τόση χαρά! Αν μη τι άλλο, αυτή η μεγάλη περιπέτεια θα έδινε σε όλους την ευκαιρία να αναθεωρήσουν ως άνθρωποι κάποια πράγματα, τα οποία ένας ελεύθερος άνθρωπος τα έχει δεδομένα και αυτονόητα. Θα μάθαιναν να εκτιμούν διαφορετικά το καθημερινό, το αυτονόητο, το μικρό, το ευτελές. Τίποτα πια από δω και πέρα δε θα ’ταν δεδομένο.
Έτριψε επίμονα τα βλέφαρα με τα δάχτυλά του, ώστε να βοηθήσει τα μάτια του να συνηθίσουν το άπλετο φως της ηλιόλουστης μέρας, και περπάτησε, όσο περισσότερο του επιτρεπόταν, για να ξεμουδιάσει και να χαλαρώσει τα ανυπάκουα από την ακινησία μέλη του. Τέντωσε το κορμί του με τα χέρια ψηλά για να ξεπιαστεί η μαγκωμένη μέση, να ξεκλειδώσουν οι αρθρώσεις.
Οι θεριακλήδες βρήκαν μοναδική ευκαιρία να καπνίσουν ήρεμοι το τσιγαράκι τους. Ο Κωστής απόρησε με κείνη την παράξενη μυρωδιά, που έβγαζαν τα στριφτά τσιγάρα μιας ομάδας Κοκκινιωτών. Τους πλησίασε με αφέλεια αλλά του γύρισαν την πλάτη, κάνοντάς τον ανεπιθύμητο. Τους άφησε μέσα στην παράταιρη ευθυμία τους και πλησίασε ένα μικρό τρεχούμενο ρυάκι, που κυλούσε λίγα μέτρα μακριά από τις γραμμές, για να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό του. Το ίδιο έκαναν κι άλλοι. Η δροσιά του ήταν αναζωογονητική, του πρόσφερε σχεδόν ηδονικό ρίγος. Σκέφτηκε να βγάλει το πουκάμισο να το πλύνει στο τρεχούμενο νερό. Άρχισε να ξεκουμπώνει τα κουμπιά, μα κάποιος φρουρός τον έκανε να το ξανασκεφτεί. Δείλιασε.
Οι Γερμανοί έστησαν γρήγορα ένα πρόχειρο μαγειρειό, κάτω από μια μεγάλη καρυδιά. Τους έβαλαν σε τέσσερις μακριές σειρές και τους μοίρασαν από μια κουτάλα βρασμένα λαχανικά, τους πρόσφεραν λίγες γουλιές νερό και τους φόρτωσαν βιαστικά πάλι στο τρένο. Η φρουρά των Γερμανών άλλαξε. Οι καινούργιοι, αφού έλεγξαν σχολαστικά αν τα βαγόνια είχαν σφραγιστεί καλά, επιβιβάστηκαν. Το μακρύ ελικοειδές ταξίδι για το κέντρο της Ευρώπης συνεχίστηκε…
Οι κουβέντες στο βαγόνι, ζωηρές στην αρχή του ταξιδιού, όσο περνούσε ο καιρός λιγοστεύανε. Με τις μέρες, δεν υπήρχε διάθεση ούτε κουράγιο. Λέγανε μόνο τα απαραίτητα. Κάποιες φορές ούτε κι αυτά.
«Αποκλείεται να μας πάνε στη Γερμανία. Να δείτε ότι μάλλον για Ρουμανία μας προορίζουν. Έχουν πρεμούρα να διαφυλάξουν τα κοιτάσματα πετρελαίου από τους Ρώσους. Θυμηθείτε το, για κει μας προορίζουν. Θα ανοίγουμε οχυρωματικά λαγούμια» μονολόγησε κάποιος. Φάνηκε να ξέρει πράγματα, όμως κανείς δεν του ’δωσε σημασία. Τι διαφορά θα έκανε αν δούλευαν στη Γερμανία ή σε άλλη χώρα. Για τους ναζί θα δούλευαν και πάλι. Όπου και να τους προόριζαν η πατρίδα θα ήταν μακριά.
«Δεν πρόσεξες, φαίνεται, τις ταμπέλες έξω από κάθε βαγόνι. Όλες έχουν ονόματα γερμανικών και αυστριακών περιοχών. Για κει μας πάνε. Μη βάζεις άλλα στο μυαλό σου. Να ’μαστε τυχεροί να γυρίσουμε, να σκέφτεσαι. Να τελειώσει ο διαολεμένος πόλεμος μια ώρα αρχύτερα. Αυτό να εύχεσαι!» του είπε με ήρεμη φωνή ο κύριος Ασημάκης. Κι όλοι σχεδόν κούνησαν το κεφάλι συμφωνώντας.
Η επόμενη στάση έγινε στον μισοκαταστραμμένο σταθμό του Βελιγραδίου. Οι πόρτες των βαγονιών, πάντως, δεν άνοιξαν. Παρέμειναν ακινητοποιημένοι μέχρι που βράδιασε. Ακούγονταν διαρκώς μεταλλικοί ήχοι, σαν να πρόσθεταν ή αφαιρούσαν βαγόνια, σαν να επισκεύαζαν κάτι στο τρένο. Το βράδυ, ξαφνικά, ακούστηκαν διαπεραστικές σειρήνες και λίγο αργότερα ήχοι από βομβαρδισμό. Κράτησε λίγο. Οι όμηροι δεν πρόλαβαν καν ν’ ανησυχήσουν, και η αμαξοστοιχία ξεκίνησε.
Είχαν μπει στο έδαφος της Ουγγαρίας. Ο καιρός ήταν ήδη ψυχρός και υγρός. Νιώθανε πλέον έντονα την παγωνιά της κεντρικής Ευρώπης και συνειδητοποίησαν στην πράξη το τι επρόκειτο να αντιμετωπίσουν. Το καλοκαίρι ημερολογιακά δεν είχε τελειώσει ακόμα, αλλά η βραδινή ψύχρα ήταν πολύ διαπεραστική και τα καλοκαιρινά τους ρούχα δεν ήταν ικανά να την αντιμετωπίσουν.
Τι θα γίνει όταν φτάσει ο χειμώνας; Πώς θ’ αντέξουμε; Ούτε θέλω να το φαντάζομαι!
Η σκέψη αυτή ανάγκασε τον Κωστή να κουρνιάσει σε μια γωνία του βαγονιού, φυσώντας αμήχανα τις παγωμένες παλάμες του.
Παρά το γεγονός ότι είχαν σταθμεύσει στον σταθμό της Βουδαπέστης για διάστημα μεγαλύτερο των δύο ωρών, κανείς από τη φρουρά δεν άνοιξε τις πόρτες. Πεινούσαν φρικτά –λίγοι ήταν αυτοί που είχαν φυλάξει κάτι από το φτωχικό πακέτο του Ερυθρού Σταυρού–, η δίψα είχε γίνει αφόρητη και δε βλέπανε καμιά κίνηση, καμιά εξέλιξη. Απόλυτη ακινησία, σιγή ανεξήγητη.
«Είναι νύχτα, ρε παιδιά. Είναι δυνατόν να μας αφήσουν τα σκυλιά να βγούμε απ’ τα βαγόνια; Φοβούνται μην την κοπανήσουμε!» ακούστηκε κάποιος με βραχνή μπάσα φωνή, ψαλιδίζοντας τις ελπίδες κάποιων για καθαρό αέρα και ξεμούδιασμα.
Να δραπετεύσουμε, αλήθεια, πώς; Και κυρίως για πού; Χωρίς να γνωρίζουμε πού ακριβώς βρισκόμαστε, χωρίς να γνωρίζουμε τη γλώσσα, κουρελήδες, εξαντλημένοι…
Εξάλλου, η Ουγγαρία δεν ήταν και ο καταλληλότερος τόπος για να επιχειρήσει κανείς κάτι τέτοιο*. Κάποιοι άλλοι, που γνώριζαν ότι οι περισσότεροι Ούγγροι υποστήριζαν με φανατισμό τότε τους Γερμανούς, απέδιδαν την απαγόρευση της εξόδου από τα βαγόνια στην προφύλαξή τους από την επιθετική συμπεριφορά κάποιων ναζιστών Ούγγρων –των «Σιδερένιων Σταυρών», όπως τους έλεγαν– απέναντι στους εχθρούς του ναζιστικού καθεστώτος.
«Τα φασισταριά οι Ούγγροι έχουν λυσσάξει, τους πλησιάζει ο Κόκκινος Στρατός κι αλυχτάνε. Αν μας βγάλουν έξω, θα μας φάνε λάχανο. Καλύτερα να φύγουμε μια ώρα αρχύτερα από δω» φώναξε κάποιος Κοκκινιώτης.
Δεν πρόλαβε να τελειώσει τα λόγια του, και δικαιώθηκε. Όλοι ταράχτηκαν από τον ανατριχιαστικό γδούπο από τις κοτρόνες που πετούσαν εξαγριωμένοι Ούγγροι πάνω στα βαγόνια, μαζί με τις δυνατές ακατάληπτες βρισιές με τις οποίες έλουζαν τους εξαθλιωμένους ομήρους. Αμέσως μετά, ακούστηκαν ομαδικές κραυγές από μπροστινό τους βαγόνι.
«Φωτιά! Φωτιά, καιγόμαστε πατριώτες!»
Κροταλίσματα από πυροβόλα έκαναν τους πάντες να πέσουν μπρούμυτα, ο ένας πάνω στον άλλο, ένα κουβάρι στο στενάχωρο βαγόνι. Ένας Αθηναίος, που το ’λεγε η καρδιά του, παρατηρούσε ψύχραιμος τις κινήσεις απ’ το μικρό παράθυρο.
«Ούγγροι φασίστες είναι και θέλουν να μας βάλουν φωτιά, να μας κάψουν ζωντανούς, τα καθίκια! Οι Γερμανοί τούς πυροβολούν για να τους διώξουν. Πρόλαβαν όμως και φούντωσαν τους μπροστινούς μας» είπε φωναχτά, αφήνοντας όλους έκπληκτους για το θάρρος του.
Γέμισε κάπνα η ατμόσφαιρα. Ακούστηκε να ρέει ορμητικά μια μάνικα νερού. Έσβησε τη φωτιά και τον τρόμο των συντρόφων. Τώρα υπήρξε και πάλι σιγή. Η αμαξοστοιχία ξεκίνησε απότομα και νευρικά για τον επόμενο σταθμό. Όλοι ξεφύσησαν ανακουφισμένοι. Χάθηκε άραγε κανείς; Πόσοι;
Η νύχτα είχε προχωρήσει πολύ, όταν σταμάτησαν πάλι στη μέση του πουθενά. Κάποιοι είδαν από τον φεγγίτη ότι το πουθενά ήταν ένας μικρός σταθμός, παντελώς άδειος από ζωή. Η στάση εκεί κράτησε αρκετά, μέχρις ότου ν’ ακουστούν ξαφνικά αγχωμένες γερμανικές κραυγές. Οι παρατηρητές του βαγονιού είδαν τους στρατιώτες να τρέχουν εγκαταλείποντας φοβισμένοι το τρένο και να χώνονται στο παρακείμενο δάσος.
«Τι ήταν πάλι τούτο; Τι τρέχει;» φώναξε έντρομος κάποιος.
Μουγκρητό ακούστηκε από τον ουρανό.
«Βομβαρδισμός, έρχονται βομβαρδιστικά, θα μας σκοτώσουν!» φώναξε ένας από τους παρατηρητές του φεγγίτη, σπέρνοντας πάλι τον φόβο και τον πανικό σ’ όλους τους υπόλοιπους.
Σε ελάχιστα δευτερόλεπτα έφτασε στ’ αυτιά τους η βουή των αεροπλάνων κι αμέσως μετά οι απανωτές εκρήξεις. Οι όμηροι, σαν εγκλωβισμένα ποντίκια, τυλίχτηκαν σε ένα κουβάρι περιμένοντας το μοιραίο. Δονούνταν η γη, οι κρότοι των εκρήξεων έγιναν ένα με τις κραυγές των ομήρων, τα ρουθούνια τους γέμισαν με καμένη ανάσα. Ζωντανός εφιάλτης. Τα αεροπλάνα σύντομα απομακρύνθηκαν αλλά επέστρεψαν σε πολύ λίγο. Αυτή τη φορά πέρασαν πάνω από το τρένο κι έφυγαν μακριά. Ακολούθησε σιωπή κι εκείνο το φρικτό συναίσθημα του να περιμένεις ανήμπορος το τέλος. Δεν ακουγόταν τίποτα παρά μονάχα κάποιοι σκόρπιοι ψίθυροι, προσευχές ή λυγμοί. Πέρασε περίπου ένα τέταρτο κι οι Γερμανοί επέστρεψαν. Τα σφιγμένα κορμιά χαλάρωσαν. Κανείς δεν ήξερε αν πληγώθηκε το τρένο, αν χτυπήθηκαν σύντροφοι, αν χάθηκαν ζωές. Σύντομα ξεκίνησαν και πάλι για τη σκοτεινή τους  πορεία. Σαν να μη συνέβη τίποτα.
«Σύντροφοι, κρατάτε!» ακούστηκε η ανατριχιαστική κραυγή από κάποιο μπροστινό βαγόνι.

*Ο ρόλος της Ουγγαρίας στον πόλεμο ήταν διττός και ασαφής, σε κάθε περίπτωση ύποπτος. Η φασιστική Ουγγαρία, μαζί με τη Ρουμανία, είχε προσαρτηθεί στο άρμα του ναζισμού από τα τέλη της δεκαετίας του ’30. Έμεινε ουδέτερη στην αρχή του πολέμου, σύντομα έγινε πιστή σύμμαχος του ναζιστικού κράτους και παρέμεινε μέχρι το τέλος του 1944. Τότε, καθώς η ήττα των Γερμανών φαινόταν κάτι περισσότερο από βέβαιη, επιδίωξε να συμμαχήσει με τους Ρώσους όταν πλέον αυτοί απειλούσαν να εισβάλουν στο έδαφός της. Τελικά υποδουλώθηκε στους Γερμανούς, για να απελευθερωθεί το 1945, ζητώντας αδιάντροπα στη μεταπολεμική περίοδο ακόμα και πολεμική αποζημίωση.

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Αληθινή ιστορία: Η αντίσταση, η σύλληψη, τα ναζιστικά στρατόπεδα, η επιστροφή, η ματαίωση.
Καλοκαίρι 1944. Λίγο πριν εγκαταλείψουν την Ελλάδα, οι Γερμανοί πυρπολούν, βασανίζουν, αιχμαλωτίζουν, αφανίζουν περιουσίες και ψυχές. Ο πατέρας μου ήταν νέος, γεμάτος όνειρα για τη ζωή, περίμενε τη στιγμή που θα του δινόταν η ευκαιρία για το μεγάλο φτερούγισμα. Ο πόλεμος όμως ανατρέπει τα οράματα. Βρέθηκε στη δίνη του, άγουρος ακόμα από ζωή. Αντιστάθηκε, αρνήθηκε την υποταγή στους κατακτητές, προδόθηκε, συνελήφθη, βασανίστηκε, σύρθηκε στα ναζιστικά στρατόπεδα της Γερμανίας. Έδωσε υπόσχεση να γυρίσει πίσω, στην πατρίδα και στους ανθρώπους του. Πάλεψε καθημερινά για την αξιοπρέπειά του μέσα στη φρίκη του στρατοπέδου, εκεί που η λέξη «άνθρωπος» χάνει το νόημά της. Γαντζώθηκε από τη ζωή και βγήκε απ’ αυτή τη μάχη λαβωμένος μα ζωντανός. Γύρισε με λαχτάρα πίσω, σε μια πατρίδα όμως που δεν του άνοιξε ποτέ την αγκαλιά της. Μια μεταπολεμική Ελλάδα που κατασπάραζε τα παιδιά της, που έθετε διαχωριστικές γραμμές, που περιφρονούσε και τιμωρούσε.
Το βιβλίο αυτό ανοίγει διάπλατα την ψυχή του ήρωα, που για χρόνια ήταν βυθισμένη στο σκοτάδι. Και φέρνει στο φως όχι μόνο συνταρακτικά ιστορικά ντοκουμέντα, ερμηνείες και απαντήσεις σε πολλά «γιατί», αλλά επιπλέον πραγματεύεται τη δύσκολη κι ανεξερεύνητη σχέση του πατέρα-ήρωα με τον γιο-συγγραφέα. Μια σχέση που ποτίστηκε με περισσότερες σιωπές και λιγότερα λόγια.»

Βιογραφία Μιχάλη Κατσιμπάρδη:

Ο Μιχάλης Κατσιμπάρδης γεννήθηκε και μεγάλωσε στην αργολική γη. Έζησε, όπως όλοι της γενιάς του, χορτάτα παιδικά χρόνια, με ατέλειωτα παιχνίδια στις αλάνες, με διάβασμα βιβλίων και μεγάλα όνειρα. Ευτύχησε να έχει καλούς γονείς, που αποτέλεσαν για την παιδική του ψυχή σπουδαίο σχολείο. Σπούδασε και διδάσκει φιλολογία. Ζει στην Αθήνα, όπως οι μισοί Έλληνες, εδώ και πολλά χρόνια. Πιστεύοντας ότι «είμαστε η μνήμη μας», προσπαθεί να τη διαφυλάξει ακέραιη, όσο οδυνηρή μπορεί να είναι μερικές φορές.
Σ’ αυτό το πρώτο λογοτεχνικό του εγχείρημα τιμά αυτή την ανεκτίμητη γνωστική και ψυχική λειτουργία, αποχαιρετώντας μ’ αυτόν τον τρόπο οριστικά τον πατέρα του, δύο ακριβώς δεκαετίες μετά τον θάνατό του.

Ένα μικρό απόσπασμα από το β΄ αυτάκι του βιβλίου:

«...Τώρα, υπήρχε μεν η ελπίδα και η αναμονή της λευτεριάς, η εξάντληση, όμως, τους οδηγούσε στα όρια της ολικής κατάρρευσης. Ζούσαν για να δουλεύουν διαρκώς, αγνοώντας συστηματικά το «πού», για λογαριασμό «τίνος», για «πόσο», τις αλλαγές των συνθηκών της απασχόλησής τους και τις συνεχείς μετακινήσεις τους.
Καμιά απάντηση, καμιά προσδοκία, μονάχα βλέμματα καθηλωμένα στο χώμα, από την εξάντληση, την παραίτηση, την ντροπή και την αναμονή, αυτή την καταραμένη ατέλειωτη αναμονή…»

ΚΛΗΡΩΣΗ 31/3/2018 - «ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ», της Jane Thynne (Εκδόσεις: ΚΕΔΡΟΣ)

Το Σάββατο 31/3/2018 θα κληρώσουμε δύο (2) αντίτυπα του νέου, εξαιρετικού νουάρ 
μυθιστορήματος της
Jane Thynne με τίτλο  «ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ», προσφορά των αγαπημένων εκδόσεων Κέδρος.

Για να είναι έγκυρες οι συμμετοχές σας ακολουθείστε απαραίτητα ΟΛΑ τα παρακάτω βήματα:
(1) Εγγραφείτε, προαιρετικά, ως ΑΚΟΛΟΥΘΟΙ στο μπλογκ μας «ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ», επιλέγοντας «Δημόσια Παρακολούθηση» ώστε να είστε ορατοί ως εγγεγραμμένα μέλη στους διαχειριστές. 
(2) Γράψτε μας, υποχρεωτικά, το ΣΧΟΛΙΟ σας στην παρούσα ανάρτηση στην ομάδα μας «ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ», το οποίο και θα αποτελέσει αποκλειστικά τη συμμετοχή σας στον διαγωνισμό μας.
(3) Πατήστε, υποχρεωτικά«ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ» στη σελίδα μας «ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ»
(4) Πατήστε, υποχρεωτικά«ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ» στη σελίδα των εκδόσεων ΚΕΔΡΟΣ.
(5) Κάνετε ΔΗΜΟΣΙΑ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ της παρούσας ανάρτησης στο προφίλ σας, αν θέλετε να το δουν και οι φίλοι σας.
(6) Προσθέστε στην ομάδα μας «ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ» όσους φίλους σας νομίζετε πως θα ήθελαν να λάβουν μέρος στον Διαγωνισμό μας.

Έγκυρα θεωρούνται τα σχόλια μόνο των συμμετεχόντων που έχουν ακολουθήσει όλα τα παραπάνω βήματα συμμετοχής στο διαγωνισμό μας (εννοείται μόνο μόνιμοι κάτοικοι Ελλάδος και μόνο με ένα σχόλιο ανά άτομο).

Ευχαριστούμε πολύ τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ για την προσφορά τους και ευχόμαστε σε όλους σας Καλή Επιτυχία!

Εκδόσεις: Κέδρος
Σελίδες: 480
Τιμή: 17,50€

Υπόθεση Οπισθόφυλλου:

«Βερολίνο, 1937. Η πόλη ακτινοβολεί αίγλη και φιλοδοξία. Όμως ο κίνδυνος κρύβεται σε κάθε σκιά...

Το πρωί η Κλάρα Βάιν είναι ηθοποιός στα περίφημα στούντιο της Ufa, ενώ το βράδυ είναι μυστική πράκτορας της Βρετανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών. Μια νεαρή γυναίκα βρίσκεται άγρια δολοφονημένη στον κήπο της Σχολής για Υποψήφιες Νύφες στο Βερολίνο, όπου εκπαιδεύονται οι μέλλουσες σύζυγοι αξιωματικών των Ες Ες. Η Κλάρα σύντομα ανακαλύπτει ότι ο φόνος συνδέεται με ένα πολύ απειλητικό μυστικό.

Καθώς ο Εδουάρδος ο Όγδοος, ο οποίος έχει παραιτηθεί πρόσφατα από τον αγγλικό θρόνο, και η σύζυγός του Γουόλις ετοιμάζονται να επισκεφθούν το Βερολίνο και ενώ οι αδελφές Μίτφορντ σαγηνεύουν την υψηλή κοινωνία, η Κλάρα πρέπει να δράσει στο σκοτάδι για να μάθει την αλήθεια και να τη μεταφέρει στο Λονδίνο.»

«Ένα απολαυστικό βιβλίο, με γρήγορους ρυθμούς, ατμοσφαιρικό και με πραγματικό σασπένς».
Mail on Sunday

«Η ατμόσφαιρα καταστολής, τρόμου και ναζιστικής ύβρεως στην προπολεμική Γερμανία περιγράφεται με γλαφυρότητα σε μια συναρπαστική αλλά θλιβερή ιστορία».
Literary Review